ΓΕΥΣΗ

God save the Queen

Πολύ πριν τα burgers γίνουν βασικός πρωταγωνιστής στη διατροφική καθημερινότητα των Ελλήνων, τα Queen έστησαν το δικό τους βασίλειο στη Γλυφάδα και τριάντα χρόνια μετά βασιλεύει ακόμη…

Τα “Queen”, άλλωστε, είναι κάτι παραπάνω από ένα μαγαζί στα Νότια Προάστια. Είναι το “μπεργκεράδικο πριν τα McDonalds”, ένας μύθος της περιοχής και της ιδέας του “τρώω έξω”. Ένας θρύλος. 

Το μαγαζί, λοιπόν, αποτελεί ένα από τα πρώτα χαμπουργκεράδικα της Αθήνας. Τότε δεν υπήρχαν οι γνωστές αλυσίδες “Fast-Food” και τα περισσότερα μαγαζιά ήταν συνοικιακά και φτιαγμένα στα πρότυπα των “dinner” της Αμερικής. Άλλωστε αυτό ήταν το κοινό τους, αφού απευθυνόντουσαν στα μέλη της Βάσης στο Ελληνικό και των νέων που είχαν εκτεθεί σε μια παρόμοια κουλτούρα πριν από 3-4 δεκαετίες.

Αμέσως γνώρισε τεράστια επιτυχία, αφού έφερε νέες γεύσεις στο τραπέζι. Το κλασσικό τσιζ,το χαμ με μπιφτέκι, το μπέργκερ με το κοτόπουλο, οι πατάτες-μαγιό (κωδικός για τις λεπτές πατάτες και τη μαγιονέζα που τις καλύπτει, λες και την έχουν βάλει πάνω με μυστρί ) και φυσικά η βάφλα. Ή γουάφλ όπως την μάθαμε από το στόμα του “πάπα-Κουίν” ,έτσι τουλάχιστον όπως λέγαμε τον ιδιοκτήτη.

Το Queen δεν είναι αυτό που λέμε τρώω κάτι πρόχειρο. Είναι ιστορία, δεν είναι παίξε-γέλασε. Το μπιφτέκι (κλασσικός κιμάς με μοναδικά έξτρα το αλάτι και το πιπέρι) είναι αυθεντικό, τίμιο και χωρίς φιοριτούρες. Με την κλασσική κιμαδίσια γεύση, που παραπέμπει περισσότερο σε Wendy’s, παρά στα άλλα τα πλαστικά. Και γενικά όλη η φάση είναι τέτοια. Λέμε όχι στα προκάτ, στα σκουπίδια και στα πλαστικά, σαν τον γλάρο στη διαφήμιση.

Γιατί Queen, σημαίνει συνέπεια. Όχι αστεία… Ακόμη κι όταν άνοιξαν τα McDonald’s, τα Wendy’s και τα Goodys, ή αργότερα που έκλεισαν άλλα αντίστοιχα μπεργκεράδικα (Lebel, Hambo, Point κτλ), το Queen παρέμεινε στο θρόνο του. Διαθέτει άλλωστε ακόμη και τώρα πιστούς πελάτες. Το καταλαβαίνω και από τη δική μου παρέα, που ανά τακτά διαστήματα θα τιμήσει το γνωστό γεύμα του τσιζ-χαμ με μπιφτέκι-πατάτες μαγιό, έτσι περισσότερο για τις παλιές καλές στιγμές. Ακόμη και τώρα που το μαγαζί ανακαινίστηκε και έριξε μια σπρωξιά στις δικές μας ρετρό αναμνήσεις.

Χαρακτηριστικότερο εφέ ήταν το κολάζ με τις φωτογραφίες των διασημοτήτων που έτρωγαν στο μαγαζί, αφού ακόμη και τώρα σχολιάζουμε την παρουσία του Γιώργου Λαμπάτου σε αυτό το hall-of-fame. Και ο λόγος που δεν ξέρεις ποιον εννοώ (και χρειάστηκες εκτενές γνώσεις στο google search για να τον καταλάβεις), είναι ακριβώς αυτός για τον οποίο το συζητούμε ακόμη.

Πέρα από αυτό υπάρχει κι η γνωστή ιστορία με τον πάγκο. Αν έχεις φάει στα Queen πάνω από 10 φορές δεν χρειάζεται καν να διαβάσεις τις επόμενες προτάσεις. Προχώρα παρακάτω… Διότι οι περισσότεροι έχουν πέσει “θύμα” της φάρσας. Ο ένας από τους ψήστες (η κλασσικότερη ίσως φάτσα, αυτός με τον σκαραβαίο) συνήθιζε όταν έφτιαχνε το μπέργκερ να περνάει το μαχαίρι για το ψωμί (δεν ήταν μυτερό στην άκρη, μη μασάς) από το άνοιγμα που έκαναν οι τάβλες και ουσιαστικά να σε χτυπάει στο στέρνο. Παίρνοντας μετά το σοβαρό του ύφος σε παρακολουθούσε να δει πως αντιδράς σε αυτό το άγνωστης προέλευσης χτύπημα, διαδικασία που κατέληγε συνήθως να τσακώνεσαι με αυτόν που ήρθε μαζί σου και περιμένει πίσω από τον πάγκο.

Αυτά παλιά, όμως… Την ανακαίνιση γλίτωσσαν τα μεγάλα τραπέζια έξω, που αποτελούσαν την ιδανική ευκαιρία για… αρμένιζες βίζιτες όταν ήμασταν γυμνάσιο και λύκειο. Αν είχαν στόμα (και αυτιά προφανώς για να ακούσουν, αλλιώς δεν θα είχε και μεγάλο νόημα – θα ήταν κωφάλαλα) θα μαρτυρούσαν εκατοντάδες ιστορίες ηλιθιότητας. Επίσης θα μας έβριζαν για τις χιλιάδες φορές που τα λερώσαμε, είτε με μαγιονέζα, είτε με κετσαπομουστάδα, είτε με το σιρόπι της βάφλας.

Αχ, η βάφλα… “Το πε-ΝΗ-ντα ΤΕ-σσε-ρα” ακουγόταν η φωνή από το ηχείο, ακολουθούσε ο γνωστός τσακωμός πήγαινε εσύ, όχι εγώ πήγα την προηγούμενη φορά, να αλλά την πήραμε μισή-μισή κτλ και κατευθυνόσουν μέσα για τη βάφλα. Τη βάφλα τη σωστή. Τη ζεστή, την μυρωδάτη, με το παγωτό μηχανής και το σιρόπι. Το εισιτήριο για έναν κόσμο ακολασίας, πριν καν η όλη φάση γίνει μόδα.

Για αυτό μ’ αρέσουν τα Queen. Γιατί ήταν εκεί για σένα, πριν από σένα. Είναι μοναχικός γέρος που κάθεται στην άκρη του μπαρ και πίνει το ποτό του με ένα βλέμμα σοφίας που στάζει εμπειρία και ουσιαστικά φωνάζει “τι να μου πεις κι εσύ”.

Πραγματικά, τι να πω και εγώ… Μόνο ένα μεγάλο ευχαριστώ. μan