POP CULTURE

Ο έρωτας του Γεωργίου Παπανδρέου και της Κυβέλης Αδριανού μέσα από το καινούργιο βιβλίο του Στέφανου Δάνδολου

«Φλόγα και Άνεμος» ο τίτλος του καινούργιου μυθιστορήματος του Στέφανου Δάνδολου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Φλόγα η Κυβέλη, η πιο διάσημη ίσως Ελληνίδα ηθοποιός στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Άνεμος ο Γεώργιος Παπανδρέου. Ο γιος του παπά από το Καλέντζι Αχαΐας, ο επαναστάτης φοιτητής της Νομικής, ο φιλόδοξος πολιτικός.

Γράφει η Σοφία Βόικου

Είναι δύσκολο να παντρέψεις την πραγματικότητα με τους μυθιστορηματικούς ήρωες χωρίς να παρεκκλίνεις της αλήθειας από τη μια και από την άλλη, να δημιουργήσεις ένα βιβλίο ζωντανό, με πλοκή σφιχτοδεμένη, με άρτια ψυχολογημένους ήρωες, με αγωνία για το τι επιφυλάσσει το τέλος του βιβλίου. Πρόκειται για μια συγγραφική ισορροπία πάνω σ’ένα τεντωμένο σχοινί που σε κάθε βήμα, σε κάθε κεφάλαιο δηλαδή, είναι πολύ εύκολο να πέσεις και  να κατακρημνιστείς, η ιστορία σου να «μπάσει νερά», ο αναγνώστης να βαρεθεί, να πει την ξέρω αυτή την ιστορία, την έχω ακούσει κάπου, να χάσεις το ενδιαφέρον του. Σ’αυτό το σημείο ακριβώς φαίνεται η δεινή συγγραφική ικανότητα του Στέφανου Δάνδολου, ο οποίος τρία χρόνια μετά την άκρως πετυχημένη «Ιστορία χωρίς όνομα», και τον ανεκπλήρωτο έρωτα της Πηνελόπης Δέλτα και του Ίωνα Δραγούμη, επιστρέφει με μια άλλη θυελλώδη ιστορία αγάπης, που συντάραξε τον εικοστό αιώνα, καταφέρνοντας να μας παρασύρει  με τη γραφή του, με την υπόθεση, με τους ήρωες και με την ιστορική του έρευνα.

«Φλόγα και Άνεμος», ο τίτλος του καινούργιου του μυθιστορήματος, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Φλόγα η Κυβέλη, η πιο διάσημη ίσως Ελληνίδα ηθοποιός στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, που το όνομά της, η λάμψη της φτάνει μέχρι τις ημέρες μας κι ας μην έχει αποτυπωθεί το «παίξιμό» της στη μεγάλη οθόνη για να την γνωρίσουν οι γενιές μας. Σε μια εποχή που τα ήθη θέλουν τη γυναίκα ιδανική σύζυγο και μητέρα, εκείνη τολμά να ζήσει αντισυμβατικά. Είναι φλόγα. Γεμάτη λάμψη, τραβάει τα βλέμματα όλων επάνω της, αντρών και γυναικών, τους σαγηνεύει με τους ρόλους της. Φαίνεται όμως πως όποιος την πλησιάζει πολύ, καίγεται. Γιατί πολύ απλά είναι φλόγα. Σε μικρή ηλικία παντρεύεται τον συμπρωταγωνιστή της, τον Μήτσο Μυράτ με τον οποίο αποκτά δύο παιδιά μαζί του. Εκείνος μαγεύεται, πέφτει τρελά ερωτευμένος μαζί της, εκείνη όχι. Η λάμψη της δεν την αφήνει να δει εύκολα τη λάμψη των άλλων. Θα τον εγκαταλείψει όταν θα συναντήσει τον έρωτα στο πρόσωπο του Κώστα Θεοδωρίδη. Και μαζί με τον σύζυγο, εγκαταλείπει και τα δύο της παιδιά και πηγαίνει στο Παρίσι με τον εραστή της. Για δέκα μήνες. Φανταστείτε το σκάνδαλο στην Αθήνα του 1906! Εκατό χρόνια και βάλε πριν. Θα επιστρέψει, θα παντρευτεί με τον Θεοδωρίδη, θα γίνει ο πιστός θεατρικός της επιχειρηματίας, ο μάνατζερ της εάν θέλετε να χρησιμοποιήσουμε σύγχρονη ορολογία και θα είναι δίπλα της κάθε στιγμή. Γιατί είναι πραγματικά μαγεμένος από τη φλόγα της. Θα αποκτήσει μαζί του μια κόρη. Κι ενώ κάποια χρόνια φαίνεται πως η φλόγα της Κυβέλης παραμένει μόνο στη σκηνή και στο θέατρο, καθότι το αθηναϊκό κοινό εύκολα συγχώρεσε το στραβοπάτημα της μόλις την είδε στη σκηνή, θα φουντώσει ξαφνικά και θα κάψει τα πάντα στο διάβα της, όταν θα συναντήσει στη Χίο το 1915, τον νεαρό νομάρχη του νησιού, τον Γεώργιο Παπανδρέου. Ένα ακόμα διαζύγιο, ένας νέος έρωτας που δεν έμελε να σβήσει, ένα ακόμα παιδί.

