OPINIONS

9 βιβλία που μπορεί να αλλάξουν τη ζωή σου

H  ομάδα του Nou-Pou διαλέγει τα αγαπημένα της βιβλία, εκείνα που κατάφεραν να αλλάξουν έστω και λίγο τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τα πράγματα στη ζωή.

Μια από τις πιο προσωπικές και υποκειμενικές ερωτήσεις που μπορείς να κάνεις σε κάποιον είναι να σου πει το αγαπημένο του βιβλίο, εκείνο που κατάφερε να του “αφήσει” κάτι εκτός από μερικές αράδες γραμμάτων σε εκατοντάδες σελίδες. 

Παρακάτω θα δεις μερικά από τα βιβλία που κατάφεραν να αγγίξουν κάποιους από εμάς και να αλλάξουν ενδεχομένως τον τρόπο που αντιλαμβανόμασταν κάποια πράγματα. Και που ξέρεις; Για να κατάφεραν να “αλλάξουν” τη δική μας ζωή, μπορεί να “αλλάξουν” και τη δική σου.

“Όταν έκλαψε ο Νίτσε” για τη Μαρία Πετροπούλου και τη Πάμελα Λύτρα

Οι μεγάλες λεωφόροι του μυαλού του, που ήταν φτιαγμένες για ευγενείς ιδέες, έκλεισαν από τα σκουπίδια

– Ίσως, Γιόζεφ, να είναι επικίνδυνο να ζεις με ασφάλεια. Επικίνδυνο και θανάσιμα ανιαρό.
– Αυτό είναι επομένως το νόημα της Βέρθας; Να ξεφύγω από μια επικίνδυνα ανιαρή ζωή; Μήπως η Βέρθα είναι η επιθυμία μου για ελευθερία – η απόδρασή μου απ’ την παγίδα του χρόνου;
– Η αιώνια επανάληψη σημαίνει ότι κάθε φορά που επιλέγεις μια πράξη θα την επιλέγεις αιώνια. Και όλη η αβίωτη ζωή θα μένει να φουσκώνει μέσα σου, αβίωτη για όλη την αιωνιότητα. Κι η αδιόρατη φωνή της συνείδησής σου θα σου διαμαρτύρεται αιώνια.(…) Αυτή η στιγμή υπάρχει για πάντα και συ, μονάχος σου, είσαι το μόνο σου ακροατήριο. Αυτή η ιδέα σ’ αρέσει ή τη σιχαίνεσαι;

Αυτές είναι μόνο ελάχιστες από τις φράσεις που μου έχουν μείνει (και που έχω υπογραμμίσει φυσικά) από το βιβλίο ‘Όταν έκλαψε ο Νίτσε” του Ίρβιν Γιάλομ. Συγκλονιστικό βιβλίο. Συγκλονιστικές αλήθειες. Τροφή για σκέψη. Για “αυτοαναζήτηση”, για κατάδυση στον ίδιο σου τον εαυτό. Ο ψυχίατρος Γιόσεφ Μπρόιερ και ο ασθενής φιλόσοφος Φρίντριχ Νίτσε συνομιλούν σε έναν φανταστικό διάλογο. Οι ρόλοι αλλάζουν και σύντομα ο γιατρός γίνεται ασθενής. Μια σχέση διαδραστική. 

Ένα βιβλίο που μου άλλαξε τη ζωή, ναι. Για την ακρίβεια, τον τρόπο που βλέπω τη ζωή. Ένα βιβλίο με δυνατές αλήθειες. Αλήθειες, ωστόσο, ανθρώπινες, πραγματικές, όχι χαζορομαντικές και ουτοπικές. 

