STORIES

H νέα εποχή του ιστορικού Βαλέσα της Νέας Σμύρνης

Η Κατερίνα, η χρυσοχέρα κόρη του ‘Βαλέσα’ που άφησε εποχή στη Νέα Σμύρνη, μας μιλάει για τη νέα προσπάθεια τριών πρώην θαμώνων του ορίτζιναλ, της οποίας αποτελεί κομμάτι.

Από τη Νίκη Μπάκουλη

Το καλοκαίρι του 2014 οι Νεοσμυρνιώτες έβλεπαν σωρούς από πεσμένα, ξερά φύλλα και εικόνες εγκατάλειψης στο μέρος το οποίο είχαν συνδυάσει με τις λύπες, τις χαρές, τα ραντεβού, το κρασί με την παρέα, το κυριακάτικο οικογενειακό τραπέζι (όλη τους τη ζωή). Τον Σεπτέμβρη του 2014 ενημερώθηκαν πως ο “Βαλέσας” είχε βάλει λουκέτο.

Αυτό που ακολούθησε μπορεί να συγκριθεί μόνο με απώλεια ανθρώπου. Και όχι, δεν πρόκειται για υπερβολή. Ήταν πολλοί αυτοί που συγκινήθηκαν, που διηγούνταν ιστορίες από τον “αποθανόντα”. Οι περισσότεροι στις αφηγήσεις τους είχαν και κάποιον εκ των πρωταγωνιστών του Πανιωνίου. Όλοι θυμούνταν τη νιότη της. Πολλοί ήταν και οι… επικήδειοι που γράφτηκαν σε κάποια εκ των μεγαλύτερων media, από δημοσιογράφους που είχαν ξημερωθεί πολλάκις στις καρέκλες του και το Nou-pou.gr είχε τον τίτλο “Φίλε, έκλεισε ο “Βαλέσας” στο σχετικό κείμενο.  

Όπως συμβαίνει συνήθως, η ζωή προχώρησε. Ακολούθησε μια απόπειρα, με άλλο όνομα, άλλη διεύθυνση, άλλο mentality. Έπειτα από δυόμιση χρόνια μπήκε νέο λουκέτο. Τότε ήταν που τρία παιδιά από εκείνα που είχαν μεγαλώσει με τα φαγητά του “Βαλέσα” αποφάσισαν να αναβιώσουν το μύθο. Οι Μανώλης, Βαλέριος και Γιώργος είχαν περάσει ατελείωτες ώρες από τη ζωή τους στο εμβληματικό μέρος της πόλης τους, στην πλατεία Άνοιξης (στο Google maps θα τη βρεις ως Πλατεία Ηρώων Κύπρου). Όταν έμαθαν πως το μαγαζί είναι προς ενοικίαση, έκαναν το βήμα μπροστά. Πριν ολοκληρώσουν τη διαδρομή, είχαν στο όχημα την κόρη του “Βαλέσα”, Κατερίνα. Αλλά ας σου τα πει η ίδια.

‘Το μαγαζί αυτό υπάρχει από το 1979. Τότε το άνοιξε ο μπαμπάς‘. Μια στάση εδώ: ο μπαμπάς της Κατερίνας λέγεται Θανάσης Πανούσης. Αν ρωτήσεις στη Νέα Σμύρνη να σου πουν αν ξέρουν κάποιον με αυτό το όνομα, οι πιθανότητες είναι να μην ξεπεράσουν τις 10 οι σωστές απαντήσεις. Αν πεις, όμως, “Βαλέσας” άντε να ‘ναι 10 αυτοί που δεν μπορούν να κάνουν τη σύνδεση, στην πόλη των +100.000 κατοίκων.

Το “Βαλέσα” του το κόλλησαν οι φίλοι του. Έμοιαζε με τον Λεχ Βαλέσα (γελάει), με τα μαγουλάκια και το μουστάκι του.

‘Για να καταλάβεις, μέχρι σήμερα μου λένε “είσαι η κόρη του Βαλέσα; Κανείς δεν μου ‘χει πει “είσαι η κόρη του Θανάση”!

Ναι, η ομοιότητα είναι αυτή που μπορείς να φανταστείς.

‘Το 1979 “ήμασταν το μοναδικό φαγάδικο στη Νέα Σμύρνη με σουβλάκι, μπριζόλα, κοντοσούβλι, κοκορέτσι, όσα έφτιαχνε ο μπαμπάς. Ήταν μερακλής και τα έκανε όλα μόνος του. Με φρέσκα κρέατα και προσωπική δουλειά. Για χρόνια συνήθιζε τα σαββατοκύριακα -που είχε δουλειά και πολλή προετοιμασία- να κοιμάται εδώ, σε ένα κρεβάτι που είχε βάλει στο υπόγειο. Δεν προλάβαινε να έλθει σπίτι.

