ΓΕΥΣΗ

Ματσουχίσα μας, γεια στα χέρια σου

Ένα κείμενο για τις δύο (από τις) μεγαλύτερες καταγεγραμμένες κωλοτούμπες. Ή αλλιώς πως θα αντιδρούμε η Κομανέτσι αν συναντούσε τον Nobu Matsuhisa και αυτό το ευλογημένο φαγητό που ονομάζεται σούσι.

Είχε προηγηθεί η προηγούμενη όταν χλεύαζα το σούσι, αυτό το εκπληκτικό φαγητό, που αν ξεπεράσεις το γεγονός ότι πρέπει να φας πολλά (ΠΟΛΛΑ) μικρά κομμάτια για να χορτάσεις, είναι εκπληκτικά νόστιμο.Ίσως να είμαι υπερβολικός, αλλά έτσι νιώθω, δεν μπορώ να το κρύψω, δεδομένου ότι έχω εθιστεί στη σόγια, σε σημείο που έχω δοκιμάσει να βουτήξω τα πάντα σ’ αυτήν. Συμβουλή: μην δοκιμάζετε να βουτήξετε τα πάντα στη σόγια. Δεν πάει σχεδόν με τίποτα και σίγουρα δεν πηγαίνει σε τίποτα τόσο καλά, όσο στο σούσι.

Ως άλλος Σερκγέι Μπούμπκα έχοντας καταπιεί τον εγωισμό και την αυθάδεια πολλών ετών γύρω από το κεφάλαιο “σούσι” (που επί της ουσίας δεν λέγεται σούσι), έσπασα ξανά το ρεκόρ μεγαλύτερης κωλοτούμπας, παραδεχόμενος ότι όντως ο κακός χαμός που συνοδεύει το”Matsuhisa είναι πέρα ως πέρα δίκαιος. Κοινώς; Έπαθα την πλάκα μου.

Εκ-πλη-κτι-κό. Ματσουχίσα μας, γειας τα χέρια σου. Σοβαρά. Οι γεύσεις ήταν εκπληκτικές, από την αρχή ως το τέλος. Για παράδειγμα το ορεκτικό της γαρίδας-κανταΐφι (έχει σίγουρα καλύτερη γεύση από όνομα ή περιγραφή), που είναι τόσο πικάντικο όσο πρέπει (αρκετά) και τόσο ενδιαφέρον, ώστε να μπει με το “καλημέρα” στα υποψήφια για το βραβείο του “κορυφαίου πιάτου”.

Τι να πω δηλαδή; Να μιλήσω για τα εξίσου υπέροχα μικρά τάκος; Ή για το εκπληκτικό κρέας, που ήταν medium ψημένο, με άλλα λόγια άκρως γευστικό και “γεμάτο”, ειδικά για τους που δεν φοβούνται τα αίματα (#monis). Για να φτάσουμε στο Black cot, δηλαδή τον μαύρο μπακαλιάρο, που είναι αν μη τι άλλο μια από τις κορυφαίες γεύσεις που έχω δοκιμάσει. Κάθε μπουκιά και μια ιστορία. “Ξέρεις, κοστίζει τόσο” ή “το αφήνουν στη ζάχαρη δύο μέρες”. Δεν βλέπω τίποτα, δεν ακούω τίποτα. Μόνο γεύομαι. Άλλο να στο να λέω και άλλο να το αφήνεις να λιώνει στο στόμα σου.

Και καταλήγουμε στο σούσι, που όπως έμαθα στο τραπέζι, κακώς το λέμε σούσι. Είναι σαν να λέμε τζιπ και να εννοούμε όλα τα 4Χ4. Το σούσι είναι ένα πράγμα και ας πούμε υπάρχει το νιγκίρι, το μάκι ή το σασίμι (χωρίς ρύζι) από το οποίο “ξεχωρίζεις το καλό μαγαζί, διότι πάνω κάτω τα μάκι είναι σχεδόν όλα τα ίδια, πόσο κακό για παράδειγμα να είναι το ρύζι”.

Το απόλυτο δηλαδή. Όλα τα πιάτα εκπληκτικά. Absolutely stunning που θα έλεγε ο Τζέιμς Μποντ σε ένα σουσάδικο του Τόκιο, που λογικά θα τα έπινε μαζί με τον Νακάτα. Ή “να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει” όπως θα έλεγε -μασουλώντας- η μάνα μου. Τόσο καλό.

Το θέμα μας δεν είναι το πόσο καλό εστιατόριο είναι το Matsuhisa (aka Nobu), ούτε τι αποτέλεσμα βγάζει η εξίσωση τιμή = ποιότητα/γεύση/αξία, γνωστό και ως δείκτη value for money. “Ε, τότε ποιο είναι το θέμα μας” διαβάζω τα χείλη του οργισμένου αναγνώστη, που νομίζει ότι θα διαβάσει άλλο ένα κείμενο για το “πόσα καλά είναι τα ακριβά πράγματα στη ζωή μας”. Αυτά που κάποτε ξεφυλλίζαμε στα περιοδικά και ακόμη χειρότερα χρεώνομαι στην πιστωτική μας. Το θέμα μας είναι ότι το Nobu είναι ένα πολύ καλό εστιατόριο, που ξοδεύοντας τα χρήματα που ξοδεύεις, γνωρίζεις γιατί τα έχεις ξοδέψει. Είτε σου φαίνονται πολλά, είτε λίγα.

Ιδέα! Να μην μπούμε στη διαδικασία για το αν αξίζει να δαπανήσεις ένα τόσο μεγάλο ποσό για να φας ένα δείπνο. Ειδικά, εσάς τους τους καπνιστές σας βλέπω. Αφήστε το ποντίκι κάτω. Δηλαδή είναι πιο λογικό ένας άνθρωπος να ξοδεύει 4 ευρώ τη μέρα Χ 30 ημέρες = 120 ευρώ για να κάνει κακό στον εαυτό του; Αφήστε εμάς τους “γεμάτους” (*είπε και γέλασε) να τα ξοδεύουμε όπως θέλουμε, δηλαδή τρώγοντας.

Που καταλήγουμε; Ότι είχα άδικο που “σνόμπαρα” το εστιατόριο επειδή ήξερα ότι είναι ακριβό με φράσεις τύπου. Είναι όντως το καλύτερο εστιατόριο που έχω πάει στην… καριέρα μου ως φαγανός. Οπότε υπόσχομαι να μη λέω μεγάλα λόγια. Γιατί στο κάτω κάτω προτιμώ να δαγκώνω τον μαύρο μπακαλιάρο, από τη γλώσσα μου.