Έμαθα ότι θέλει θάρρος να είσαι ο εαυτός σου. Και πώς θα μάθεις ποιος είσαι, αν δεν μάθεις την αλήθεια (σου); Έμαθα ότι μόνο αν αγγίξεις την σκοτεινή πλευρά του εαυτού σου, ίσως και να φτάσεις στην ‘κάθαρση’. Τέλος, συνειδητοποίησα ότι ναι, είναι “επικίνδυνο να ζεις με ασφάλεια” και ότι σιχαίνομαι την “αιώνια επανάληψη”, τη σύμβαση και ό,τι αυτό συνεπάγεται. Σχέσεις ανούσιες, ερωτικές και φιλικές, προϊόντα συμβιβασμού, επιλογές με βάση τα κοινωνικά πρέπει.

Σε προβλημάτισα; Μπορεί. Και εγώ έτσι ένιωσα ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου αυτού. Ίσως να ήταν ταυτόχρονα και ένα ταξίδι δικής μου ψυχανάλυσης.

Σπουδαίο βιβλίο. Το προτείνω ανεπιφύλακτα γιατί ο καθένας θα βρει ένα δικό του “κομμάτι” εκεί, θα ερμηνεύσει όσα διαβάζει με βάση τη δική του προσωπικότητα.

Μ.Π.

Το αγαπημένο βιβλίο αλλάζει ανάλογα την περίοδο της ζωής μου. Για κάθε ηλικιακή φάση ξεχωρίζω κι ένα ως “αγαπημένο” αφού εκείνη τη χρονική στιγμή θεωρώ πως μου αλλάζει τα δεδομένα και με προκαλεί για ένα reset. Από το Καπλάνι της βιτρίνας της Άλκης Ζέη και το Μικρό Πρίγκιπα όταν ήμουν παιδί μέχρι το Άρωμα του Ονείρου του Τομ Ρόμπινς στη μετά εφηβεία εποχή και το Όταν έκλαψε ο Νίτσε του Irvin D. Yalom στο πιο “πρόσφατο” παρελθόν. Αυτότο τελευταίο το αγάπησα όμως για αρκετά περισσότερο καιρό, πρώτον γιατί άγγιξε μία ενήλικη και πιο εσωτερική πλευρά μου και δεύτερον γιατί μου άλλαξε σημαντικά την οπτική και προοπτική των επιθυμιών που έχω, των συναισθημάτων που εκφράζω, της εξωτερικής (ή εσωτερικής) παρατήρησης που μου αρέσει να κάνω.

Π.Λ.

Το «Αν δεν μιλάμε για τα σπουδαία πράγματα» του Jon McGregor για την Μαργαρίτα Γραμματικού

Δεν είναι τόσο ότι μου αλλάξε τη ζωή με το που το διάβασα όσο το ότι δεν θα ξεχάσω ποτέ ένα συγκεκριμένο απόσπασμα και τον τρόπο που έπεσε το συγκεκριμένο βιβλίο στα χέρια μου. Γιατί υπό άλλες συνθήκες, θα έλεγα ότι παραήταν «ρομαντικό» για τα γούστα μου. Το «Αν δε μιλάμε για τα σπουδαία πράγματα» το διάλεξα τυχαία μέσα σ’ έναν πανικό και ένα resolution που είχα βάλει μια πρωτοχρονιά να διαλέγω τα βιβλία μου και όχι να αγοράζω εκείνα που μου προτείνουν. Γιατί έχω πάθει και έχω μάθει. Όπως έμαθα να ζω και σε μικρά και μεγάλα βιβλιοπωλεία της πόλης μου.

Ο συγγραφέας του βιβλίου, Jon McGregor, έχει δημιουργήσει κάτι συναρπαστικά αληθινό. Ανώνυμοι άνθρωποι διασταυρώνονται με άλλους ανώνυμους ανθρώπους κάθε μέρα. Κανείς δε μοιάζει να κοιτά, κανείς δε μοιάζει να νοιάζεται. Τουλάχιστον όχι μέχρι κάτι να αλλάξει ριζικά τους ρυθμούς της ζωής του καθενός ξεχωριστά. Έτσι, ο McGregor δημιούργησε ένα μυθιστόρημα γεμάτο σπουδαία πράγματα. Γιατί αυτό που έμαθα εγώ μέσα από αυτό το βιβλίο είναι το πόσο αξίζει να γίνω συλλέκτης στιγμών. Και κάθε φορά που θα ξεχνιέμαι σε μια πόλη που κανείς δεν έχει όνομα, ούτε καν η ίδια, θα σκέφτομαι την παρακάτω φράση:
 
