INTERVIEWS

Ο Παναγιώτης Φασούλας είναι αφοπλιστικά ειλικρινής

Βρισκόταν επί 30 χρόνια στο προσκήνιο. Με τις τεράστιες επιτυχίες του στο μπάσκετ, αλλά και με το πέρασμά του από την πολιτική. Πλέον, προτιμά να ζει ήσυχα τις μέρες του, στα αγαπημένα του νότια προάστια, πάντα όμως με το απαραίτητο σασπένς που του δίνει ζωή.

Από τον Στέλιο Χαρτζουλάκη

Ο Παναγιώτης Φασούλας μιλά στο Nou-Pou για την ύφεση στο ελληνικό μπάσκετ, τη μετάλλαξη του ’87, το άλμα -που δεν έκανε- στο NBA, το λάθος -που έκανε- με την πολιτική, αλλά και για τις εμπειρίες ζωής που αποκόμισε ως αθλητής και ως πολιτικός.

Πως προέκυψε η ενασχόλησή σας με το γυναικείο μπάσκετ;

Είχα μιλήσει με τον Γιώργο Λεριώτη, ο οποίος είναι πολλά χρόνια φίλος μου και μου είχε ζητήσει να ασχοληθώ με το μπάσκετ γυναικών του Ολυμπιακού. Ομολογώ ότι σε κάθε άλλη περίπτωση -το έχω πει και στα κορίτσια- θα έλεγα όχι, αλλά λόγω της κόρης μου και της ενασχόλησης τελικά με το γυναικείο μπάσκετ, αφού με τη γυναίκα μου βλέπουμε γυναικείο μπάσκετ από το πρωί μέχρι το άλλο πρωί, δέχτηκα. Είναι μια αξιόλογη προσπάθεια που κάνει ο Γιώργος Λεριώτης εδώ και πολλά χρόνια. Είναι ένα άθλημα που δεν έχει την προβολή που του αξίζει πραγματικά. Είναι κάτι που ξαναδίνει σασπένς στη ζωή μου, κάτι που μου έλειπε τα τελευταία χρόνια. Ουσιαστικά, προσπαθούμε να στήσουμε μια ομάδα χωρίς προβλήματα, που θα κατακτά το νταμπλ στην Ελλάδα, παραμένοντας αήττητη, και θα κάνει το βήμα παραπάνω στην Ευρώπη.

Πως αισθάνεστε που η κόρη σας η Μαριέλλα ακολουθεί τα βήματά σας; 

Η Μαριέλλα κάνει την προσπάθειά της στο μπάσκετ. Δουλεύει πάρα πολύ και στα μαθήματα και στο μπάσκετ. Δουλεύει από πάρα πολύ μικρή. Είμαι πολύ περήφανος γι’ αυτό που κάνει. Τα τελευταία χρόνια έχει φτάσει σε πιο υψηλό επίπεδο. Δεν παύει να με εντυπωσιάζει. Από το πώς ξεκίνησε μέχρι το πού έχει φτάσει. Ξεκίνησε στην Αμερική να παίζει μπάσκετ, δεν την έβαζαν να παίζει αρκετά, αλλά επέμεινε. Κι επειδή το μπάσκετ είναι αξιοκρατικό τελικά, μπορεί να σε κόβουν αν είσαι 8 χρονών, μπορεί να σε κόβουν αν είσαι 12 χρονών, ακόμα κι αν είσαι 15 χρονών, αλλά αν είσαι καλός, δεν μπορούν να σε κόβουν για πάντα. Δεν θα μπορούσε ο Μέσι να μην γίνει Μέσι, επειδή θα τον έκοβαν. Είχε επιμονή, όπως κι η Μαριέλλα, να δουλέψει περισσότερο, να κάνει παραπάνω πράγματα, να φτάσει στους στόχους της και να πάει σε ένα αμερικανικό πανεπιστήμιο με υποτροφία. Αυτό από μόνο του διαμορφώνει χαρακτήρα.

