ΓΕΥΣΗ

Το Drupes & Drips είναι πολλά περισσότερα από μια spritzeria

Το Drupes & Drips στο Κουκάκι είναι ένα μαγαζί-σταθμός για την Αθήνα.  Συναντήσαμε τον Αρτέμη Παπαδόπουλο για να μας μιλήσει γι’ αυτό που δημιούργησε το 2015 και σήμερα γνωρίζει όλη η Αθήνα σαν τη μια και μοναδική spritzeria που θέλει να σε κάνει να νιώθεις οικεία κάθε στιγμή της ημέρας.

Ο Αρτέμης είναι η ψυχή πίσω από το Drupes & Drips το οποίο άνοιξε στις 25 Μαίου του 2015. Τον αφήσαμε να μιλήσει για το Drupes με δικά του λόγια, μιας και πρόκειται ένα μαγαζί που δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Και πίσω του κρύβεται μια φιλοσοφία εξίσου μοναδική.

«Στην αρχική του μορφή, ήταν ένα μαγαζί που θα συνδύαζε καφέ και χυμούς και θα έδινε added value στον φούρνο του Τάκη, δίπλα. Όταν ξεκίνησα είχα φέρει έναν αποχυμωτή που κάνει cold press που δεν υπήρχε πουθενά στην Αθήνα. Ήθελα να σερβίρω πράγματα συνοδευτικά στον φούρνο γιατί έβλεπα ότι ο κόσμος ήθελε να έχει τα πάντα παράλληλα με τον φούρνο, αλλά δεν ήθελα να χαλάσω την ταυτότητά του. Άλλωστε είμαι τρίτη γενιά στον φούρνο του Τάκη και δεν πουλάμε ούτε νερό μέσα, παρά μόνο αρτοσκευάσματα και γλυκά. Και ξεκινήσαμε έτσι. Κάπου τα Χριστούγεννα του 2015 λόγω της δουλειάς που είχε το απόγευμα και σαν εορταστικό event αποφασίσαμε να το κρατήσουμε το μαγαζί λίγο παραπάνω και να προσφέρουμε στην ουσία στους πελάτες του φούρνου λίγο ζεστό κρασί, λίγη τσικουδιά. Είχα και μια οικιακή μηχανή κοπής αλλαντικών. Ήταν περισσότερο παρεΐστικο. Ένα από τα απογεύματα έρχεται ο φίλος μου ο Δημήτρης Βαμβακάρης και μου λέει “ωραία τα πράγματα, αλλά περίμενε να το κάνουμε σωστά”. Πάει δίπλα και παίρνει ένα campari και ένα κρασί. Και φτιάξαμε ένα spritz».

«Είδα λοιπόν την εικόνα του μαγαζιού και μου άρεσε. Σαν να μου έλεγε το μαγαζί από μόνο του ότι έτσι πρέπει να είναι. Τον χειμώνα του 2016 πήρε σάρκα και οστά στη μορφή που υπάρχει και σήμερα. Το όνομα το βρήκαμε 11 η ώρα το βράδυ την προηγούμενη μέρα πριν ξεκινήσουμε. Δεν ήταν προϊόν σκέψης, ήταν όνομα στιγμής. Η ταμπέλα είναι ζωγραφισμένη εκείνο το βράδυ με μαρκαδόρο. Έκοβα αλλαντικά, σέρβιρα κρασί. Την πρώτη εβδομάδα έγινε χαμός. Τη δεύτερη εβδομάδα πήρα απόφαση ότι έτσι πρέπει να είναι το μαγαζί. Στήθηκε λοιπόν από ωραίες συγκυρίες». 

«Θέλω να είναι σαν τα απλά, λαϊκά και όμορφα μαγαζιά στη βόρεια Ιταλία. Τα bacaro της Bενετίας, οι μικρές οστερίες στο Bένετο. Η Βερόνα είναι αγαπημένος μου προορισμός και πόλη της καρδιάς μου. Πήγαινα εκεί κάθε χρόνο με τον πατέρα μου σε εκθέσεις αρτοποιίας. Το 2007, σε ένα από τα ταξίδια μας εκεί, περνάγαμε από έναν δρόμο και μου λέει ο πατέρας μου “αυτό είναι καινούργιο μαγαζί”. Μπαίνουμε μέσα, το ένα έφερε το άλλο και κάναμε παρεες. Έτσι, όταν αποφάσισα να φέρω στο Drupes το κρασί πήγα εκεί και έφερα κρασιά από τον οίκο Buglioni Valpolicella και σήμερα είμαστε επίσημοι εισαγωγείς. Πλέον και σερβίρουμε και πουλάμε το κρασί του». 

«Το Drupes & Drips ξεκίνησε ως καφέ και μετεξελίχθηκε σε μια μικρή spritzeria, bacaro χωρίς ζεστή κουζίνα. Στη Bενετία όταν πας για cicchetto φεύγουν τρεις τέσσερις φίλοι αγκαζέ, κάνουν μια στάση στο πρώτο μαγαζί όπου θα πιουν ένα ombra di vino, μια σκιά από κρασί, θα φάνε ένα μπρουσκετίνι και θα φύγουν. Θα φύγουν και θα πάνε στο επόμενο. Θα κάνουν το ίδιο και θα πάνε στο επόμενο. Αυτό είναι που με μάγεψε στην βόρεια Ιταλία. Ξέρουν με απόλυτη μαεστρία να σου δείξουν ότι η βάση της πυραμίδας τους είναι η παρέα. Την παρέα τη συνοδεύει ένα σωστό ποτό και το ποτό το συνοδεύει το φαγητό. Και όταν πάνε να πιούνε μια γουλιά σταματάει ο χρόνος. Δίνουν βάση σε αυτό που πίνουν. Για αυτούς είναι ιεροτελεστία. Τους βοηθάει βέβαια και το ωραριο που το μεσημέρι θα πάνε για κρασί και φαγητό. Είναι απόλυτο θεμιτό αυτό». 