“Είναι πολύ μεγάλος ο κόσμος, λέει, και μπορεί να σου ξεφύγουν πολλά, πάρα πολλά αν δεν έχεις το νου σου. Πάντα υπάρχουν σπουδαία πράγματα, εδώ μπροστά στα μάτια μας, αλλά, λέει, τα μάτια μας καμιά φορά έχουν σαν σύννεφα, όπως μπροστά στον ήλιο, και η ζωή μας είναι πιο άχρωμη, πιο φτωχή άμα δεν τα βλέπουμε όπως είναι. Σαν δεν μιλάμε για τα σπουδαία πράγματα, τότε γιατί τα λέμε σπουδαία;”

Τα “Aνεμοδαρμένα Ύψη” και το “Απαγορευμένο” για την Τατιάνα Τζινιώλη

Για την Έμιλυ Μπροντέ, προφανώς, δε μπορώ να πω και πολλά. Για «Τα Ανεμοδαρμένα Ύψη» όμως…  Η ιστορία του Χίθλικλιφ και της Κάθυ πάντα θα με συγκλονίζει και το Γιορκσάιαρ θα έχει πάντα ένα ξεχωριστό μέρος στην καρδιά μου.
Σε κάτι πιο σύγχρονο έχουμε το «Απαγορευμένο» της Tabitha Suzuma. Μία ΠΟΛΥ ιδιαίτερη ιστορία με δύο αδέλφια που ερωτεύονται στη σύγχρονη Αγγλία. Ξέρω, δεν είναι ό,τι καλύτερο, όμως η ιστορία είναι συγκλονιστική και η γραφή της Suzuma ξεχειλίζει πόνο και συναίσθημα για ένα θέμα ταμπού.

“The Killer Inside Me” για τον Πάνο Κοκκίνη

Δεν ξέρω αν σου θυμίζει κάτι ο τίτλος, αλλά πρόκειται για το ίδιο που έγινε αργότερα ταινία με τον Casey Affleck και την Jessica Alba. Μιλάμε για ένα ακόμη pulp μυθιστόρημα του καταραμένου Jim Thompson (ίσως να έχεις δει το The Grifters), του συγγραφέα που ανακάλυψα στην εφηβεία μου -αφού έκανα το νομοτελειακό πέρασμα από τον Μπουκόφσκι- και τον οποίο ποτέ μου δεν ξεπέρασα. Μέρος της γοητείας του ήταν σίγουρα ότι δεν μπορούσα με τίποτα να βρω τα βιβλία του (θυμάμαι ακόμη τη χαρά μου, σε ένα ταξίδι στο Λονδίνο, όταν βρήκα κάπου θαμμένα σε μια γωνία τα άπαντά του). Ενώ σίγουρα έπαιξε ρόλο το πόσο δύσκολη ζωή είχε, μονίμως απένταρος και με ένα μπουκάλι στο χέρι. Αλλά το βασικό, εκείνο που αγάπησα και έμαθα από εκείνον, είναι πάντα να κοιτάζω την αρνητική πλευρά της ζωής. Πάντοτε να ποντάρω στο ότι τα χειρότερα, πιο ποταπά ανθρώπινα ένστικτα, είναι τελικά εκείνα που θα επικρατήσουν. 

“Το Δεύτερο Φύλο” της Σιμόν ντε Μπουβουάρ για τη Μικαέλα Θεοφίλου

Το να σου αλλάξει ένα βιβλίο κυριολεκτικά  τη ζωή είναι μάλλον κάτι ουτοπικό, γιατί  δυστυχώς οι άνθρωποι ζούμε και λειτουργούμε επάνω στα μοτίβα που έχουμε συνηθίσει. Μπορεί όμως ένα βιβλίο να σου καλλιεργήσει το έδαφος για να αλλάξεις εσύ τη ζωή σου: να σου ανοίξει τους ορίζοντες, να σου διευρύνει τα δεδομένα σου, να σου φωτίσει νέους δρόμους, να σε μορφώσει κοινωνικά και κυριολεκτικά.   