Πως σχολιάζετε τους τελικούς του μπάσκετ, που ολοκληρώθηκαν πριν λίγες μέρες;

Το πρόβλημα που εντοπίζω είναι πως και οι δύο ομάδες, ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός, κάνουν βήματα προς τα πίσω σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Φέτος καμία από τις δύο δεν πήγε στο Final Four. Αυτό δείχνει ότι υπάρχει ένα πρόβλημα στο ελληνικό μπάσκετ, που πιθανόν να έρχεται μετά από πολλά χρόνια κρίσης. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για ακριβοπληρωμένες ομάδες, δεν μπορούν να παρακολουθήσουν την οικονομική διαδικασία της υπόλοιπης Ευρώπης. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί. Έχουν γεράσει οι παίκτες μας; Δεν το δέχομαι αυτό. Δεν γίνεται να παίζει ο ΛεΜπρόν Τζέιμς 48 λεπτά επί μία σεζόν ολόκληρη και οι δικοί μας παίκτες να γερνάνε μόλις πατήσουν τα 33. Μιλάω και για τις δύο ομάδες.

Τι πρέπει να γίνει ώστε το μέλλον της εθνικής ομάδας να είναι τόσο λαμπρό όσο το παρελθόν της;

Πρέπει οι παίκτες να ξανασυγκινηθούν γι’ αυτό που λέγεται εθνική ομάδα και να καταλάβουν τι διακυβεύεται κάθε φορά που παίζει η εθνική ομάδα σε μεγάλη διοργάνωση. Πρώτα παίζουν για τον εαυτό τους προφανώς, αλλά παίζουν και γι’ αυτό το σύστημα, που 30 χρόνια έβγαλε κι αυτούς στην επιφάνεια. Κι απ’ αυτούς, αυτό το σύστημα, περιμένει να το πάνε άλλα 30 χρόνια στην κορυφή των προτιμήσεων των Ελλήνων φιλάθλων. Για να το πάνε άλλα 30 χρόνια λοιπόν, πρέπει να κάνουν επιτυχίες. Και για να κάνουν επιτυχίες, πρέπει να παίζουν με την εθνική ομάδα όσο μπορούν.

Η βασική ατμομηχανή του προϊόντος που λέγεται μπάσκετ είναι η εθνική ομάδα. Αν δεν πάει καλά η εθνική ομάδα, πώς να πάει ο Ολυμπιακός, ο Παναθηναϊκός, η ΑΕΚ και οι υπόλοιποι; Έτσι γίνονται οι μάζες που συγκινούνται με το μπάσκετ. Και οι μάζες που συγκινούνται με το μπάσκετ δεν είναι οργανωμένοι φίλαθλοι, ούτε άνθρωποι άρρωστοι με το μπάσκετ, που θα πάνε να δουν μπάσκετ σε ανοιχτά γήπεδα, όπως πάνε στο ποδόσφαιρο στα ξερά γήπεδα, με βροχή, ομπρέλες, σε κάτι λασποχώρια και λοιπά.

Το μπασκετικό κοινό είναι οι ηλικιωμένοι, οι γιαγιάδες, τα παιδάκια, οι όχι τόσο πολύ φίλαθλοι, οι οποίοι, το πρώτο που τους ενδιαφέρει, είναι να κερδίζει η εθνική ομάδα. Τους αναγκάσαμε να το αγαπήσουν το μπάσκετ με τις επιτυχίες μας

