OPINIONS

Το όνειρο του ’87, η γενιά μας και ο Γκάλης στο μπαλκόνι του John’s

Η γενιά η δική μου είναι πολύ τυχερή. Και στον τρόπο που μεγάλωσε στην Ελλάδα και στο τάιμινγκ που μεγάλωσε.

Πολλοί 40ρηδες (συνομήλικοι μου δηλαδή) λένε με καημό «Αχ και να ‘μουν πάλι 20 ετών, να δεις τι θα γινόταν. Χαμός. Πόσα θα άλλαζα και τι επιλογές διαφορετικές θα έκανα». Οριακά ζηλεύουν όσους γεννήθηκαν το 1995 ή κάπου εκεί γύρω.

Αμ δε…

Αφήνω κατά μέρους πόσο πιο αθώα μεγαλώσαμε εμείς (και στα νότια προάστια και αλλού), με αλάνες, χωρίς κινητά, ανεμελιά και όλα αυτά που ξέρω ότι στους σημερινούς πιτσιρικάδες ακούγονται γλυκανάλατα.

Τρία πράγματα μόνο θα αναφέρω για να καταλάβετε τι εννοώ: Έχουν προλάβει οι 20αρηδες τον Μαραντόνα να κεντάει στο γήπεδο; Όχι. Τον Τζόρνταν να κάνει πράγματα που ούτε σε videogame, βλέπαμε ως τότε; Όχι.

Μήπως έχουν δει τον Γκάλη να σηκώνει ένα έθνος στην πλάτη του; Ναι ρε, τον Γκάλη. Ειδικά αυτόν. Όχι.

Ε, τότε σόρυ αλλά δεν ζηλεύω κανέναν 20αρη, 25αρη και 30αρη. Καλά να είναι τα (νεότερα) παιδιά, αλλά δεν του ζηλεύω στο ελάχιστο. Θα μου πείτε, τα είδαν μετά στο βίντεο. Δεν είναι το ίδιο και το ξέρετε. Θα πείτε πως πρόλαβαν (όπως και εγώ προφανώς) Διαμαντίδη, Σπανούλη, Παπαλουκά κτλ. Είδαν να σηκώνουμε την κούπα του Euroστην Πορτογαλία. Σύμφωνοι, δεν είναι στερημένη γενιά, αλλά η δική μου ήταν ευλογημένη γενιά. Πολύ απλά γιατί ζήσαμε εκείνη τη μαγική νύχτα της 14ης Ιουνίου του 1987.

Και εδώ στα νότια τη ζήσαμε ίσως λίγο πιο έντονα, καθώς το «ησυχαστήριο» της Εθνικής Ομάδας, ήταν στη Γλυφάδα, πέντε δρόμους από το σπίτι μου. Το θρυλικό “John’s”. Τι ησυχαστήριο δηλαδή, αφού επί 24ωρου βάσεως, όλο και κάποιος απλός οπαδός πήγαινε από εκεί, στην οδό Πανδώρας για να δει έστω για ένα λεπτό τα ινδάλματα του. 

Ο Γκάλης και η παρέα του ήταν άλλο πράγμα. Σε μία εποχή που η φράση «επιτυχία του ελληνικού αθλητισμού στα ομαδικά σπορ», ακουγόταν σαν ανέκδοτο, ήρθαν εκείνα τα παιδιά, να γράψουν το έπος του 1987, που έμελλε να αλλάξει τα πάντα γύρω μας.

Πιστεύω ακράδαντα πως αν δεν υπήρχε εκείνο το μυθικό Ευρωμπάσκετ, τίποτα από όσα ακολούθησαν στα σπορ της χώρας μας δεν θα είχε συμβεί. Ήταν η σπίθα για να ανάψει το φιτίλι των επιτυχιών, να πιστέψουμε στις δυνατότητες μας, να μη δεχόμαστε χωρίς απάντηση τις «σφαλιάρες».

Και όχι μόνο στα αθλητικά. Σε όλους τους τομείς ο Έλληνας ένιωσε ανάταση, η αυτοπεποίθηση του εκτινάχθηκε στα ύψη, άρχισε να καταλαβαίνει πως μπορούμε τα πάντα, αρκεί να το πιστέψουμε.