Το βιβλίο λοιπόν που εμένα μου έριξε το φως της αλήθειας στα μάτια μου είναι το «Δεύτερο Φύλο», της Σιμόν Ντε Μποβουάρ. Δεν είναι ότι είμαι φεμινίστρια με την έννοια ότι θα βγω στους δρόμους και θα κάψω το σουτιέν μου όμως  η φράση «Δε γεννιέσαι  γυναίκα, γίνεσαι» από το βιβλίο της ιέρειας του πραγματικού φεμινισμού  Σιμόν Ντε Μποβουάρ «Το Δεύτερο Φύλο» που γράφτηκε 68 χρόνια πριν  με έκανε να καταλάβω τη διαχρονικότητα της.  Να καταλάβω δηλαδή πώς η θηλυκή ταυτότητα έτσι όπως έχει διαμορφωθεί ιστορικά είναι δημιούργημα της κοινωνίας, πώς το να είσαι γυναίκα διαχρονικά ακόμα και σήμερα αφήνει σημειολογικά υπονοούμενα- και σε κάποιες χώρες γίνεται ακόμα και σημαία- κατωτερότητας, σεξισμού και βίας.

Θέλω να σας πω απλά ότι αυτό το  βιβλίο γράφτηκε το 1949, τα 50.000 αντίτυπα της πρώτης έκδοσης εξαντλήθηκαν μέσα σε μια βδομάδα ενώ το Βατικανό συμπεριέλαβε το «Δεύτερο Φύλο» στη «μαύρη λίστα» του. Τυχαίο; Δε νομίζω!

Επίσης ναι, καταλαβαίνω ότι  για πολλούς από μας η λέξη «φεμινισμός» έχει αποκτήσει μία αναχρονιστική και μουχλιασμένη αντίληψη. Όμως η έλλειψη στοιχειώδους σεβασμού στις γυναίκες ανά τον κόσμο, οι βίαιες και σεξιστικές πρακτικές σε πολλά σημεία του πλανήτη είναι ένα απελπιστικό δεδομένο,  εμένα προσωπικά  μου δίνουν το έναυσμα να ξαναδιαβάσω αυτό το βιβλίο για 4η φορά, ως γυναίκα και ως ένα ύμνο στην ανεξαρτησία και την αυτοδιάθεση του φύλου μου.  

“O Γλάρος” του Ιωνάθαν Λίβινγκστον για την Μαρίτα Αλημίση

Μάλλον δεν είναι το αγαπημένο μου βιβλίο, είναι όμως αυτό που πρώτο άλλαξε τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τα πράγματα γύρω μου. Όχι γιατί μου έδειξε κάποιο καινούργιο μονοπάτι μα γιατί μου απέδειξε πως δεν είμαι μόνη σ’ αυτό που ήδη περπατώ.

Ένα αλληγορικό βιβλίο που διηγείται την ιστορία ενός γλάρου ξεχωριστού. Ενός γλάρου που επιμένει να βιώνει την πτήση σαν ταξίδι έκφρασης και αποθέωσης της ελευθερίας σε όλες της τις εκφάνσεις και όχι σαν βαρετή διαδικασία ανεύρεσης τροφής. Λάτρης της περιπέτειας, προσπαθεί και ξεπερνά καθημερινά τα όρια του, πετυχαίνοντας ταυτόχρονα βιολογική και εσωτερική “ανύψωση “ μοναδική για το είδος του. Το σμήνος του, όμως, χλευαστικό και μονόχνοτο, τον περιφρονεί. Εκείνος, εξοστρακισμένος μα πιστός στις αρχές και τον πηγαίο ενθουσιασμό του, συνεχίζει μόνος το ταξίδι και τελικά νικά.