Δεν το ήξεραν το μπάσκετ. Αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό από τους παίκτες και τους προπονητές. Δεν λέω ότι πρέπει οπωσδήποτε να πάρουν χρυσά μετάλλια, αλλά πρέπει να δίνουν το κάτι παραπάνω. Όχι από αγάπη για την πατρίδα ή επειδή πρέπει να κάνουν το εθνικό τους καθήκον. Δεν υπάρχουν αυτά στο παιχνίδι. Πρέπει να καταλάβουν γιατί αγωνίζονται. Ελπίζω η γενιά που έχει βγει τώρα να δείξει κάτι. Γιατί όλοι τους, με εξαίρεση τον Καλάθη που είναι Ελληνοαμερικανός, είναι προϊόντα του ελληνικού μπάσκετ. Άρα, πώς θα ήταν προϊόντα του ελληνικού μπάσκετ, αν το ελληνικό μπάσκετ δεν είχε γιγαντωθεί λόγω των εθνικών ομάδων; Όπως πήραν, πρέπει να δώσουν για τους επόμενους. Και βεβαίως, θα κερδίσουν και οι ίδιοι. Γιατί παίζοντας στην εθνική ομάδα, ανεβάζεις το αγωνιστικό σου προφίλ και την αξία των μετοχών σου. Γιατί πάει ο Ρονάλντο να παίξει στην εθνική Πορτογαλίας; Υπάρχει κάποιος σούπερ πατριωτισμός που έχει ο Ρονάλντο και δεν έχουν οι Έλληνες μπασκετμπολίστες

Είναι ο Γιάννης Αντετοκούνμπο ο επόμενος μεγάλος σταρ του NBA;

Θεωρώ ότι θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στο NBA για τα επόμενα 15 χρόνια. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάτι περισσότερο να αναλύσω για τον Γιάννη. Είναι πρωτοφανές ότι δεν τον είχαν καταλάβει οι δύο μεγάλες ελληνικές ομάδες, που τον είχαν δίπλα στην πόρτα τους. Ένα παιδί 2.10, με τεράστια μακριά χέρια, πολύ μακριά πόδια, τρομερές αλτικές ικανότητες, στον οποίο δεν θέλησε κανείς να δώσει σημασία. Μιλάμε για ένα καθαρόαιμο σούπερ ταλέντο, το οποίο βρήκε έδαφος και εξελίσσεται όπως πρέπει.

Έχετε μετανιώσει που εσείς, παρότι είχατε την ευκαιρία, δεν αγωνιστήκατε ποτέ στην άλλη όχθη του Ατλαντικού; 

Έχω μετανιώσει, αλλά δεν είμαι σίγουρος αν θα είχα καταφέρει κάτι. Όταν έγινα ντραφτ στο ΝΒΑ, δεν έπαιζε άλλος Ευρωπαίος παίκτης. Έπαιζε μόνο ο Σρεμπφ, ο οποίος ουσιαστικά Αμερικανός ήταν, που απλώς είχε καταγωγή από τη Γερμανία. Τότε, δεν υπήρχε στο μυαλό κανενός Ευρωπαίου να παίξει εκεί. Και τότε οι σέντερ ήταν ο Καρίμ-Αμπντούλ Τζαμπάρ, ο Ρόμπερτ Πάρις, ο Καρλ Μαλόουν… Οι άνθρωποι δεν μπορούν να καταλάβουν πόσο μακρινή χώρα ήταν η Αμερική τη δεκαετία του ’80. Το 1981 επικοινωνούσαμε με γράμματα! Που το έστελνες και το λάμβαναν μετά από μία βδομάδα. Άντε κι ένα τηλέφωνο μια φορά το μήνα.

Πριν το ’80, οι άνθρωποι πήγαιναν με καράβια και γυρνούσαν μετά από 30 χρόνια. Σκέψου το μπάσκετ το αμερικανικό, που για εμάς μακρινή υπόθεση ήταν ακόμα και το γιουγκοσλαβικό και το ιταλικό μπάσκετ. Πηγαίναμε σε κάτι περίπτερα στη Θεσσαλονίκη και παίρναμε το περιοδικό “Gigantes” για να διαβάσουμε για το ευρωπαϊκό μπάσκετ. Ή στήναμε κεραίες μπροστά από την τηλεόραση για να δούμε Ζαντάρ – Τσιμπόνα. Εκείνη την εποχή, το να παίξει ο ΠΑΟΚ με την Τσιμπόνα, ούτε που το διανοούμασταν. Πόσο μάλλον, το να διεκδικήσεις θέση σε μία από τις 23 καλύτερες ομάδες του κόσμου, γιατί τόσες είχε τότε το ΝΒΑ. Ποτέ δεν ξέρεις όμως τι θα είχε συμβεί. Μπορεί κάποιος να με είχε κόψει στη μέση, να με είχε σκοτώσει στο πρώτο μου παιχνίδι.

