OPINIONS

Κάποτε… κάθε μέρα και άλλο πάρτι

Ο Πάνος Βέργος θυμάται την εποχή που η House μεσουρανούσε και το ένα πάρτι διαδεχόταν το άλλο. Ένα ταξίδι σε μια εποχή γεμάτη beat, γεμάτα κλαμπ και ξενύχτια.

Οι συγκυρίες μας ευλόγησαν να συγχρονίσουμε την εφηβεία μας, με την φαινομενική ακμή της οικονομίας μας, ανυποψίαστοι για το τι θα ακολουθήσει, τότε που η νύχτα άρχισε να ανθίζει και τα μεγάλα κλαμπ έκαναν την εμφάνισή τους στην παραλιακή.

Από το Χάουζ Εξπίριενς 1 με τους Ντα Χουλ και το Μιτ χερ ατ δε λοβ παρέιντ, ως το σιγκλάκι των Γουάμντιου Πρότζεκτ, ονόματι Κινγκ οφ μάι καστλ, είχε ανοίξει ο χορός για μια έντονη και γεμάτη πρωτόγνωρες συγκινήσεις κοινωνική –νυχτερινή- διαδρομή.

Δεν ξέρω αν όντως η ποιότητα της νύχτας ήταν τόσο υψηλή, ή αν ήταν το σύνδρομο της έξαψης του νεοφώτιστου, αυτό που μας κάνει να θυμόμαστε με τόση νοσταλγία την ένταση εκείνης της εποχής. Το Αμφιθέταρο η γενιά μου δεν το πρόλαβε, ωστόσο η εκκόλαψη των νεογνών της σειράς του 2000, έγινε σε ένα εφάμμιλο δόξης μαγαζί, το λεγόμενο και Κινγκ Σάιζ, στο χώρο του Σόου Σέντερ, το σημερινό Φαντασία. Για άλλα γούστα υπήρξε λίγο πιο κάτω το Πρίβιλετζ, στη Βούλα ο Ειρηνικός (με το Βαρελάδικο, το Πι Εν Πι, το παντοδύναμο Γκαλέα με τα σφηνάκια Λαμποργκίνι, το Πράιμ και το Μπόκα), το Άιλαντ, το Ακρωτήρι με Μάγκνα, το Μπάλουξ με Ντιμ Παπ Κυριακή μεσημέρι, και Βουρλιώτη τις Τετάρτες και δειλά δειλά τα πρώτα βήματα του Ακάνθους.

1998-2006. Η οχταετία που έμελε να θρέψει με γλυκές σκοτεινές εμπειρίες χιλιάδες σημερινούς 30άρηδες, ήταν συνυφασμένη με την ουρά στις πόρτες, την σπατάλη και τη λεζάντα. Καταστάσεις που σήμερα με δυσκολία μπορείς να περιγράψεις σε έναν 20χρονο και να τις κατανοήσει, αποτελούσαν τότε καθημερινότητα, αφού τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά και πίτα κάθε μέρα.

Η εβδομάδα ξεκινούσε Πέμπτη απόγευμα… Από νωρίς σε ένα σπίτι, παιδομάζωμα, παραγγελίες και μπάλα στην Νόβα ή τον Άλφα Ντίτζιταλ. Το πρι γκέιμ,  με τα πρώτα σπιτικά ποτά-δυναμίτες, αποτελούσε αναπόσταστο σημείο των άγριων νιάτων μας, πλέον μια γλυκιά ανάμνηση και σινάμα μια κακιά συνήθεια που πληρώσαμε κάπιοι ακριβά. Μιλάμε για πολύ ποτό, αλλά πάντα μέχρι εκεί, έως την επόμενη Πέμπτη και πάλι από την αρχή.

4 και 5.000 άτομα εντός του κλαμπ, κι άλλα χίλια να περιμένουν καρτερικά στην ουρά το σινιάλο από τους προτιέρηδες, την απόλυτη αρχή της εποχής. Όλα τα βαλάντια στον ίδιο χώρο. Για άλλους οι πόρτες άνοιγαν απ΄το πάρκινγκ, για άλλους 3 και 4 απόπειρες στο ίδιο βράδυ δεν ήταν αρκετές. Μηχανορραφίες και δικαιολογίες για μια θέση στον ήλιο, από το «ήμουν μέσα», μέχρι και το λάδωμα στο χέρι του προτιέρη (ταρίφα 5χίλιαρο, αργότερα 10χίλιαρο) που είχε γίνει σύστημα. Άγρια πράμματα.

Όπως και να ‘χει, σωστά ή λάθος, αυτή ήταν η πραγματικότητα την εποχή προ-Ολυμπιακών αγώνων. Μια συνεχής ψευδαίσθηση ευδαιμονίας, στα όρια της ματαιοδοξίας, που αναμφίβολλα στιγμάτισε τις εφηβικές και μετεφηβικές μας αναμνήσεις. Αν με ρωτήσεις τώρα, θα σου πω ότι είμαι ευτυχής που το έζησα κι επέζησα. Κάθε πράμα στον καιρό του κι ο κολλιός τον Αύγουστο.

Άλλη εποχή η σημερινή, άλλα δεδομένα, άλλα πρόσωπα, άλλες συνήθειες, άλλα στέκια και κυρίως άλλες τσέπες. Μια νοσταλγία που και που είναι αρκετή, για να σου θυμίζει πόσο μεγάλωσες, που πορεύεσαι και πως τα φέρνει ο καιρός. Η σκυτάλη είναι πλέον σε άλλα χέρια, μακάρι αξιότερα από τα δικά μας.