SPORTS

Η Έφη Σφυρή είναι το μπιτς βόλεϊ

Όλη της η ζωή είναι συνυφασμένη με το μπιτς βόλεϊ. Ακόμα και τώρα, που έχουν περάσει 12 χρόνια από την ολοκλήρωση της καριέρας της, δεν εγκαταλείπει την άμμο για κανένα λόγο. Ο στόχος της είναι να συστήσει τις ομορφιές του αγαπημένου της αθλήματος σε όσο περισσότερους ανθρώπους μπορεί. 

Από τον Στέφανο Χαρίτο

Το μπιτς βόλεϊ είναι τρόπος ζωής για την Έφη Σφυρή, τη γυναίκα που μαζί με τη Βάσω Καραντάσιου, μας συνέστησε κάπου στα τέλη των 90s ένα άθλημα που έμελλε να λατρεύουμε μετά από περίπου 20 χρόνια. Τότε, η Έφη ήταν αθλήτρια του βόλεϊ και με την παρότρυνση των προπονητών της στον Παναθηναϊκό και την Εθνική ομάδα, αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη της στο μπιτς βόλεϊ. 

“Όταν αγωνιζόμουν στον Παναθηναϊκό και την Εθνική, σε κάποια διαλείμματα των αγωνιστικών υποχρεώσεών μας, οι προπονητές μάς παρότρυναν να παίξουμε σε κάποια τουρνουά γιατί μας έκαναν καλό. Έτσι, τα καλοκαίρια έπαιζα 3-4 τουρνουά, γιατί αγαπούσα πολύ τη θάλασσα, τον ήλιο, την άμμο. Εκεί γνωριστήκαμε με τη Βάσω και ξεκίνησε όλο αυτό. Αρχικά σαν παιχνίδι, αλλά τελικά έγινε καριέρα και η ζωή μου όλη“. Ένα δίδυμο που τα επόμενα χρόνια, χάρισε πολλές επιτυχίες στα ελληνικά χρώματα, δικαιώνοντας την απόφασή τους να εγκαταλείψουν το βόλεϊ σάλας για χάρη της άμμου.

“Ήμουν πολύ προσηλωμένη στην Εθνική ομάδα και στον Παναθηναϊκό, όπου κατέκτησα πέντε πρωταθλήματα. Ωστόσο, κάποια στιγμή κατάλαβα ότι είχε έρθει η ώρα να αποχωρήσω, όταν με ελάχιστη προπόνηση και καθαρά με το ταλέντο μας, καταφέραμε να πάρουμε με τη Βάσω Καραντάσιου την 4η θέση στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα μπιτς βόλεϊ. Και οραματίστηκα ότι ανοίγει ο δρόμος για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Προκριθήκαμε για το Σίδνεϊ με το σπαθί μας. Ίσως ήταν ρίσκο αυτό που κάναμε. Αφήσαμε κάτι, στο οποίο ήμασταν πάρα πολύ καλές και κλείσαμε οριστικά την πόρτα, γιατί οι σύλλογοί μας θύμωσαν τότε, και είπαμε «θα κυνηγήσουμε το όνειρό μας». Το θέλαμε κι οι δύο τόσο πολύ”.

Ήδη, το ελληνικό μπιτς βόλεϊ είχε αρχίσει να φτιάχνει όνομα και εκτός συνόρων. “Μετά τις πρώτες επιτυχίες μας, κάποιες χώρες παραξενεύτηκαν. «Μα έχουν στην Ελλάδα μπιτς βόλεϊ; Δεν το έχουμε ξανακούσει», έλεγαν“.

Και το 2004, είχε έρθει η ώρα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, όπου το μπιτς βόλεϊ θα ήταν ένα από τα αθλήματα που θα είχαν την τιμητική τους. “Στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, ο κόσμος είδε πολύ όμορφο θέαμα. Το υψηλού επιπέδου γυναικείο μπιτς βόλεϊ μπορεί να προσφέρει εξαιρετικό θέαμα, γιατί η μπάλα δεν πέφτει εύκολα κάτω, κάτι που τρελαίνει το θεατή, ενώ στους άντρες οι πόντοι τελειώνουν πολύ πιο εύκολα.Και φυσικά, όταν όμορφες, γυμνασμένες κοπέλες αγωνίζονται στην άμμο, είναι μια εικόνα που αρέσει στο μάτι. Υπάρχει ατμόσφαιρα πάρτι! Γι’ αυτό και ο κόσμος το αγάπησε. Μετά το στίβο, ήταν το άθλημα με τη μεγαλύτερη προσέλευση κόσμου το 2004. Δεν βρήκα εισιτήριο ούτε για τους γονείς μου!”.

Οι Αγώνες της Αθήνας ήταν μια διοργάνωση, την οποία θυμάται πολύ έντονα η Έφη, όχι μόνο λόγω του πάρτι που γινόταν κάθε μέρα στο Ολυμπιακό Συγκρότημα Φαλήρου, αλλά και για το γεγονός ότι αποτέλεσε μία τεράστια χαμένη ευκαιρία για την κατάκτηση ενός μεταλλίου. Αποτελεί μία πολύ έντονη ανάμνηση για εκείνη, αλλά δεν είναι η μόνη.