Άνεμος. Ο Γεώργιος Παπανδρέου. Ο γιος του παπά από το Καλέντζι Αχαΐας, ο επαναστάτης φοιτητής της Νομικής, ο φιλόδοξος πολιτικός. Ο άντρας που έγραφε απίστευτες ερωτικές επιστολές στη γυναίκα του, τη Σοφία Μινέικο, ο πατέρας ενός μελλοντικού πρωθυπουργού της Ελλάδας, εκτυφλώνεται από τη φλόγα της Κυβέλης. Και την πολιορκεί κι εκείνη τον ακολουθεί. Και ζούνε έναν δεσμό κρυφό και παράνομο για χρόνια. Μέχρι να καταλήξει σε μια εγκυμοσύνη και σ’έναν γάμο. Όμως ας μην ξεχνάμε πως εκείνος είναι άνεμος. Όχι αέρας, αλλά άνεμος. Φουντώνει τη φλόγα, τη θεριεύει, όμως ο ίδιος είναι άπιαστος. Δεν μπαίνει σε καλούπια. Ποιο από τα δύο στοιχεία, θα υπερισχύσει;

Την ιστορία αυτών των δύο ανθρώπων δεν την παρακολουθούμε από την αρχή της γνωριμίας τους. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική. Ο Στέφανος Δάνδολος χρησιμοποιεί ένα άλλο συγγραφικό τέχνασμα. Η ιστορία ξεκινάει από το τέλος. Από το αναπόφευκτο τέλος. Ο Γεώργιος Παπανδρέου είναι νεκρός, την εποχή που η Ελλάδα βρίσκεται στο γύψο. 1968, δικτατορία. Η Κυβέλη και ο Παπανδρέου από χρόνια βρίσκονται σε διάσταση. Δεν έχουν πάρει επίσημα διαζύγιο. Το τετελεσμένο του θανάτου από τη μία, που εξανεμίζει οριστικά και αμετάκλητα οποιαδήποτε ελπίδα επανασύνδεσης, η κηδεία από την άλλη, την οποία θέλουν να εκμεταλλευτούν οι συνταγματάρχες για πολιτικούς λόγους (γιατί κατά βάθος πάντα φοβούνται την αντίδραση του λαού – ας μην ξεχνάμε πως ο Παπανδρέου έχει ήδη αποκτήσει το προσωνύμιο Γέρος της Δημοκρατίας), οδηγούν την Κυβέλη σε μια αναμέτρηση με το παρελθόν. Ξαναζεί στιγμές από το πάθος τους, από τις κρυφές τους συνευρέσεις, από τα ερωτικά τους γράμματα, από τις αγωνίες τους, από τις ενοχές τους απέναντι στους συζύγους τους και στα παιδιά τους, από τις ψυχικές τους μεταπτώσεις, από τους έντονους καυγάδες τους, από τον πόνο τους, από τη διαπίστωση πως δεν είναι πρόσωπα απλά και καθημερινά, αλλά πρόσωπα που έχουν πάνω τους την ευθύνη ενός κράτους, ενός ολόκληρου λαού, πολλών ιστορικών πολιτικών και καλλιτεχνικών στιγμών. Και η ευθύνη είναι βαριά πάνω στους ώμους τους και εν τέλει τους τσακίζει και τους διαλύει. Όλα αυτά και άλλα πολλά, έρχονται στον νου της Κυβέλης λίγο πριν την κηδεία, η θλίψη, ο αβάσταχτος πόνος πως τούτο θα είναι το τελευταίο αντίο και η διαπίστωση πως δεν πρέπει να κάνει τη χάρη στους εχθρούς της Δημοκρατίας να την δουν να λυγίζει. Αποχαιρετά τoν έρωτα της ζωής της με έναν τρόπο μοναδικό. Στον κόσμο μπροστά παραμένει αγέρωχη, όταν είναι μόνη, εκείνη κι η σκέψη της, λυγίζουν. Δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ηλικιωμένη πληγωμένη ερωτευμένη γυναίκα. Κι εδώ ο Δάνδολος καταφέρνει να μας δώσει διάσπαρτα σε διάφορα μέρη του βιβλίου, είτε μέσα από τις σκέψεις της ηρωίδας είτε μέσα από τις συζητήσεις της με την αγαπημένη της δισέγγονη τη Βαλεντίνη Ποταμιανού, το πως ο άνθρωπος είναι ένα ον δισυπόστατο – άλλο το «φαίνεσθαι», άλλο το προσωπείο που επιδεικνύει στον έξω κόσμο (ας μην ξεχνάμε εξάλλου πως η Κυβέλη ήταν μεγάλη ηθοποιός) κι άλλο το «είναι». Γιατί η ψυχή του ανθρώπου, όσο μεγάλος και τρανός κι αν είναι αυτός κατά βάθος παραμένει πάντα η ψυχή ενός παιδιού που κουβαλά τα τραύματα της παιδικής ηλικίας, υποσυνείδητα, μήπως ο Παπανδρέου μέσα από τις σχέσεις του με τις γυναίκες δεν έψαχνε τη μάνα που δεν πρόλαβε να ζήσει;