Δούλευε, ξεκουραζόταν για κάνα μισάωρο και συνέχιζε. Μιλάμε για τρελή δουλειά. Όλα τα έφτιαχνε μόνος του: το γύρο, τα καλαμάκια, τα πάντα. Το βασικό είναι πως αγαπούσε αυτό που έκανε. Ας πούμε ερχόσουν στη 01.00 που είχε μαζέψει τη φωτιά και του έλεγες “θέλω να φάω”. Εκείνος την ξανάνοιγε. Δεν τον ένοιαζε η κούραση. Ήθελε να ικανοποιεί τους ανθρώπους που έρχονταν εδώ”.

Ο κύριος Θανάσης είχε εργαστεί για πάρα πολλά χρόνια ως μάγειρας στον “Παπανδρέου”, θρυλικό μαγεριό στο κέντρο της Αθήνας -το αρχαιότερο οινομαγειρείο της Αθήνας, με έτος ίδρυσης από το 1898. Όντας Νεοσμυρνιώτης, όταν βρήκε την ευκαιρία -τη γνωστή γωνία-, την άρπαξε.

‘Η επιτυχία ήταν άμεση και έτσι από το ενοίκιο, ο πατέρας μου αγόρασε το χώρο. Χρωστάμε τα πολλά στους διοικούντες την ομάδα μπάσκετ του Πανιωνίου, με πρώτο τον Παύλο Κορκίδη. Αυτοί μας έκαναν γνωστούς παντού’

Ο Μάκης Δενδρινός έκανε τα πάντα για εμάς. Έκανε εδώ όλα του τα ραντεβού. Εδώ έφερνε τους παίκτες στη λήξη της σεζόν, εδώ “άνοιγε” η σεζόν, στα τραπέζια μας υπέγραψε ο Φάνης Χριστοδούλου το συμβόλαιο του, όπως και πολλοί άλλοι παίκτες της ομάδας. Ότι συμφωνία γινόταν τότε στον Πανιώνιο, γινόταν εδώ

Παρέα με πολλά πιάτα καλό φαγητό. Ώσπου ο κύριος Θανάσης εμπνεύστηκε το γεμιστό μπιφτέκι, που εκτεινόταν σε όλο το -μεγάλο- πιάτο. Αυτό πέρασε στην ιστορία ως το μπιφτέκι του Φάνη Χριστοδούλου “γιατί το ξεκίνησε με εκείνον. Ο Φάνης πρωτοήλθε στο μαγαζί, όταν ήταν 16 χρόνων”. Μάντεψε ποιοι έτρωγαν εκεί το ’87; Ναι, ο Γκάλης, ο Γιαννάκης και τα άλλα παιδιά.

Η Κατερίνα πρωτοδούλεψε (για το χαρτζιλίκι) για τον πατέρα της, όταν ήταν 11 χρόνων. “Με έβαζε πάνω σε ένα τελάρο από μπύρες, γιατί δεν έφτανα στην ψησταριά, και μου έλεγε “ψήσε δέκα σουβλάκια”. Όποιο έκαιγα ή όποιο δεν το έψηνα καλά, το… πλήρωνα από τα χρήματα που μου έδινε”.

Έτσι έμαθε να ψήνει σαν κι εκείνον. “Όταν είχε δουλειά, με πήγαινε στη λάντζα. Τότε δεν υπήρχαν πλυντήρια. Τα πλέναμε όλα στο χέρι. Μιλάμε για παλαβή δουλειά”. Έμαθε όμως, να δουλεύει. “Εργάζομαι σε κουζίνα από τα 19 που παντρεύτηκα. Δεν πήγα ποτέ σε σχολή. Εκεί έμαθα, με δάσκαλο τον πατέρα μου. Βέβαια, ήμουν τυχερή γιατί μου άρεσε και το “είχα”.

Το 2014 ένα πρόβλημα υγείας οδήγησε τον “Βαλέσα” στο να αποχωρήσει. “Είχε κουραστεί, είχε και ένα πρόβλημα υγείας και έπρεπε να σταματήσει. Αλλιώς θα είχε θέμα. “Βγήκε” στη σύνταξη και το ανέλαβε ο αδελφός μου, ο οποίος όμως, δεν ήθελε να επωμιστεί την ευθύνη. Εγώ δεν μπορούσα να το αναλάβω, γιατί μου ζητούσαν πολλές χιλιάδες ευρώ ως υπεραξία και φτάσαμε στο λουκέτο. Αλλά τώρα τα παιδιά το αναβίωσαν”. Βουρκώνει.

“Επειδή είμαι εδώ, ζω εδώ, έχω μεγαλώσει εδώ, το άσχημο κομμάτι ήταν η περίοδος που ακολούθησε του κλεισίματος. Δεν περνούσα από εδώ. Αν ήθελα να πάω στο super market που είναι δίπλα, έκανα το γύρω και πήγαινα από πίσω. Ήταν πολύ άσχημη εποχή, με πολύ ψυχοπλάκωμα”. Θυμάται ακόμα τον κόσμο που τη σταματούσε στο δρόμο και της έλεγε “γιατί κλείσατε;” με δάκρυα.

