NEWSROOM

Επιστροφή στα σχολεία: Ζητάμε τη γνώμη των εκπαιδευτικών

Δύο εκπαιδευτικοί που εργάζονται σε σχολεία των νοτίων προαστίων καταθέτουν τις (διαφορετικές) απόψεις τους για το αν πρέπει να ανοίξουν τα σχολεία και αξιολογούν τη διαδικασία της τηλεκπαίδευσης.

Σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις του Υπουργείου Παιδείας, Δημοτικά, Νηπιαγωγεία και Ειδικά Σχολεία όλων των βαθμίδων πρόκειται να επαναλειτουργήσουν την ερχόμενη Δευτέρα 11/1. Είναι όμως αυτή η σωστή στιγμή για να επιστρέψουν οι μαθητές στα θρανία; Αν ισχύουν τα σχετικά δημοσιεύματα, ακόμα και η επιτροπή των λοιμωξιολόγων διχάστηκε και η χθεσινή συνεδρίαση συνοδεύθηκε από εντάσεις, κατέληξε όμως εν τέλει στη θετική εισήγηση για το δια ζώσης άνοιγμα των σχολείων.

Εμείς ρωτήσαμε δύο εκπαιδευτικούς που ζουν και εργάζονται στα νότια προάστια. Οι απαντήσεις τους μάλλον επιβεβαιώνουν την παραπάνω εικόνα.

Η Ε. είναι εκπαιδευτικός σε Δημοτικό της Βούλας. Πιστεύει πως είναι ακόμα νωρίς για το άνοιγμα των σχολείων και θα έπρεπε να δοθεί παράταση τουλάχιστον μίας ακόμη εβδομάδας μετά τις γιορτές, ενώ αναδεικνύει κάποια σημαντικά προβλήματα που θα έπρεπε να βρουν λύση πριν τελικά μαθητές και εκπαιδευτικοί επιστρέψουν στις σχολικές αίθουσες.

«Το θέμα της τηλεκπαίδευσης λειτουργεί σε έναν βαθμό, αλλά θέλει μεγάλη βοήθεια από τον γονέα για να συμβεί αυτό. Πρέπει ο γονέας να τυπώσει τις ασκήσεις που στέλνει ο δάσκαλος και να καθίσουν να τα κάνουν μαζί με τον μαθητή. Πρέπει λοιπόν κανείς να έχει εκτυπωτή σπίτι του και επιπλέον πρέπει ο γονέας να καθίσει και να διαβάσει το παιδί. Η δουλειά που γινόταν στην τάξη, πλέον γίνεται από τους γονείς. Αλλά, όπως καταλαβαίνετε, αυτό δεν είναι πάντα εφικτό».

«Παρ’ όλα αυτά, δεν πιστεύω ότι πρέπει να ανοίξουν τα σχολεία. Αυτή τη στιγμή είμαστε στο peak της πανδημίας και νομίζω ότι θα έπρεπε τουλάχιστον για μια εβδομάδα να περιμένουμε, να φανούν τα αποτελέσματα των συγκεντρώσεων της Πρωτοχρονιάς και των Θεοφανείων. Δεν νομίζω ότι είναι η σωστή στιγμή να ανοίξουν τώρα. Ο δάσκαλος μιας τάξης έρχεται σε επαφή με 25 περίπου παιδιά κάθε μέρα, ενώ οι ειδικότητες, όπως για παράδειγμα των Εικαστικών ή της Πληροφορικής, έρχονται σε επαφή με όλα τα παιδιά του σχολείου. Αυτό μπορεί να σημαίνει περισσότερα από 300 ή 400 παιδιά εβδομαδιαίως. Υπάρχει λοιπόν πρόβλημα – πολλές καθημερινές επαφές, κανένα περιθώριο για αποστάσεις. Θα μπορούσε τουλάχιστον να γίνεται μάθημα με τα μισά παιδιά, να δημιουργηθούν κάποιες βάρδιες, να κάθονται οι μαθητές πιο αραιά. Θα ήταν αλλιώς αν είχαμε μέχρι 15 παιδιά μέσα στην αίθουσα. Με 25 παιδιά όμως, δεν γίνεται να τηρηθούν αποστάσεις. Επίσης, κάτι σημαντικό που δεν υπάρχει στα σχολεία και θα ήθελα με κάποιον τρόπο να φτάσει στα αφτιά των υπευθύνων και του Δημάρχου, είναι το εξής: Πολλές φορές ένα παιδάκι δεν έχει τρεις διαφορετικές μάσκες για να αλλάζει κατά τη διάρκεια της μέρας. Έρχεται λοιπόν στο σχολείο μόνο με μία μάσκα και αν αυτή κάποια στιγμή του πέσει κατά λάθος κάτω, δεν υπάρχει εφεδρεία από εμάς. Θα έπρεπε ο Δήμος να μας προμηθεύει με μάσκες μίας χρήσης, να υπάρχουν σε κάθε τάξη κάποιες διαθέσιμες, ώστε όταν προκύπτει ένα τέτοιο πρόβλημα, να δίνεται λύση. Το θέμα με τις επιπλέον μάσκες είναι λοιπόν σημαντικό, αν και γενικώς πρέπει να πω πως τα παιδιά του Δημοτικού είναι πειθαρχημένα και προσέχουν».