Η Κυβέλη, ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο γιος τους

Θα μπορούσε το βιβλίο να είναι μία απλή ιστορία, μία απλή καταγραφή των γεγονότων με μία προσπάθεια ψυχολογικού μυθιστορήματος. Δεν είναι όμως. Γύρω από τη βασική ιστορία του Παπανδρέου και της Κυβέλης, ο Δάνδολος δημιουργεί άλλες ιστορίες, ιστορίες απλών ανθρώπων που συνδέονται με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο από την ιστορία του ζευγαριού.

Το βιβλίο π.χ. ξεκινάει με την είδηση του θανάτου ενός άσημου ηθοποιού, του  Αλέξανδρου Κροντηρά. Ο Κροντηράς είναι ένας καλλιτέχνης γεμάτος ευαισθησίες που έτυχε να γεννηθεί σε χρόνους χαλεπούς. Σε χρόνους όπου ο έρωτας είχε συγκεκριμένο μόνο χρώμα, ο μόνος αποδεκτός έρωτας (και αυτό όχι πάντα) ήταν ο έρωτας ενός άντρα και μιας γυναίκας. Και ο Κροντηράς είναι μια φύση καλλιτεχνική, ευαίσθητη, που θαύμαζε παθιασμένα την Κυβέλη, δυστυχώς όμως δεν ταιριάζει μέσα στο αποδεκτά ηθικό. Για εκείνον ο έρωτας έχει το όνομα του ιδίου φύλου. Κι αυτό ούτε η κοινωνία ούτε η οικογένεια το αποδέχεται, και του Κροντηρά η καρδιά κυριολεκτικά σπάζει.

Και τούτος ο θάνατος φαντάζει ύποπτος στους δικτάτορες. Γιατί ο πραγματικός χρόνος του βιβλίου είναι το 1968. Και το ημερολόγιο του άσημου αυτού ηθοποιού, βρίσκεται ξαφνικά υπό εξονυχιστικό έλεγχο στα χέρια του Φώντα για να ανακαλύψει πιθανά στοιχεία, συνεργάτες. Γιατί ας μην ξεχνάμε πως οι δικτατορίες γιατί να διέφερε η δική μας, βλέπουν παντού συνωμοσίες κι εχθρούς του καθεστώτος. Σε κάθε λέξη, σε κάθε πράξη αλτρουιστική, σε κάθε ελεύθερη σκέψη, σε κάθε όνειρο που φαίνεται να διαφέρει από τα όνειρα που προστάζει η γενική ηθική, το δικτατορικό καθεστώς βλέπει έναν εχθρό που όχι μόνο ο ίδιος πρέπει να εξαφανιστεί αλλά κυρίως και περισσότερο απ΄όλα πρέπει να εξαφανίσει το δικαίωμα των ανθρώπων στο όνειρο. Γιατί το όνειρο, η τέχνη, ο έρωτας είναι τα πράγματα που φοβάται περισσότερο απ΄όλα το δικτατορικό καθεστώς. Γιατί; Γιατί είναι ανεξέλεγκτα. Γιατί ο άνθρωπος γι’αυτά τα απλά και ανεξέλεγκτα είναι ικανός να χάσει τον εαυτό και τη ζωή του. Άραγε οι λέξεις, οι σκέψεις, τα λόγια πάνω σ’ένα ημερολόγιο είναι ικανά ν’αλλάξουν την κοσμοθεωρία ενός ανθρώπου που δουλεύει για το καθεστώς; Είναι ικανά να του θυμίσουν πως είναι άνθρωπος; Τι χρειάζεται πραγματικά ένας άνθρωπος για να πηδήξει από τη μια πλευρά του ποταμού στην άλλη;