Οι παραλληλισμοί με τους περιθωριοποιημένους της κοινωνίας μας αλλά και τις ριζοσπαστικές επιθυμίες του καθενός μας, αμέτρητοι, καθιστούν για ‘μένα το βαθιά αντιρατσιστικό αυτό διήγημα δραματικά επίκαιρο. Ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον δανείζει τα φτερά του σε όλους εκείνους που ξέρουν καλά πως η μοναξιά ως τίμημα της αφοσίωσης στα όνειρα είναι πολύ μεγάλη για να προσφέρει κάτι λιγότερο από το ιδανικό. 

Ένα βιβλίο που όταν καλοκαιριάζει πάντα το διαβάζω και όταν το διαβάζω πάντα καλοκαιριάζει.

“Καθένας” του Φίλιπ Ροθ για τον Μάνο Μίχαλο

Μαύρο όπως ο θάνατος, απόλυτο από τον τίτλο του, όπως το τέλος που θα έρθει κάποια στιγμή, βαρύ σαν το σκοτάδι που λογικά πέφτει, όταν τα πάντα φτάνουν εκεί που ξεκίνησαν, δηλαδή στο τίποτα. Ένας από τους κορυφαίους συγγραφείς του προηγούμενου αιώνα, σε μια από τις καλύτερες στιγμές του, αφήνοντας αξιώματα όπως “η πραγματικότητα δεν ξαναφτιάχνεται, δέξου την όπως έρχεται και μην υποχωρείς” και παραδοχές όπως “Μια φορά κι έναν καιρό ήμουν ένας άνθρωπος ολοκληρωμένος…”. Η αλήθεια είναι ότι το διάβασα αρκετά νωρίς, στα 25 μου, πριν ακόμα καταλάβω με ωμότητα τι σημαίνει θάνατος αλλά με το μυαλό μου συχνά-πυκνά σε αυτόν λόγω συγκυριών και καταστάσεων. Δέκα χρόνια μετά, ίσως μια ακόμα ματιά, ένα ακόμα πέρασμα από τις σελίδες του να αναδείξει ακόμα περισσότερα από τη βαριά πένα του Ροθ που όσες φορές τον επέλεξα για να ανάγνωσμα, δεν με κρατούσε με την πλοκή του αλλά με όσα πραγματικά συνέβαιναν κάτω από αυτή. Το “Καθένας” είναι τίτλος βγαλμένος από ένα αλληγορικό δράμα του 15ου αιώνα, που σε μια φράση μπορεί να περιγραφεί το περιεχόμενο του: “Καθένας καλείται από τον Θάνατο να εκθέσει τα πεπραγμένα του σε αυτόν τον κόσμο”.

 

“Ο Άνθρωπος Αντίγραφο” του Ζοζέ Σαραμάγκου για τη Ρομίνα Δερβεντλή

ΟΚ, το βρίσκω λίγο δηθενίστικο να διαλέγω Σαραμάγκου, ενώ μια από τις πληρέστερες βιβλιοθήκες σε αστυνομικά θρίλερ και ποπ κορν αναγνώσματα τρόμου στα νότια προάστια,βρίσκεται στο σπίτι μου. Αλλά, η αλήθεια είναι ότι όσο φρικιό με τα θρίλερς κι αν είσαι, δεν μπορεί εύκολα ένα τέτοιο βιβλίο να σου τρελάνει το μυαλό- με την πιο φιλοσοφική έννοια τουλάχιστον, γιατί με την twisted έννοια, είναι σχεδόν πανεύκολο . Δυσκολεύτηκα πάρα πολύ να διαλέξω ένα μόνο βιβλίο, ενώ αντίθετα αν με ρωτούσες για ταινία πάντα μα πάντα, στον αιώνα των άπαντα, η απάντηση είναι εύκολη (= OldBoy). 