«Ένα άλλο πρόβλημα που πρέπει να αναδειχθεί σε σχέση με τη λειτουργία των σχολείων είναι το θέμα του ολοήμερου. Σε κάθε τάξη του ολοήμερου δεν περιλαμβάνονται μόνο παιδιά που βρίσκονται κατ’ ανάγκη στο ίδιο τμήμα το πρωί. Πιθανότατα να περιλαμβάνονται και παιδιά από διαφορετικά τμήματα, δεν υπάρχουν οι απαιτούμενες αποστάσεις, ενώ έχουμε και μια επιπλέον επικινδυνότητα: Την πρώτη ώρα του ολοήμερου, τα παιδιά τρώνε. Αυτό σημαίνει βεβαίως ότι δεν φορούν μάσκες και ότι ανοίγουν το στόμα τους, τρώνε, μιλάνε – κι όλα αυτά ενώ βρίσκεται το ένα παιδί δίπλα στο άλλο και δεν υπάρχει δυνατότητα αραίωσης μέσα στην τάξη. Αυτό θεωρώ πως είναι μεγάλο πρόβλημα».

«Παράλληλα, καθώς μπαίνουμε δυστυχώς στην εποχή των ιώσεων, είναι βέβαιο πως θα παρατηρηθεί το εξής: Παιδάκια που έχουν συμπτώματα όπως πχ βήχα, να έρχονται στο σχολείο, ενώ ο γονιός δηλώνει πως το παιδί είναι απύρετο, άρα δεν χρειάζεται να το κρατήσει σπίτι. Εκεί τι κάνουμε; Ένα παιδί που έχει βήχα, μπορεί να καθίσει έστω και με μάσκα δίπλα από ένα άλλο παιδί, μέσα σε μια γεμάτη αίθουσα; Το Υπουργείο Παιδείας πρέπει να πάρει θέση ως προς αυτό».

«Τέλος, τίθεται το εξής ζήτημα: Εμάς ως εκπαιδευτικούς του Δήμου Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης, μας βοήθησε ο Δήμος -γιατί δραστηριοποιήθηκε πολύ και ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων–  και κάνουμε σήμερα και αύριο τα rapid tests σχεδόν δωρεάν, δίνοντας ένα συμβολικό αντίτιμο. Τι γίνεται όμως με τα παιδιά; Οκ, ο εκπαιδευτικός είναι καθαρός. Τα παιδιά; Εκεί συμφωνώ, ότι υπάρχει ένα μεγάλο ηθικό ζήτημα, ότι μπορεί να στοχοποιηθεί ένας μαθητής αν βρεθεί θετικός, οπότε η απόφαση είναι κάθε άλλο παρά εύκολη. Από την άλλη όμως, χωρίς tests πάμε σε αχαρτογράφητα ύδατα, όχι μόνο για εμάς τους εκπαιδευτικούς, αλλά και για τα ίδια τα παιδιά».

Η Μ. είναι εκπαιδευτικός σε Γυμνάσια του Ελληνικού και της Αργυρούπολης. Πιστεύει πως η τηλεκπαίδευση δεν καταφέρνει να φέρει αποτελεσματικά εις πέρας την εκπαιδευτική διαδικασία και δηλώνει πως πρέπει τα παιδιά να επιστρέψουν άμεσα στα θρανία.

