ΓΕΥΣΗ

Ο Τάσος έχει τη δική του (μεγάλη) ιστορία

Κανείς δεν έχει απαντήσει ακόμη στο ερώτημα αν είναι καλύτερος στις τυρόπιτες ή τα νεγράκια του, αλλά το Nou-Pou.gr έχει καταλήξει ότι ο Τάσος έφτιαξε το ένα σε καθομοίωση του άλλου. Σαν προπατορικά, γευστικά αμαρτήματα.

Κι οι συνειρμοί συνεχίζονται. Παλαιόθεν η βόλτα στη Γλυφάδα είχε συνδεθεί με τρουφάκια από το “Τριανόν” (κάποια άλλη στιγμή) και τυρόπιτα από τον Τάσο. Τον ίδιο τον Τάσο Κοιτίδη, που μας άφησε πριν αρκετά χρόνια. 

Τον θυμάμαι με την άσπρη ποδιά του να βγάζει από τον φούρνο τα τεράστια μαύρα ταψιά που ήταν γεμάτα τυρόπιτες και προσπαθούσε να συγκρατήσω τον εαυτό μου από το να ορμήσει. Αν με άφηναν θα την είχα δαγκώσει τη λαμαρίνα… (No he didn’t…)  και στην καλύτερη θα είχα πάθει έγκαυμα τρίτου βαθμού από τη φέτα που είχε πιάσει εκείνη τη στιγμή θερμοκρασίες supernova και στη χειρότερη θα με είχαν πάει σε γιατρό. Τον άλλον τον γιατρό. Που μοιράζει μπλούζες που δένουν πίσω. Πολύ της μόδας αυτές…

Γενικά τιμώ τα μαγαζιά που είναι αυτό που είναι. Που ειδικεύονται σε κάτι και δεν έχουν ανάγκη να βάλουν λίγο από όλα. Λατρεύω δηλαδή τις επιλογές που ξέρεις ότι θα πας εκεί για να πάρεις κάτι συγκεκριμένο. Αυτή είναι η φάση με τον Τάσο. Πήγαινες για τις τυρόπιτες, αν ήθελες αλμυρό και για νεγράκια αν ήθελες γλυκό. Τόσο απλά.

Από αυτή την τυρόπιτα νομίζω ότι “κόλλησα” με τις τύπου κουρού, που παραμένουν οι αγαπημένες. Άλλωστε και αυτή του Τάσου ήταν τέτοια, δεν είχε το κλασσικό φύλλο σφολιάτας. Όσο για τα νεγράκια ποίημα. Και παράλληλα προσωπική παντέτα και σήμα κατατεθέν του Τάσου Κοιτίδη, που τα βάφτισε έτσι λόγω… Πανιωνίου.

Η καταγωγή του Τάσου Κοιτίδη ήταν από την Κωνσταντινούπολη και από τον Πόντο. Μεγάλωσε, όμως, στη Νέα Σμύρνη και δέθηκε με τον Πανιώνιο (για αυτό και μέχρι σήμερα όσοι δουλεύουν εκεί είναι ντυμένοι στα χρώματα της ομάδας). Στην αρχή , το 1955, ξεκίνησε πουλώντας σάμαλι και κοκ σε τοπικό κινηματογράφο (Αριάν) και στη συνέχεια άνοιξε το δικό του μαγαζί, το οποίο μεταφέρθηκε στην τωρινή του διεύθυνση το 1971. Εκεί πουλούσε ένα γλυκό που ήταν σαν κοκ, αλλά είχε μέσα γέμιση σοκολάτας. Το ονόμασε “νεγράκι” από τον ποδοσφαιριστή Νέγρη, που τότε είχε πετύχει ένα σημαντικό γκολ σε μια μεγάλη νίκη του Πανιωνίου.

Και σε αυτές τις περιπτώσεις το μαγαζί δεν χρειάζεται να είναι σέντρα. Μιλάει η φήμη του για αυτό. Ο “Τάσος” δεν είναι φάτσα-κάρτα. Είναι χωμένος στην οδό Μαραγκού (στο 6), στο στενό που είναι τα Everest στην Α. Μεταξά και παραμένει εκεί αγέρωχος και αστραφτερός. Εξάλλου ο παππούς Τάσος δεν επέτρεπε σε κανέναν να φάει μέσα στο μαγαζί για να μην κάνει ψίχουλα…

Ακόμη κι όταν πέθανε ο Τάσος το μαγαζί συνέχισε να βρίσκεται στην ελίτ και στις καρδιές μας, έστω κι αν ακολούθησε τη συνηθισμένη τακτική (των καιρών) που χαρακτηρίζεται από την αντιστρόφως ανάλογη σχέση μεταξύ της τιμής και μήκους. Την παράδοση συνέχισαν ο γιος του Γρηγόρης και εγγονός του Τάσος, ο οποίος σπούδασε στην Ελβετία και επέστρεψε για να διατηρήσει την παράδοση, δια χειρός του παππού του. Και το “δια χειρός” είναι κυριολεκτικό, αφού το αυθεντικό συνταγολόγιο δόθηκε κληρονομιά στον μικρό Τάσο σε χειρόγραφο.

Επειδή, απλά κάποια πράγματα δεν αλλάζουν…