 

 

 31 χρόνια μετά τον θρίαμβο του 1987, έχει κατασταλάξει μέσα σας τι ακριβώς σημαίνει για εσάς;

 Το ’87 είναι η δεύτερη ημερομηνία γέννησής μου, όπως και όλων όσων ήταν σε αυτήν την ομάδα. Εμείς παίζαμε μπάσκετ γιατί μόνο αυτό ξέραμε να κάνουμε. Εγώ, αν δεν έπαιζα μπάσκετ, θα ήμουν ένας ψηλός, που θα του έκαναν συνέχεια πλάκα “τι καιρό κάνει εκεί πάνω”, “βίδωσε μας καμιά λάμπα” και τέτοια.

Το μπάσκετ έδωσε διέξοδο σε εμάς τους ψηλούς. Τι περιμέναμε από το μπάσκετ; Να περάσουμε στη Γυμναστική Ακαδημία ή να ανοίξουμε κανένα προποτζίδικο. Και ξαφνικά, διαπιστώσαμε ότι η αγάπη για ένα πράγμα και η οργανωμένη δουλειά μπορεί να οδηγήσει σε απίστευτες μεταλλάξεις. Μια μετάλλαξη ήταν για τον ελληνικό αθλητισμό αυτό που έγινε το ’87. Ξαφνικά πίστεψαν οι πάντες ότι μπορούν να πετύχουν μεγάλα πράγματα. Γιατί εμείς εδώ, είμαστε περισσότερο μιμητές παρά πρωτοπόροι. Δεν θα ανοίξει κανένας μαγαζί σε αυτήν την πλατεία, αν δεν βρεθεί πρώτα κάποιος από κάπου αλλού να ανοίξει πρώτος, να δει ότι πάει καλά και μετά θα έρθει κι άλλος κι άλλος κι άλλος και θα γεμίσει η πλατεία μαγαζιά. Εμείς δεν στερούμασταν αθλητικών προσόντων και πάθους για τον αθλητισμό, αλλά κανείς δεν πίστευε ότι η Ελλάδα μπορεί να φτάσει σε κορυφαίο επίπεδο σε ομαδικό άθλημα. Άλλαξε εντελώς η ζωή μας, στην αναγνώριση από τον κόσμο, στην αγάπη από τον κόσμο, ακόμα και τώρα, 30 χρόνια μετά, υπάρχουν άνθρωποι που σε πετυχαίνουν στο δρόμο και περπατούν μαζί σου. Βλέπεις 50χρονους, που σου λένε “έδινα πανελλήνιες” και καταλαβαίνεις το χρόνο που περνάει.

Το παρατσούκλι “αράχνη” από πού βγήκε;

Ο Βασίλης Σκουντής το έλεγε. Το είχε γράψει κάποιος ξένος, έτσι μου είχε πει. Λόγω μακριών χεριών, μακριών ποδιών και λεπτού κορμιού.