Γράμμα του Γεωργίου Παπανδρέου στην Κυβελη

Γράμμα της Κυβέλης στον Γεώργιο Παπανδρεου

Κι ύστερα είναι η Όλγα. Μια γυναίκα που φαινομενικά τα έχει όλα. Έναν σύζυγο, ένα σπιτικό, υλικά αγαθά. Τής λείπει όμως κάτι βασικό. Η στοργή. Γιατί τα υλικά αγαθά δεν αρκούν για να γεμίσουν μια ψυχή. Ούτε καν το παιδί που κυοφορείται δεν είναι ικανό να σβήσει την κατάθλιψή της, ίσα – ίσα που την εντείνει.

Και παραδίπλα της, μια άλλη γυναίκα, ένα πρόσωπο υπαρκτό αυτή τη φορά, η Βαλεντίνη Ποταμιανού, η δισέγγονη της Κυβέλης. Δυο γυναίκες, όχι ακριβώς τραγικές φιγούρες, που φαινομενικά τα έχουν όλα, στο πλαίσιο πάντα της διαφορετικής κοινωνικής  καταγωγής τους και οι δύο όμως ασφυκτιούν. Πλήττουν. Και οι δύο θέλουν να δραπετεύσουν. Με διαφορετικούς τρόπους η κάθε μία. Η μία είναι μόνη της. Η άλλη έχει τη συνδρομή της προγιαγιάς της, της ίδιας της Κυβέλης. Η απόφαση ωστόσο, η οποιαδήποτε απόφαση, είναι πάντα δικιά σου. Τον τρόπο που θα επιλέξεις να κάνεις την επανάστασή σου για να ζήσεις τη ζωή σου, κανείς δεν μπορεί να σου τον επιβάλει. Εσύ πρέπει να διαλέξεις. Ποια θα είναι τα βήματα της Όλγας και της Βαλεντίνης;

Και μέσα σ’όλα κι ένα ζευγάρι. Μυστηριώδες. Ο Μιχάλης και η Φωτεινή που έρχονται να γιορτάσουν την επέτειο του γάμου τους στο ξενοδοχείο «Γαλήνη» του Φαλήρου, εκεί που πέρασαν και τον μήνα του μέλιτος πριν από πολλά πολλά χρόνια. Γύρω τους υπάρχει ένα σύννεφο μυστηρίου. Οι πράξεις τους, τα λόγια τους μισά. Αποφεύγουν να γίνουν ισότιμο μέρος της παρέας που υπάρχει στο ξενοδοχείο. Φαίνονται προετοιμασμένοι για ένα σχέδιο που θέλουν να πραγματοποιήσουν. Εν μέσω δικτατορίας; Ποιο πράγματι μπορεί να είναι αυτό;

Και τέλος, η ιστορία ενός παιδιού. Μ’ένα τόπι στα χέρια που ακολουθεί μια κηδεία που θα γίνει ολόκληρο επαναστατικό συλλαλητήριο ενός απολυταρχικού καθεστώτος, κι ένας άρρωστος Ρουμάνος ποιητής καθηλωμένος σ’ ένα νοσοκομειακό κρεβάτι…

Όλοι αυτοί οι ήρωες χορεύουν γαϊτανάκι γύρω από τη ζωή της Κυβέλης και του Παπανδρέου, του Γιώργη της.

Ο Δάνδολος έρχεται για μια ακόμη φορά να μας θυμίσει πως οι άνθρωποι που γράφουν το πολιτικό και καλλιτεχνικό γίγνεσθαι μιας χώρας, όσο μεγάλο διαμέτρημα κι αν έχουν, δεν παύουν να είναι άνθρωποι: με τα πάθη τους και τα λάθη τους. Γι’αυτό και καταφέρνει εμάς τους αναγνώστες, να τους αγαπάμε, να τους συμπονούμε, να τους καταλαβαίνουμε. Και δίπλα στην αφήγηση ενός μεγάλου κομματιού της σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδας, καταφέρνει μέσα από τις ζωές των ηρώων του, να μας μιλάει για αξίες πανανθρώπινες και οικουμενικές: για το δικαίωμα στον έρωτα (όποιος κι αν είναι αυτός), για το δικαίωμα στο όνειρο, στη ζωή, στην τέχνη, για την ελευθερία της γνώμης, για την ανεξαρτησία, για τη συντροφικότητα, για την απιστία, για την αγάπη που δεν σβήνει, για τις γονεϊκές σχέσεις, για την πατρίδα.

 

*Η Σοφία Βόικου είναι συγγραφέας