«Έχουμε πολύ καλή σχέση με τον οινοποιό Buglioni Valpolicella και ξέρει ότι έχει έναν άνθρωπο στην Ελλάδα που έχει την ίδια φιλοσοφία με εκείνον. Και επειδή γεννήθηκα σε ένα σπίτι που κυριαρχούσε η γεύση, με πατέρα τον Τάκη, μητέρα Μυκονιάτισσα και γιαγιά Σμυρνέισα, πάντα η γεύση έπαιζε τεράστιο ρόλο στη ζωή μου. Και πάνω από όλα χρειάζεται μεράκι. Ακόμα και στον τρόπο που θα σερβίρεις το ποτήρι με το κρασί σου». 

«Το 2017 έγινε ένα μπαμ και γέμιζε ο πεζόδρομος. Πέρσι ήταν το φουλ. Υπάρχει ακόμα κόσμος που εκτιμάει αυτό που κάνουμε και καταλαβαίνει ότι δεν λογαριάζω τίποτα μπροστά στην ποιότητα. Η γεύση πρέπει να κρίνεται πρώτα με το αν είναι σωστό και κατά δεύτερον αν μου αρέσει ή όχι. Αυτή την ποιότητα των ποτών, των κρασιών και των τυριών και αλλαντικών σε αυτή την τιμή δεν μπορείς να την βρεις αλλού».

«Εγώ μεγάλωσα σε αυτό το στενό. Το έχω οργωσει. Όλα τα έκανα εδώ. Εδώ έμαθα ποδήλατο, εδώ έμαθα μηχανή. Παλιά ο χώρος του Drupes ήταν αποθήκη. Ημιυπόγεια και μετά ήταν ένα φωτογραφείο πριν το πάρω εγώ. Το έφτιαξα με μεράκι όπως φτιάχνονται και όλα τα πράγματα εδώ μέσα». 

«Οι κατάλογοι είναι πάνω στους τοίχους. Κρασί, spritz και μπύρα. Δεν εχουμε σκληρά ποτά. Τα spritz μας υπάρχουν σε πολλές εκδοχές, με σκοπό να κρατήσουμε τι σημαίνει spritz κανονικά. Δεν είναι long drink. Είναι ένα γρήγορα μεσημεριανοαπογευματινό ποτό της παρέας και του ξεκινήματος της βραδιάς. Αν έρθεις για να πιεις ένα spritz δυο ώρες, δεν έχεις πιάσει τη φιλοσοφία του μαγαζιού. Δεν σερβίρουμε μπουκάλι κρασί. Η χαρά μου θα είναι να έρθεις και να δοκιμάσεις διαφορετικά κρασιά και γι’ αυτό, η μεζούρα μας είναι στα 100 ml».

«Είναι σημαντικό το κάθε κρασί να το συνδέεις με την τοπική γαστρονομία. Τα κρασιά τα βγάζει ένας οινοποιός ο οποίος είναι συνηθισμένος με τα φαγητά της περιοχής. Τι πιο όμορφο από το να συνδυάζεις ένα κρασί με γευσεις της περιοχής εκείνης όπου ο οινοποιός που αποφάσισε ότι το κρασί είναι καλό και το έβγαλε είναι συνηθισμένος με αυτές τις γεύσεις. Έχουμε μοναδικά αλλαντικά και τυριά από τον οίκο Corrado benedetti αλλά και συνεχώς δοκιμάζουμε και σερβίρουμε καινούργια». 

«Δεν είμαστε ιταλικό. Η μπύρα μας είναι Νήσος. Είμαστε μια λαϊκή spritzeria που θέλουμε να αγαπήσεις και να γίνει το μαγαζί της καρδιάς σου». 

«Οι συνθήκες με τις οποίες καλούνται να δούλεψουν τα μαγαζιά είναι δυσβάστακτες. Δεν είναι πρόβλημα της πολιτικής ηγεσίας, είναι πρόβλημα του συστήματος. Ζούμε μια συνθήκη που δεν μπορούμε να αλλάξουμε. Έχει ξεπεράσει τα όρια της χώρας. Είναι ένα φαινόμενο παγκόσμιο που δεν ξέρουμε ακόμα την πλήρη αλήθεια».

«Τα νότια είναι αγαπημένος τόπος. Μου ξυπνάει αναμνήσεις προς το τέλος του σχολείου και μετά το σχολείο. Το μυαλό μου πάει πολύ συχνά κάτω στα νότια. Μου βγήκε σε καλό που πήγα σχολείο εκεί, γιατί πάντα αγαπούσα τη θάλασσα. Όσο πιο αγριεμένη είναι, τόσο πιο πολύ με ηρεμεί. Ανέπτυξα δεσμούς με τα νότια και όταν πήρα αυτοκίνητο έκανα Ακρόπολη- Γλυφάδα τρεις φορές την μέρα. Τις κυριακές μας στο Αγνάντι, οι βόλτες από τη Βουλιαγμένη και μετά, βράδια με μπύρες λίγο πιο κάτω από το Eden και μετά την Ανάβυσσο, τις κυριακές στο καφέ Μερσέντες, οι τσακωμοί στο Μcdonalds, ηλετρονικά και μπιλιάρδα στο εμπορικό. Έχω τρομερές αναμνήσεις από τα νότια και πάντα όταν έρχονται στο μυαλό μου τις θυμάμαι με ιδιαίτερη χαρά».