14 Ιουνίου 1987. Τι ευλογημένη ημερομηνία. Και τι τυχερός που ρούφηξα κάθε λεπτό εκείνης της ημέρας, από νωρίς το πρωί, ως νωρίς…το άλλο πρωί. Και τότε, όπως και σήμερα 14 Ιουνίου ήταν Κυριακή. 10 εκατομμύρια άνθρωποι ξύπνησαν με έναν κοινό στόχο. Να φτάσει το βράδυ και να βγουν στους δρόμους να πανηγυρίζουν την κατάκτηση του τροπαίου.

Είχα ετοιμάσει τα γούρια από το μεσημέρι, φυσικά πήγα για λίγο μπάσκετ το απόγευμα για να είμαι…έτοιμος, αλλά στο γήπεδο δεν πάτησα. Ένα από τα γούρια. Καλύτερα από μία άποψη, γιατί έζησα το ματς με την συγκλονιστική και σουρεαλιστική περιγραφή του Φίλιππου Συρίγου. Ειλικρινά μέχρι τη στιγμή που τελείωσε ο τελικός και ακούσαμε τη φωνή του Συρίγου να λέει «Η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια Ευρώπης», θυμάμαι τα πάντα. Όλο το ματς να στο πω καρέ-καρέ. Το τρίποντο του Γιοβάισα, το ριμπάουντ του Ταρακάνοφ, οι βόμβες του Βάλτερς. Από κει και μετά το απόλυτο κενό μνήμης και τα πιο έντονα συναισθήματα που έχω βιώσει ποτέ μέχρι και σήμερα.

Πήρα μία σημαία και βγήκα στους δρόμους της Γλυφάδας, χωρίς στόχο να πάω κάπου. Απλώς να γυρίζω στα στενά και να πανηγυρίζω με τον υπόλοιπο κόσμο, που φυσικά δεν ήξερα ούτε κατ’ όψιν. Τι σημασία είχε. Εκείνη τη στιγμή ήμασταν όλοι, ένα.

Ακόμη και τώρα θυμάμαι τις εικόνες αργά το βράδυ στο John’s, το οποίο σήμερα δε λειτουργεί, αλλά κρατάει καλά κρυμμένα μέσα στους τοίχους του, σκηνές απείρου κάλλους και στιχομυθίες που αγγίζουν τα όρια της μυθολογίας. Παραλήρημα. Ο Γκάλης στο μπαλκόνι να χαιρετάει το πλήθος σας αρχηγός κράτους. Ο Γιαννάκης να μην καταλαβαίνεις αν γελάει ή κλαίει με τον γνώριμο μορφασμό που κουβαλούσε ύστερα από την αγκωνιά του γίγαντα Τσατσένκο. Ο Φασούλας να θέλει να πηδήξει από το μπαλκόνι με τον Φιλίππου. Και όλοι εμείς, να μην ξέρουμε αν κοιμόμαστε και θα μας ξυπνούσε κάποιος να μας πει «Εντάξει παιδιά, καλά ήταν, πηγαίνετε τώρα σπίτι σας. Όνειρο ήταν».

Ναι, όντως ήταν όνειρο. Από εκείνα που δε θες να ξυπνήσεις ποτέ. Που προτιμάς να μείνεις για πάντα εκεί καθώς το χαμόγελο δεν έφευγε από τα χείλη σου.

Και τότε (ως έθνος) δεν είχαμε λεφτά, αλλά έστω για ένα βράδυ δε μας ένοιαζε. Είχαμε Γκάλη, Γιαννάκη, Φασούλα, Φάνη και τα άλλα παιδιά.

Απορώ μέχρι και σήμερα γιατί η 14η Ιουνίου δεν έχει ανακηρυχθεί εθνική επέτειος. Αργία. Ως ελάχιστο φόρο τιμής στην Επίσημη Αγαπημένη όλων των Ελλήνων. Πόσο κλισέ ακούγεται σήμερα αυτή η φράση. Και πόσο αληθινή ήταν τότε.