“Θυμάμαι την πρώτη μου πρόκριση στο παγκόσμιο πρωτάθλημα, όταν η Ομοσπονδία είχε πει εν αγνοία μας ότι δεν θα μας ξαναέστελνε αν δεν προκρινόμασταν. Θυμάμαι την πρώτη θέση στο ευρωπαϊκό στο Ξυλόκαστρο. Θυμάμαι το μετάλλιο στο παγκόσμιο της Ρόδου. Θυμάμαι στο παγκόσμιο πρωτάθλημα του Κλάγκενφουρτ που χάσαμε την 5η θέση επειδή η μπάλα βγήκε δύο εκατοστά άουτ. Θυμάμαι την άσχημη κλήρωση στην Αθήνα, όπου ήμασταν ομάδα για μετάλλιο, αλλά μας έκοψε το δρόμο”

Η αλήθεια είναι πως με τη Βάσω Καραντάσιου συνέθεσαν μία εξαιρετική ομάδα, η οποία είχε τα πάνω της, αλλά είχε και τα κάτω της. Το βασικότερο όλων, όμως, ήταν η μοναδική σχέση που είχαν μεταξύ τους. “Όταν πορώνεσαι, γκρινιάζεις, στεναχωριέσαι, έρχεται το αποτέλεσμα την επόμενη φορά. Αυτό είναι το εποικοδομητικό του πράγματος. Ήταν τέτοια η συνεργασία μας με τη Βάσω, που δεν μιλούσαμε. Μπορούσαμε να συνεννοηθούμε απλά με τη γλώσσα του σώματος”.

Και επειδή το μπιτς βόλεϊ δεν αποτελεί ούτε ατομικό, ούτε και ομαδικό άθλημα, αλλά κάτι ενδιάμεσο, βελτιώνει τον αθλούμενο τόσο ατομικά όσο και ομαδικά. Το ίδιο παρατήρησε και η Έφη στην εξέλιξη της καριέρας της.

“Θεωρώ ότι αναβάθμισα σε μεγάλο επίπεδο το χαρακτήρα μου. Το μπιτς βόλεϊ με βοήθησε πολύ να βελτιωθώ, να αμβλύνω όλα τα ελαττώματά μου και να προσηλώνομαι σε κάθε στόχο με υπομονή και επιμονή. Άλλωστε, η ομορφιά του να παίζεις μπιτς βόλεϊ είναι ασυναγώνιστη. Είναι ένα άθλημα που, σε αντίθεση με το βόλεϊ, τραβάει και άντρες και γυναίκες να παίξουν. Τι το κάνει όμορφο; Το γεγονός ότι δεν φοράς παπούτσια, που σε σφίγγουν όλη μέρα στο γραφείο, το γεγονός ότι είσαι στη θάλασσα ή σε ένα χώρο που σε απελευθερώνει”.

Αυτήν ακριβώς την αίσθηση επιχειρεί (και τα καταφέρνει με μεγάλη επιτυχία) να μεταφέρει σε εκατοντάδες ερασιτέχνες αθλητές που έχουν περάσει από τα χέρια της τα τελευταία 12 χρόνια, που έχει το ρόλο της… δασκάλας στο μπιτς βόλεϊ.

Τα τελευταία δώδεκα χρόνια συνεργάζομαι με το VARI SPORTS CLUB, που είναι ο μεγαλύτερος αθλητικός πολυχώρος στα νότια προάστια. Είναι ένας χώρος που προσανατολίζεται στην εκγύμναση ολόκληρης της οικογένειας, ώστε να μένει εδώ από το πρωί μέχρι το βράδυ. Αυτό για μένα ήταν το έναυσμα για να μπορέσω να πραγματοποιήσω αυτό που σκεφτόμουν μετά το τέλος της καριέρας μου, δηλαδή να μεταλαμπαδεύσω την εμπειρία μου στο μπιτς βόλεϊ, όχι όμως αυτά που χρειάζεται κάποιος σε στάδιο πρωταθλητισμού, αλλά στο στάδιο της ευεξίας και της δια βίου άθλησης.

Επειδή ο πρωταθλητισμός είναι ψυχοφθόρος και τον έζησα μέσα από το δικό μου όνειρο, δεν θα ήθελα αυτό να το ξαναζήσω μέσα από το όνειρο κάποιου άλλου, ως προπονήτρια. Αν και πραγματικά πρέπει να είναι πολύ σπουδαίο να οδηγείς κάποιον σε επιτυχίες. Αλλά για μένα ήταν αρκετό το ταξίδι το δικό μου, οπότε προτιμούσα να ασχοληθώ απλά με ερασιτέχνες. Με γυναίκες που θέλουν να βρουν τη φόρμα τους μετά την εγκυμοσύνη, με ανθρώπους που βλέπουν το μπιτς βόλεϊ στην παραλία και το θαυμάζουν και λένε «θέλω κι εγώ να παίξω”.