STORIES

Η κατολίσθηση τμήματος της ακτής της Καστέλλας το 1930

Στις 5 Φεβρουαρίου του 1930 τα ξημερώματα δονήστικε όλη η περιοχή της Ακτής Κουντουριώτου. Ο λόγος; Η κατολίσθηση της ακτής της Καστέλλας.

Η έκταση γης που μεσολαβεί σήμερα από τον παραλιακό δρόμο της Καστέλλας μέχρι τη θάλασσα, στην Ακτή Κουντουριώτου, είναι μεγάλη κι αυτό οφείλεται στις επιχωματώσεις που έγιναν μεταγενέστερα.
Πλέον κάτω από τον παράλιο δρόμο έχουν κατασκευαστεί εγκαταστάσεις θαλάσσιων λουτρών (πλαζ), πισίνες, μικρά γήπεδα ποδοσφαίρου, καφετέριες, μέχρι και θερινός κινηματογράφος. Και η είσοδος του Σηραγγίου (Σπηλιάς του Παρασκευά) από παραθαλάσσια έφτασε να απέχει εκατό μέτρα από τη θάλασσα.
Το 1930 όμως στο ίδιο σημείο, στη Σπηλιά του Παρασκευά, η θάλασσα απείχε ελάχιστα ενώ ένα μεγάλο κομμάτι γης αιωρείτο μετά τον παράλιο δρόμο, τριάντα μέτρα πάνω από τη θάλασσα.
Τα ξημερώματα της 5ης Φεβρουαρίου του 1930 μεγάλη βοή δόνησε όλη την περιοχή της Ακτής Κουντουριώτου. Ο κόσμος πετάγεται έντρομος από τα κρεβάτια του φωνάζοντας “σεισμός, σεισμός”.
Ένα μεγάλο σύννεφο σκόνης απλώθηκε και κάλυψε σαν πέπλο όλη εκείνο το τμήμα την ακτογραμμής της Καστέλλας πάνω από τη Σπηλιά του Παρασκευά.
Το θέαμα που σταδιακά εμφανίζεται είναι απίστευτο. Ένα σημαντικό τμήμα εδάφους, που υπήρχε μετά τον παράλιο δρόμο, είχε αποσπαστεί και είχε καταβυθιστεί στη θάλασσα η οποία από το δειλινό της προηγούμενης ημέρας ήταν φουρτουνιασμένη και τα κύματά της κτυπούσαν σκληρά την απότομη ακτή.
Πολύς κόσμος συνέρρευσε επί τόπου για να δει τι συνέβη.  Το έδαφος από τη θάλασσα μέχρι τον παράλιο δρόμο είχε διαιρεθεί σε μεγάλα τμήματα, τα οποία το ένα ύστερα από το άλλο κατέρρεε.
Επί 6 ώρες η γη υποχωρούσε πέφτοντας τμηματικά προς τη θάλασσα, όμοια με τα παγόβουνα που διαλύονται και χάνουν σταδιακά μεγάλα κομμάτια που αποσπούνται και βουτάνε στο νερό. Κάθε φορά ο θόρυβος της κατακρήμνισης τεράστιων βράχων και χωμάτων συνοδευόταν από τη βοή του πλήθους για αυτό που έβλεπε να συμβαίνει.
Ειδικοί και μη, αστυνομία από τη στεριά και βαρκάρηδες από τη θάλασσα, προσέγγιζαν όσο μπορούσαν, για να δουν ανθρώπους που πιθανόν να βρίσκονταν θαμμένοι μέσα σε τόνους χωμάτων.
Ο μηχανικός Ιμπρίαλος και το αρχιτέκτονας Κουτσούρης εξήγησαν τα αίτια της καταστροφής.
“Ο μηχανικός που έφτιαξε το μικρό παράλιο δρόμο της Καστέλλας το 1890, είχε διαγνώσει ότι η συγκεκριμένη έκταση δεν στεκόταν καλά και την είχε στηρίξει τον δρόμο με τοιχοποιία στην εξωτερική του πλευρά. Και αυτά τα προστατευτικά μέτρα ήταν αρκετά για να τον κρατάνε τριάντα μέτρα πάνω από το έδαφος. Είχε επιπλέον θέσει και προστατευτικά κρηπιδώματα στην εξωτερική πλευρά της έκτασης που αιωρείτο.  Όμως με τις αλλεπάλληλες βροχές τα υποστυλώματα δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν το αφόρητο βάρος και υποχώρησαν.”
Η ακτή μετά την κατακρήμνιση παρουσίαζε ένα θέαμα τραγικό. Τα σπίτια ψηλά πάνω, που είχαν θεμελιωθεί κοντά στον δρόμο και που τα περισσότερα ήταν πολυτελείς επαύλεις κινδύνευαν!