Τώρα λέει στον πατέρα της να έλθει -από την Πρέβεζα όπου ζει μόνιμα- να δει το παιδί του (εντός και εκτός εισαγωγικών).

”Μου απαντάει πως αν έλθει, θα πεθάνει έξω από το μαγαζί. Δούλεψε πολλά χρόνια για να κάνει ότι έκανε. Και το όνομα και τα πάντα. Φοβάται τη συγκίνηση που θα νιώσει”.

Αν σκεφτείς πως την ημέρα που άνοιξε ξανά το μαγαζί “Στου Βαλέσα” ένας άνδρας έκλαιγε πάνω από το πιάτο του, αντιλαμβάνεσαι πώς μπορεί να νιώσει ο ίδιος ο “Βαλέσας”.

Ρωτάω τον Γιώργο (εκ των ιδιοκτητών) πώς αποφασίστηκε η αναβίωση. “Ήταν και το επαγγελματικό κομμάτι, αλλά και το συναισθηματικό. Από τα δέκα άτομα που είμαστε εδώ, οι επτά έχουμε περάσει από το μαγαζί και κάποιοι μείναμε εδώ για τα καλά. Το “παραθυράκι-σουβλάκι-άραγμα στην πλατεία ήταν το τρίπτυχο της καθημερινότητας μας, για χρόνια. Ο Βαλέριος ήταν εκείνος που πήρε την πρωτοβουλία και ακολουθήσαμε”.

Αυτό που ήθελαν να επιτύχουν ήταν “να προσφέρουμε καλή ποιότητα κρεάτων, σε καλές τιμές. Δεν θέλαμε να κοπιάρουμε το αυθεντικό. Θέλαμε όμως, να δώσουμε την ίδια ποιότητα και να μπορεί η γειτονιά να βγαίνει περισσότερες από μια φορές, το μήνα. Από την αρχή είπαμε πως στις προτεραιότητες μας είναι να ξαναδώσουμε ζωή σε αυτήν τη γωνία”.

Άνοιξαν στις 22/2. “Στην αρχή ήλθαν φίλοι, γνωστοί, συγγενείς, αλλά αμέσως στήθηκαν παρέες που έρχονται και ξαναέρχονται”.

Όσο τα παιδιά ετοίμαζαν το μαγαζί “πολύς κόσμος που περνούσε, σταματούσε, μας ρωτούσε με ενδιαφέρον τι ετοιμάζουμε και μας έκανε τις προτάσεις του. Το ήθελαν πιο φωτεινό από την προηγούμενη εκδοχή, με πιάτα που να θυμίζουν τα παλιά”. Δηλαδή, καλά κρέατα και λίγα συνοδευτικά. Παρεμπιπτόντως, να σου πω ότι στην κουζίνα, μαζί με την Κατερίνα είναι και δυο ακόμα πρώην θαμώνες, οι Κώστας και Μπέσυ.

Στου Βαλέσα” μπορείς να απολαύσεις μπριζολάκια (που είναι το πιάτο που έχει τη μεγαλύτερη πέραση), μπιφτεκάκια, λουκάνικα χωριάτικα, φιλέτο κοτόπουλο, κοντοσούβλι χοιρινό, κοντοσούβλι κοτόπουλο και “μπάσταρδη ποικιλία” (με λουκάνικα, μπιφτέκια και μπριζολάκια). Όλα αυτά θα στα σερβίρουν στη λαδόκολλα.

Για να μην πλένουν πιάτα; “Ακριβώς (γελάει ο Γιώργος). Έχω ρίξει τόση λάντζα σε αυτό το μαγαζί που είπα “φτάνει”. Βέβαια, για το μαγαζί μου θα το έκανα και θα το ξαναέκανα με ευχαρίστηση. Θα ήθελα να πω επίσης πως όποιος έρχεται μπορεί να καταλάβει πως τίποτα εξ όσων σερβίρουμε είναι κατεψυγμένο ή προκάτ. Είναι όλα φρέσκα και προφανώς γιατί επιστρέφει ο κόσμος”.

Από ορεκτικά, υπάρχουν δέκα πράγματα, μετρημένα. Απλές γεύσεις που θα σε γυρίσου στα παιδικά σου χρόνια, αλλά και ιδιαίτερα πιάτα όπως το “καριολίκι” (ντομάτα, φέτα, πιπεριά και καυτερό μυστικό) ή οι πιπεριές του Βαλέσα (με παστουρμά και κεφαλοτύρι). Αν θες και μια σαλάτα, υπάρχουν τέσσερις επιλογές. Τώρα, ως προς το πόσο θα σου στοιχίσει μια επίσκεψη “μια τετραμελής οικογένεια μπορεί να φάει καλά, με λιγότερα από 40 ευρώ”. Θα φας και παγωτό μηχανής ή ένα κομμάτι γλυκό από αυτά που φτιάχνει η Κατερίνα.