Ποια ήταν η πιο ενδιαφέρουσα περίοδος της ζωής σας, η αθλητική ή η πολιτική;

Η αθλητική. Η πολιτική έχει ενδιαφέρον για έναν άνθρωπο που δεν έχει ζήσει τις έντονες στιγμές που δίνει ο αθλητισμός. Εγώ έκανα ένα λάθος. Νόμιζα πως θα μπορούσα στην πολιτική να διατηρήσω την ίδια ένταση και το ίδιο πάθος με εκείνο που μου χάριζε ο αθλητισμός. Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα. Είσαι σ’ ένα “μαγαζί” όπου πρέπει να ακολουθήσεις συγκεκριμένες γραμμές. Πρέπει το πρωί να διαβάσεις εφημερίδα για να δεις τι λέει το κόμμα σήμερα, μην πεις καμιά βλακεία. Ό,τι λέει, πρέπει να το υπερασπιστείς κιόλας. Εντάξει, μικρό το κακό, δεν είναι κάτι που δεν γίνεται. Το θέμα είναι πως χάνεις τον ενθουσιασμό. Θα βγω εγώ με σένα σε ένα κανάλι να ξεκατινιαστούμε και το βράδυ θα μας κάνουν θέμα επειδή ανταλλάξαμε βαριές κουβέντες; Και ποιος κερδίζει από αυτό; Το μπάσκετ είναι διαφορετικό. Τα συναισθήματα χαράς, λύπης, απογοήτευσης, ενθουσιασμού, περηφάνιας που σου δίνει ο αθλητισμός, δεν τα βρίσκεις πουθενά αλλού. Συγκρίνεται μια Ολυμπιακή νίκη με μία εκλογική επιτυχία; Δεν λέω, το ότι εκλέχθηκα Δήμαρχος Πειραιά ήταν εξόχως τιμητικό. Δεν είναι όμως το ίδιο πράγμα. Εκεί ήταν το λάθος μου. Στην αρχή νομίζεις ότι μπορείς να κάνεις πράγματα με τις δυνάμεις σου, όπως γίνεται στο μπάσκετ. Ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί. Ό,τι μπορεί να κάνει ο Σπανούλης, αυτό κάνει. Ό,τι μπορεί να κάνει ο Καλάθης, αυτό κάνει. Γι’ αυτό εκτιμούνται. Στην πολιτική δεν έχει να κάνει με το τι μπορείς να κάνεις, αλλά με το τι σε αφήνουν να κάνεις. Στον αθλητισμό, ένα κι ένα κάνουν δύο. Βάζεις το γκολ, νικάς. Το απλό μου αρέσει περισσότερο.

 Ήρθε ποτέ κάποιος να σας ζητήσει να κάνετε κάτι εξωφρενικό για χάρη του;

Στην πολιτική, ο κόσμος συνέχεια ζητάει. Ένα λεπτό μετά που θα ζητήσει κάτι, θα βγει έξω, θα πάει στο καφενείο και θα καταγγέλλει αυτούς που ζητάνε. Την ώρα που θα καταγγέλλει τους πολιτικούς, ότι είναι βρωμιάρηδες, απατεώνες και λοιπά, αν του πεις ότι έγινε αυτό που ζήτησε, ξεχνάει τα μπινελίκια κι όλα καλά. Ο κόσμος ζητάει διαρκώς. Θα ζητήσει το ένα, το δύο, το τρία, το τέσσερα και πάει λέγοντας. Αν του κάνεις τα εννιά και δεν μπορέσεις να του κάνεις το δέκατο, που μπορεί να είναι πραγματικά εξωφρενικό, θα σε βρίζει χειρότερα από το να μην του είχες κάνει τίποτα. Οπότε, ας αφήσουμε την πολιτική για τους πολιτικούς. Δεν το λέω υποτιμητικά, τη θεωρώ πολύ σημαντική δουλειά και πάρα πολύ δύσκολη, αν ξέρεις να την κάνεις.

Θεωρώ ότι όλοι οι πολιτικοί θα αντάλλαζαν για πάντα την πολιτική του καριέρα για μία αθλητική καριέρα. Όλοι τους, μηδενός εξαιρουμένου.