Τον Νομπελίστα Ζοζέ τον πρωτοδιάβασα 2-3 χρόνια πριν τον θάνατό του και ο Άνθρωπος Αντίγραφό του ήταν το παρθενικό μου ταξίδι στον κόσμο του. Η γραφή του, χωρίς τελείες, με παραγράφους που κρατάνε σελίδες και θεματολογία που ακροβατεί ανάμεσα στη φαντασία, τον σκεπτικισμό και την αλληγορία, σε συνεπαίρνει μαζί του από τις πρώτες γραμμές. Στην αρχή αναρωτιέσαι “τι γίνεται” και μήπως πρόκειται για πολλά τυπογραφικά λάθη μαζεμένα, αλλά στο τέλος δεν μπορείς παρά να υποκύψεις. Σκέψου τον κάτι σαν τον Λιντς της λογοτεχνίας.

Η ιστορία από μόνη της αγγίζει λίγο την παράνοια: ένας άντρας συναντάει τυχαία έναν άνθρωπο που είναι το πιστό αντίγραφό του και του γίνεται εμμονή να ανακαλύψει ποιος είναι. Και αυτό φυσικά είναι μόνο η αρχή. Αν σου θυμίζει κάτι, έχει γυριστεί και ταινία, το Εnemy με τον Τζέικ-αχ- Τζίλενχαλ, αλλά δεν την έχω δει, γιατί έχω διαβάσει ότι δεν έχει καμία σχέση με το βιβλίο- και όχι με την κλασική έννοια που το λέμε πάντα, αλλά επειδή εμφανίζει πράγματα που δεν υπάρχουν στο βιβλίο (όπως μια τεράστια αράχνη. WTF?) και αλλάζει εντελώς το νόημα του βιβλίου.

Δεν είναι οτι μου άλλαξε τη ζωή, δεν νομίζω ότι είναι εύκολο για ένα βιβλίο να το κάνει αυτο. Μου άλλαξε όμως τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τη λογοτεχνία. Λες και μέχρι τότε όλες οι ιστορίες να ήταν γραμμικές, σαν μια ευθεια γραμμή που φτάνει στο τέλος μετά από μερικά bullet points κι ο Σαραμάγκου να πήρε την ευθεία και να την έκανε ένα ατελείωτο ζιγκ ζαγκ, σαν ένα τρενάκι του λούνα παρκ.

To «On the Road» του Jack Kerouac για τον Κωστή Πιερίδη

«The only people for me are the mad ones, the ones who are mad to live, mad to talk, mad to be saved, desirous of everything at the same time, the ones who never yawn or say a commonplace thing, but burn, burn, burn like fabulous yellow roman candles exploding like spiders across the stars».

Νομίζω στα βιβλία «η πρώτη αγάπη, δεν είναι η παντοτινή». Μετά τις αποτυχημένες απόπειρες των εφηβικών – εξωσχολικών αναγνωσμάτων, τα ξενόγλωσσα βιβλία για το lower και το Proficiency (τύπου «a Christmas Caroll»), τα «must read books» της εποχής («Ο κόσμος της Σοφίας») ή τα «πρέπει – all time classics» (The Little Prince) έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο που μου άλλαξε (τουλάχιστον την αναγνωστική) ζωή. Το διάβασα (για πρώτη φορά) στα 19, φοιτητής του Παντείου, ονειροπόλος και ρέμπελος, αν και μεταξύ μας η λέξη «φοιτητής» έχει ήδη περιγράψει και όλα τα υπόλοιπα. Από την δανειστική βιβλιοθήκη ενός στεκιού, με σκισμένο εξώφυλλο και μια σελίδα που έλειπε. Ελληνικός τίτλος «Στο Δρόμο» με το αγγλικό «On the Road» να είναι μακράν πιο πειστικό.

