NEWSROOM

Νέα Σμύρνη: Πόσα κρούσματα κορονοϊού βρήκαν τα rapid tests στην πλατεία;

Για τρεις μέρες, κλιμάκιο του ΕΟΔΥ έκανε δωρέαν rapid tests για τον κορονοϊό στην κεντρική πλατεία της Νέας Σμύρνης.

Για τρεις μέρες (από την Τετάρτη 21 μέχρι και την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου) κλιμάκιο του ΕΟΔΥ βρέθηκε στην κεντρική πλατεία της Νέας Σμύρνης, προκειμένου να πραγματοποιήσει rapid tests για τον κορονοϊό σε όσους πολίτες το επιθυμούσαν.

Συνολικά έγιναν 2.419 έλεγχοι, εκ των οποίων βρέθηκαν 23 θετικά δείγματα (16 άνδρες και επτά γυναίκες), με διάμεση ηλικία τα 36 έτη.

Η διαδικασία του rapid test είναι απλή, διαρκεί ένα λεπτό, είναι ανώδυνη και τα αποτελέσματα αποστέλλονται εντός δύο ωρών στο κινητό τηλέφωνο του πολίτη. Αντίθετα από τον μοριακό έλεγχο που ανιχνεύει το DNA του κορονοϊού, το rapid test είναι test αντιγόνου, εντοπίζουν δηλαδή αντιγόνα του SARS-CoV-2, του ιού που προκαλεί τη νόσο COVID-19.

«Υπάρχει μεγάλη προσπάθεια για να έχουμε όσο γίνεται και πιο αξιόπιστα τεστ. Τα γρήγορα τεστ είναι καινούρια, δεν έχει μελετηθεί επαρκώς η ειδικότητα και η ευαισθησία τους, αλλά προφανώς για να μπουν στην αγορά έχουν ένα επίπεδο αξιοπιστίας. Όσο πιο πολύ τα χρησιμοποιούμε θα καταλαβαίνουμε περισσότερο. Είναι θετικό ότι μεγάλοι Οργανισμοί, μεταξύ των οποίων και ο Εθνικός Οργανισμός Έρευνας της Αμερικής, διαθέτουν πολλά χρήματα για την πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία της νόσου, κι έτσι κάθε μέρα θα έχουμε όλο και καλύτερα τεστ» έχει δηλώσει πρόσφατα στην ΕΡΤ η Αθηνά Λινού, καθηγήτρια επιδημιολογίας του ΕΚΠΑ.

Από την πλευρά του, ο επίκουρος καθηγητής του ΕΚΠΑ Γκίκας Μαγιορκίνης, κατά τη διάρκεια μίας από τις επίσημες ενημερώσεις για την πορεία της πανδημίας στη χώρα, ανέφερε πως τα rapid test είναι γενικώς αξιόπιστα, τονίζοντας πως  έχουν υψηλό ποσοστό επιβεβαίωσης όταν ακολουθεί μοριακός έλεγχος και πρόσθεσε ότι είναι λιγότερο αξιόπιστα από το μοριακό τεστ σε ποσοστό 5% με 8%. «Σχετικά με την ευαισθησία τους, όταν συγκρίνονται με τα μοριακά, φαίνεται ότι υστερούν περίπου σε ποσοστό 5%-8%. Η πλειοψηφία ωστόσο αυτών που υστερούν, που έχουν διαφορές, φαίνεται ότι αποτελούν παλιές ή και μη μεταδοτικές φορίες (σ.σ. σε ασυμπτωματικούς φορείς που δεν μεταδίδουν τη νόσο). Σε κάθε περίπτωση, η χρήση τους έχει συγκεκριμένες ενδείξεις και θα πρέπει να εκτελούνται και να ερμηνεύονται από εξειδικευμένο προσωπικό» ανέφερε μεταξύ άλλων.