Ποιος είναι ο επόμενος μεγάλος στόχος που έχετε θέσει στον εαυτό σας για τα επόμενα χρόνια;
Όχι, δεν έχω κάποιο συγκεκριμένο στόχο. Μετά από 20 χρόνια στον αθλητισμό και 10 χρόνια στην πολιτική, η τριβή από τη δημοσιότητα είναι πολύ μεγάλη. Προτιμώ να περνάω ήσυχα τις μέρες μου και αν μπορώ να κάνω κάτι που θα με συναρπάσει, θα το αποφασίσω την ίδια στιγμή. Θέλω να κάνω πράγματα που μου δίνουν ζωή. Δεν γίνεται, επειδή έχω φτάσει 55 ετών, να κάθομαι και να περιμένω πότε θα με καλέσει ο Κύριος κοντά του.

 Το σοβαρό θέμα υγείας που αντιμετώπισε ο γιος σας ήταν κάτι που άγγιξε κάθε γονιό. Πόσο δύσκολο είναι να αντιμετωπίζεις κάτι τέτοιο; 

Ο Γιάννης αντιμετώπισε ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα, σε μία πολύ ευαίσθητη ηλικία, αφού ήταν τεσσάρων ετών όταν διαγνώστηκε με λεμφοβλαστική λευχαιμία. Έδωσε τη μάχη του για 5-6 χρόνια, ξεπέρασε το πρόβλημα και τώρα συνεχίζει να δίνει μάχη για να προλάβει όσα έχασε. Σκέψου ένα παιδί να πηγαίνει για πρώτη φορά σχολείο σε ηλικία 10 ετών. Όταν όλα τα παιδιά ξέρουν προπαίδεια, αριθμητική… Και πόσο πολύ να πιέσεις ένα τέτοιο παιδί; Το ίδιο και με το μπάσκετ. Όταν κουραζόταν λίγο, σταματούσαμε. Τώρα που έχει μεγαλώσει κι είναι 18 ετών, προσπαθεί να καλύψει το χαμένο έδαφος. Πλέον μπορεί να κάνει τα πάντα. Είναι και πιο θρασύς, με την καλή έννοια, πιο τσαμπουκαλεμένος. Αυτά τα παιδιά, είναι παιδιά-γέροι στο μυαλό. Διαθέτουν μία σοφία μοναδική μέσα σε όλο τον αυθορμητισμό και τη διάθεση για ζωή, που έχουν σε αυτήν την ηλικία. Είναι τρομερή η συζήτηση μαζί του. Είναι απίστευτο.

 

Είμαστε χαρούμενοι που είστε πλέον πολιτογραφημένος νότιος. Τι ακριβώς περιλαμβάνει η καθημερινότητά σας;

Μου αρέσει πολύ να βρίσκομαι στη Γλυφάδα. Μου αρέσει γιατί είναι μια περιοχή της Αθήνας που έχει ένα διαρκές καλοκαίρι. Είτε κάνει ζέστη είτε κάνει κρύο, οι συμπεριφορές των ανθρώπων, ακόμα και τα ντυσίματά τους, αν θες, είναι καλοκαιρινής περιόδου. Σπάνια θα δεις ανθρώπους βαριά ντυμένους. Πας στο κέντρο της Αθήνας και στα βόρεια και βλέπεις ανθρώπους με παλτά, κασκόλ, γιλέκα, σκούφους. Εδώ, βάζουν ένα μπουφάν πάνω από ένα T-shirt κι έτσι κυκλοφορούν. Αυτή η αίσθηση του διαρκούς καλοκαιριού που υπάρχει στα νότια προάστια, στη Γλυφάδα, τη Βούλα και τη Βουλιαγμένη, είναι μοναδική στον κόσμο. Εδώ μου αρέσει να περνάω το χρόνο μου καθημερινά. Μου αρέσει να βρίσκομαι με φίλους, να πίνουμε καμιά μπύρα, να βλέπουμε κανέναν αγώνα, είτε ποδόσφαιρο είτε μπάσκετ, και να λέμε διάφορες χαζομάρες, αθλητικές, πολιτικές, οτιδήποτε.

* Ευχαριστούμε το εστιατόριο Su Casa (Πλατεία Νυμφών, Γλυφάδα) για τη φιλοξενία.