Οι ίδιοι μηχανικοί επίσης εκτίμησαν ειδικά για τρεις θαυμαστές και αξιοζήλευτες οικίες, που κινδύνευαν να καταστραφούν εάν συνεχιζόταν η κατολίσθηση. Του Καλλιμασιώτη (αποθανόντος προέδρου της Λιμενικής Επιτροπής), του εφοπλιστή Λύρα και του Τσοκαρόπουλου.
Εκτός όμως από αυτά απεφάνθησαν ότι και όλη η παραλία βρίσκεται σε κίνδυνο καθώς δεν στηρίζεται παρά μόνο σε ολίγους βράχους φαγωμένους κι αυτούς από τη θάλασσα. Στην καθίζηση συντελούσε και η γεωλογική σύσταση του εδάφους της περιοχής, το οποίο αποτελείτο από άθροισμα βράχων μεταξύ των οποίων είχαν εισχωρήσει ξένα γεωλογικά στρώματα τα οποία εμποτισμένα από τα νερά των βροχών, συντελούσαν στη χαλάρωση της γης.
Ανάμεσα στους μηχανικούς και στους γεωλόγους που είχαν σπεύσει, βρίσκονταν και πολλοί μηχανικοί της εταιρείας “ΠΑΟΥΕΡ” διότι από τον παράλιο δρόμο διερχόταν το τραμ.
Στο σημείο βρέθηκε και ο τότε Δήμαρχος Πειραιά Τάκης Παναγιωτόπουλος.
Ύστερα από γεωλογική μελέτη διαπιστώθηκε ότι οι επαύλεις του παράλιου δρόμου δεν κινδύνευαν καθώς το έδαφος στο οποίο είχαν θεμελιωθεί ήταν διαφορετικό από εκείνο που είχε κατακρημνισθεί.
Ένας δημοσιογράφος της εφημερίδας “Ημερήσιος Τύπος” (φ. 5.2.1930), που δηλώνει γνώστης της περιοχής, καταγράφει σε άρθρο του* τα εξής:
“Θυμάμαι πολλά χρόνια πριν, τον καιρό που ήμουν ακόμα μαθητής στον Πειραιά, που μας πήγαιναν περίπατο στην Καστέλλα. Αποτραβηγμένος στους βράχους που ξεφυτρώνουν από τη θάλασσα, παρατηρούσα την απόκρημνη ακτή. Είχε φαγωθεί από τη θάλασσα. 
 
Και επειδή στην ιδιαίτερη πατρίδα μου είχα δει να γκρεμίζονται ολόκληρα βουνά στη θάλασσα όπως στο πέρασμα του χρόνου ο μανιασμένος βοριάς σηκώνοντας πελώρια τα κύματα τα έριχνε στις απόκρημνες ακτές έκανα το συλλογισμό. Θα πέσει κάποτε και η Καστέλλα και θα έχουμε ντράβαλα. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν μάλιστα τόσα σπίτια, όπως σήμερα στο χείλος της ακτής. Λιγοστές ήταν οι βίλες των πλουσίων που είχαν την ευτυχία να υψώσουν ένα παλατάκι εκεί και να αγναντεύουν τον Σαρωνικό, ήσυχο κι ακύμαντο το πλείστον όπως δεν τον πειράζουν οι “δυνατοί καιροί”. Τότε το κακό που θα συνέβαινε δεν θα ήταν μεγάλο.

Όταν όμως, με το πέρασμα του χρόνου, είδα τα μέγαρα, τα σπίτια να υψώνονται στην απόκρημνη ακτή, να μοιάζουν σαν πύργοι έτοιμοι να αποκρούσουν τους κουρσάρους επιδρομείς, κάθε φορά που περνούσα από την Καστέλλα ένιωθα ένα χτυποκάρδι. Και να που δεν βγήκα γελασμένος…
 
Και θα είμαστε Ανατολίτες περισσότερο από ότι φαινόμαστε, αν δεν φροντίσουμε αντί να κλαίμε τα πεσμένα “τείχη της Ιεριχούς” να στερεώσουμε την ακτή με όλα τα νεώτερα μηχανικά μέσα ώστε να παύσει η ακτή της Καστέλλας να κατολισθαίνει.”   
Την αμέσως κιόλας ημέρα (6 Φεβρουαρίου) η κατολίσθηση της ακτής θα περάσει στα “ψιλά” των εφημερίδων, καθώς θα ανακοινωθεί η ανακήρυξη της Αλίκης Διπλαράκου ως της ωραιότερης γυναίκας της Ευρώπης, είδηση που θα μονοπωλήσει για πολύ καιρό τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.
Παρά τη κατολίσθηση τα μέτρα που πάρθηκαν ήταν ελάχιστα και πρόχειρα. Το πρόβλημα επιλύθηκε όταν ο Δήμαρχος Μιχάλης Μανούσκος θα διαμορφώσει το γνωστό “ρομαντικό περίπατο” της Καστέλλας, έργο που αποδόθηκε στους Πειραιώτες λίγο πριν από την κήρυξη το Ελληνο-ιταλικού πολέμου. Όλη η διαδρομή κατά μήκος της Ακτής Κουντουριώτου, πρώην Λεωφ. Βασιλέως Παύλου (νυν Α. Παπαναστασίου), υποστυλώθηκε.
Την περίοδο της δεκαετίας του ’70 σε όλο το μήκος της ακτής έγιναν μεγάλες επιχωματώσεις και προστέθηκαν νέα έργα στήριξης.
Έρευνα – Επιμέλεια: Στέφανος Μίλεσης, Πρόεδρος Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς
Πηγή:
 http://pireorama.blogspot.gr/