STORIES

Alpen Stube: η μπιραρία των νοτίων που άφησε εποχή

Αποτέλεσε την πρώτη αυθεντική μπιραρία της Αθήνας και αγαπήθηκε όσο ελάχιστα μαγαζιά.

Για την ιστορία της Bayern και του ιδιοκτήτη Κάρολου Λίταινα έχουμε μιλήσει εκτενώς εδώ. Σήμερα, εστιάζουμε σε ένα άλλο μαγαζί του κ. Λίταινα που άφησε εποχή, την Alpen Stube. Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά… γιατί αποφάσισε να ανοίξει μπιραρία;

 

“Κατάγομαι από την Γερμανία και ουσιαστικά έχω διπλή υπηκοότητα. Η μητέρα μου ήταν Γερμανίδα και μεγάλωσα εκεί. Στην Ελλάδα ήρθα για λίγο στα έξι μου μετά ξαναγύρισα πίσω και ήρθα πάλι μόνιμα εδώ στα είκοσι μου. Στην Γερμανία η μπιραρία είναι κάτι τρομερά διαδεδομένο, ακόμα και στο πιο μικρό χωριό υπάρχει μία μπιραρία, πάει και τελείωσε. Για αυτό και εγώ με το που τελείωσα τις σπουδές ήθελα πολύ να κάνω στην Ελλάδα την πρώτη αυθεντική μπιραρία.”

Τα πρώτα χρόνια της Alpen

Όταν άνοιξε η Alpen, ήμουν τυχερός γιατί είχε από την πρώτη ημέρα μία πάρα πολύ καλή πορεία, δεν υπήρξε ποτέ πτώση. Θυμάμαι έφερνα μπίρες από την Γερμανία, μερικές δεν υπάρχουν πια. Αυτό συνέβαινε γιατί όταν άνοιξα, άντε να βρήκα 8 εισαγόμενες μπίρες στην Ελλάδα. Ήταν μία εντελώς διαφορετική εποχή. Δεν έφταναν βέβαια και άρχισα να φέρνω και μόνος μου, μικροποσότητες όχι πολλά φορτηγά. Κάποια στιγμή βρέθηκα να έχω στην Ελλάδα 40 είδη μπίρας. Προς το τέλος, λίγο πριν το δώσω το μαγαζί το 1999, είχα φτάσει τις 100.”

 

Ποιοι άνθρωποι επέλεγαν την Alpen για την έξοδο τους

Γενικώς, είχα μεγάλη ποικιλία κόσμου, πραγματικά όλες οι ηλικίες έβρισκαν κάτι που να τους αρέσει. Θυμάμαι πως τα ρεζερβέ ήταν απίστευτα πολλά. Ο χρόνος αναμονής έφτανε πάνω από μία ώρα. Ερχόταν κόσμος από όλη την Αττική και θυμάμαι μου έλεγαν ‘μα έχουμε έρθει από την Κηφισιά, δεν υπάρχει κάτι λίγο πιο γρήγορα;’ αλλά, δε θέλω να με παρεξηγήσετε πως υπερβάλλω, πραγματικά δεν υπήρχε, δεν έπεφτε καρφίτσα. Για ένα μεγάλο διάστημα, δεν έκλεινε ποτέ το μαγαζί. Κάποιες στιγμές κλείναμε μόνο Τρίτες αλλά μετά το άνοιγα και τις επτά ημέρες της εβδομάδας. Δεν είχα ρεπό.”

Γιατί οι μπιραρίες δεν αποτελούν πια στέκι

“Κατά την γνώμη μου, είναι απλός κορεσμός, τίποτα άλλο. Είναι υπερκορεσμένο πια το επάγγελμα αυτό. Το κακό ποιο είναι, επειδή ένα διάστημα πήγαιναν απίστευτα καλά οι μπιραρίες, άνοιγαν όλοι μαγαζιά, όπου μπορεί να έβαζαν μέσα από σουβλάκια μέχρι δε ξέρω και εγώ τι, συν 10 είδη μπίρας και αυτό το βάφτιζαν μπιραρία. Πλέον, αυτός ο όρος κάνει τον κόσμο confused. Τι γίνεται ρε παιδιά σε ένα τέτοιο μαγαζί σήμερα; Κανείς δεν ξέρει. Επίσης,τότε ήταν κάτι το καινούριο για αυτό ερχόντουσαν από παντού. Πλέον, μία μπιραρία δεν είναι κάτι καινούριο είναι απλά ακόμα μία μπιραρία ανάμεσα σε χιλιάδες.

 

Οι πιο έντονες αναμνήσεις από την χρυσή εποχή του ’91 -’99

“Τι θυμάμαι πιο έντονα από τότε; Θυμάμαι πως είχα πολλή δουλειά! Περίμενες κάτι πιο νοσταλγικό ε; Και όμως…είχε φοβερή προσωπική εργασία και από το πρωί έως το βράδυ κυριολεκτικά, δε σταμάταγα καθόλου να δουλεύω. Να σκεφτείς πως είχα ένα κτήμα στο Λαγονήσι όπου είχα δικά μου προϊόντα μέσα και προμήθευα το μαγαζί. Ακόμα και η ντομάτα ήταν δικιά μου. Τα λαχανικά (τα εποχής γιατί δεν είχα θερμοκήπια) ήταν δικά μου. Θυμάμαι ακόμα και κάτι άλλο, να κοιμάμαι και να ξυπνάω με το μαγαζί στο νου. Πως θα γίνει καλύτερο το μαγαζί, αυτό σκεφτόμουν 24 ώρες το 24ωρο. Καλώς ή κακώς αυτό είχα στο μυαλό μου. Πως θα γίνει πιο όμορφο, πιο ελκυστικό…τι να λέμε τώρα ήταν ολόκληρη η ζωή μου.”  Με μία μικρή παύση, σα να αναπολεί “Καλή εποχή που δεν γυρνάει γαμώτο.”