Με τα χρόνια έμαθα ότι θεωρείται η βίβλος της γενιάς του «Μπιτ», του αμερικανικού λογοτεχνικού κινήματος της γενιάς του 1950 και 1960 που βάλθηκε ενάντια στον κοινωνικό κομφορμισμό, την ευμάρεια, τις αξίες του «αμερικανικού ονείρου» και τον ψυχροπολεμικό διχασμό με την μη αποδοχή της διαφορετικότητας. Και έτσι αφού το ρούφηξα κυριολεκτικά μέσα σε ένα 24ωρο, το έκανα δώρο σε όλους μου τους φίλους, το διάβασα σε άλλες γλώσσες (αγγλικά και ισπανικά), το ξαναδιάβασα σε κάθε μεγάλη αλλαγή της ζωής μου σαν την ανάλαφρη σταθερά του δρόμου που πάντα ανοίγεται μπροστά σου και σε περιμένει να ζήσεις το κάθε του χιλιόμετρο, την κάθε του στροφή.

«There was nowhere to go but everywhere, so just keep on rolling under the stars».

Το βιβλίο είναι ακόμα στα μάτια μου ένα αριστούργημα (είθισται διάφοροι διανοούμενοι να το απαξιώνουν ως εφηβικό λογοτεχνικό έργο). Ο Κέρουακ πλέκει μέσα από μια ξέφρενη – σαν ρυθμός τυμπάνου αφήγηση (υπάρχει άλλωστε μια καρμική επαφή με την jazz και την blues) – μια ριζική ρωγμή με την αποδοχή της κανονικότητας, της νόρμας, της  ήσυχης και βολεμένης κοινωνίας των οικογενειών. Μια ασυνείδητη, σχεδόν μηδενιστική αλητεία, με επίγνωση αλλά χωρίς διανόηση. Με πολύ δράση και ελάχιστη σκέψη. Για την ακρίβεια με καθόλου σκέψη.  

«Nothing behind me, everything ahead of me, as is ever so on the road».

Τη τελευταία φράση επαναλαμβάνει διαρκώς ο Σαλ Πάρανταις –πρωταγωνιστής του βιβλίου και πιθανότατα alter ego του συγγραφέα. Επανάληψη με στόχο την εναρμόνιση της ζωής του με το διακύβευα της φράσης. Μια βιωματική γνώση, ένα όργιο εμπειριών που αντιτίθεται στο New Deal. Στην Αμερική των καινούργιων καναπέδων. Των οικογενειών. Των station vagon, των παστόρων του Νότου, των ρατσιστών, των χρηματιστών, των Ρεπουμπλικάνων και των Δημοκρατικών που βομβαρδίζουν τον υπόλοιπο κόσμο.

«The best teacher is experience and not through someone’s distorted point of view».

Ο Σαλ, αφήνει τη Νέα Υόρκη και τις σπουδές του στο Columbia και μαζί με έναν αλήτη των Αμερικανικών δρόμων, τον Ντιν Μοριάρτι, ξεκινούν τι ιστορικό τους roadtrip. Από την ανατολική ακτή  παίρνουν την «route 66», διασχίζουν τα βουνά του Κολοράντο, φτάνουν στο Ντένβερ και καταλήγουν στην Καλιφόρνια. Κάνουν ωτοστόπ, συναναστρέφονται με χαμίνια, γνωρίζουν τρελούς, εξαρτημένους, νέγρους, μουσικούς, κοινωνικά αποκλεισμένους και παράταιρους του αμερικανικού ονείρου. Η τρέλα της Τζαζ, η Μαριλού, «τα Φρίσκο Μπλουζ», τα ναρκωτικά, τα ελεύθερα κορίτσια, οι παρέες των πόλεων, οι διαρρήκτες, οι Μπάτσοι, η πρωτοποριακή Καλιφόρνια, η θρησκευτική πρακτική (βουδισμός), οι «Haciendas», η φρέσκια ηρωίνη, η έρημος του New Mexico, οι μεσοαστοί της Νέα Υόρκης, οι χίπις, οι πανκς, οι «Μαύροι Πάνθηρες». Όλα αυτά σε ένα δρόμο…

«Sal, we gotta go and never stop going ’till we get there.’
‘Where we going, man?’
‘I don’t know but we gotta go».