«Εκτός από εκπαιδευτικός, είμαι και μαμά δύο παιδιών στο δημοτικό σχολείο, οπότε έχω ζήσει και τις δύο πλευρές αυτό το διάστημα. Όπως το έχω βιώσει, λοιπόν, υπάρχουν πολλές αντικειμενικές δυσκολίες στην τηλεκπαίδευση. Η βασική είναι ότι δεν υπάρχει ουσιαστική επικοινωνία του εκπαιδευτικού με τον μαθητή. Για λόγους προστασίας των προσωπικών δεδομένων, οι κάμερες των μαθητών στα Γυμνάσια είναι κλειστές και ο μαθητής απλώς ανοίγει το μικρόφωνό του όταν θέλει να μιλήσει. Αυτό λοιπόν σημαίνει πως εγώ, ως εκπαιδευτικός, δεν έχω καμία επικοινωνία με τον μαθητή. Αν εκείνη την ώρα είναι στο μάθημα ή έχει πεταχτεί στην κουζίνα, στο μπάνιο ή έχει κολλήσει το webex και χάνει το μάθημα, δεν μπορώ να το ξέρω. Μόνο όταν ρωτήσω κάτι και κάποιος μαθητής μου απαντήσει, έχω μαζί του μια επαφή. Και όλα αυτά προϋποθέτουν πως έχουν οι μαθητές ίντερνετ, ότι η ταχύτητά του υποστηρίζει την τηλεκπαίδευση ή ότι διαθέτουν τον απαραίτητο οπτικοακουστικό εξοπλισμό, ώστε να παρακολουθούν το μάθημα. Από την προσωπική μου εμπειρία, όταν και η κόρη μου και ο γιος μου είχαν ταυτόχρονα μάθημα, η κόρη μου, που είχε υπολογιστή με πιο αργό επεξεργαστή, αντιμετώπιζε πρόβλημα: κάθε φορά που προσπαθούσε να πατήσει το μικρόφωνο για να μιλήσει, το σύστημα κολλούσε. Πολλές φορές προσπάθησε να πατήσει το μικρόφωνο για να απαντήσει σε κάποια ερώτηση, το webex μπλόκαρε εντελώς και εκείνη στεναχωριόταν και δεν ήθελε να ξαναμπεί, γιατί αισθανόταν ντροπή που δεν μπόρεσε να απαντήσει. Το αποτέλεσμα λοιπόν είναι η ακύρωση του μαθητή, να μην μπορεί δηλαδή να συμμετέχει στην εκπαιδευτική διαδικασία και να αποθαρρύνεται, οπότε να μην μπορεί να προχωρήσει. Αντιστοίχως, είναι πολύ μεγάλο το βάρος και για τον εκπαιδευτικό, γιατί όταν δεν παίρνεις feedback, δεν βλέπεις αν τα παιδιά καταλαβαίνουν αυτό που τους λες, δεν ξέρεις καν αν σε ακούν και αυτό δημιουργεί πρόβλημα στην εκπαιδευτική διαδικασία. Θα σας πω το εξής: Κατά την τηλεκπαίδευση, βρέθηκα, μετά από δεκαετίες ως εκπαιδευτικός, με το οπτικοαουστικό υλικό που πάντα ονειρευόμουν. Είναι σαν να έχεις διαδραστικό πίνακα μέσα στην τάξη και να μπορείς να δείχνεις σε κάθε μάθημα το υλικό που θέλεις. Όμως βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή να κάνουμε ένα ‘ιδανικό’ για εμάς μάθημα, με μαθητές που δεν ξέρουμε καν αν παρακολουθούν, ή ακόμα κι αν μπορούν να υποστηρίξουν το μάθημα, ή αν αυτό τους αρέσει».

«Για όλους αυτούς τους λόγους, το να ανοίξουν τα σχολεία είναι το ιδανικό, για να μπορούν τα παιδιά μας να κοινωνικοποιηθούν κι εμείς, ως εκπαιδευτικοί, να έχουμε μια καλύτερη επικοινωνία με τους μαθητές. Η μεγάλη ερώτηση βεβαίως είναι πόσο ασφαλές είναι το να επιστρέψουμε στα σχολεία. Δεν ξέρουμε, είμαστε πολύ μπερδεμένοι. Όμως θεωρώ πως όλοι χαρήκαμε όταν ακούσαμε ότι πρόκειται να ανοίξουν, γιατί τα παιδιά πρέπει να βρεθούν και πάλι στο φυσικό τους περιβάλλον. Εγώ προσωπικά θέλω να βρεθούν τα παιδιά και οι εκπαιδευτικοί και πάλι στην τάξη».