INTERVIEWS

Ο Γιώργος Μπούγας είναι ο μεγαλύτερος σταρ του (δικού μας) σινεμά

Ξεκίνησε να δουλεύει σε σινεμά επειδή του άρεσε το σινεμά. Ο υπεύθυνος του Cinepolis, Γιώργος Μπούγας, όταν μιλάει για κινηματογράφο μιλάει για τους ανθρώπους μέσα στην αίθουσα, όχι για τις ταινίες.

Λογικό. Ο Γιώργος Μπούγας, άλλωστε, δουλεύει στο Cinepolis από την πρώτη ημέρα που άνοιξε τις πόρτες του. “Ήταν 21 Μαρτίου του 1997. Και παίζαμε τον Άγγλο Ασθενή, αν θυμάμαι καλά”. Έκτοτε πέρασαν 20 χρόνια στο ίδιο πόστο. “Του υπεύθυνου” τον ρωτάω. “Του μπαλαντέρ” μου απαντάει. “Έτσι με βλέπω. Κάνω λίγο από όλα. Όπου χρειαστεί. Εισιτήρια, ταμείο, μπαρ. Μόνο με τους υπολογιστές δυσκολεύομαι. Για αυτό και αν κολλήσει το σύστημα, σηκώνω τα χέρια ψηλά”.

Σπίτι χωρίς Γιώργο

Μαζί του συνεχίζουν και 2-3 συνεργάτες από την πρώτη ημέρα. Και άλλοι που πέρασαν, έφυγαν, έμειναν. Κάποιοι συμπληρώνουν 10 χρόνια στη Ζησιμοπούλου, συνθέτοντας την ομάδα του Cinepolis. Με τον Γιώργο Μπούγα στο ρόλο του “πάτερ φαμίλια”. Δεν είναι εύκολη δουλειά. “Ακούς συνέχεια “Γιώργο αυτό, Γιώργο εκείνο…” μου εξηγεί. Δεν χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια για να τον πιστέψω. Την ώρα της συνέντευξης, μπροστά στη γυάλινη τζαμαρία, το διαπίστωσα από πρώτο χέρι. Ένα δυνατός γδούπος από μια καλοβαλμένη ηλικιωμένη -από αυτές που βάζουν τα καλά τους όταν βγαίνουν από το σπίτι- πήγε να πέσει από το κάθισμα στην αίθουσα αναμονής. Λίγο αργότερα περνούσαν πελάτες που τον χαιρετούσαν. Ένας κοντοστάθηκε και τον ρωτούσε για το “Νεμπράσκα”. Στη συνέχεια σηκώθηκε γιατί υπήρχε ένα πρόβλημα στο μπαρ. Επέστρεψε μετά από λίγα δευτερόλεπτα, με το ίδιο ανήσυχο βλέμμα, να επιβλέπει το χώρο, το “σπίτι του”.

Το Cinepolis είναι η δεύτερη του εμπειρία στον κινηματογράφο. Η πρώτη ήταν το “Άστορ” απέναντι από το Αττικόν στο κέντρο. Εκεί έπιασε δουλειά το 1996. Μονός κινηματογράφος, με τρία μόλις άτομα προσωπικό. Κι αυτός στο ταμείο. Γιατί σινεμά, όμως; “Γιατί σκεφτόμουν ότι θα βλέπω τα έργα. Μου άρεσε πολύ ο κινηματογράφος και αυτό έπαιξε ρόλο. Εμείς μεγαλώσαμε αλλιώς. Η πρώτη έξοδος στην πλατεία Νέα Σμύρνης και μετά σινεμά, σινεμά, σινεμά. Ήταν ο τρόπος διασκέδασης γα μας” γύρισε το χρόνο πίσω. Και τώρα; “Τώρα, πρέπει να είμαι μόνιμα έξω. Το “Γιώργο” που λέγαμε. Μπαίνω να δω κάποιες σκηνές στα “κλεφτά” και ιντριγκάρομαι. Πλέον βλέπω ταινίες στο ρεπό μου. Στο σινεμά, όχι σε DVD. Οι προτεραιότητες μου έχουν αλλάξει, φαντάζομαι και του περισσοτέρου κόσμου. Τι να πρωτοκάνεις και σε ένα ρεπό; Πολλές φορές κάθομαι και σπίτι. Όταν βλέπεις τόσο πολύ κόσμο, χρειάζεται και λίγο την απομόνωση. Αν πετύχω, όμως, κάποια καλή ταινία θα τη δω οπωσδήποτε”.

Το να έχει άποψη για τις ταινίες, ωστόσο, είναι μέρος της δουλειάς του. Όπως ο κύριος που τον ρωτούσε για τον “Νεμπράσκα”. “Ρωτάνε την άποψη μου. Όταν δεν έχω δει μια ταινία, περιμένω την ανταπόκριση από τους πελάτες. Αυτοί είναι ως ο πιο βασικός κριτής και πάντα φροντίζουμε να παίρνουμε feed-back από τον κόσμο” μου εξηγεί.

Ψέμματα, πάντως, δεν θα πει. “Αν έχει πρωτοβγεί το έργο, δεν θα πω κάτι που δεν ξέρω ή κάτι που δεν πιστεύω. Όπως επίσης δεν θα πω σε κάποιον να πάει να κάτσει κάπου, που δεν θα καθόμουν εγώ.Θέλουμε αυτή την τιμιότητα. Υπάρχουν και άλλα σινεμά, υπάρχουν και άλλες δραστηριότητες, δεν θέλουμε να τους πάρουμε τα λεφτά. Για αυτό και δεν έχουμε πια πελάτες. Έχουμε θαμώνες”.

“Στο Cinepolis δεν είμαστε απρόσωποι”

Αυτό το “πως σας φάνηκε το έργο”, που λέγαμε, είναι πολλές φορές η αρχή. Όποια κι αν είναι η ερώτηση, για τον Γιώργο Μπούγα, ο άνθρωπος είναι η απάντηση. Δίνει μεγάλη βάση στις ανθρώπινες σχέσεις. Για αυτό και όταν ακούς μια απλή “καλησπέρα” από τη μπάσα φωνή του, καθώς κόβει τα εισιτήρια που του δίνεις, αισθάνεσαι ότι την εννοεί. “Δεν κάνουμε έναν τυπικό έλεγχο. Φαντάζομαι ότι σε όλους αρέσει να βλέπουν μια υποδοχή. Να αισθάνονται ότι υπάρχει μια παρουσία. Όχι μόνο για να ακούσει μια “καλησπέρα”, αλλά για να ξέρει που θα απευθυνθεί. Δεν ανοίγουμε τις πόρτες απλά για να φύγουν.

Προσεγγίζουμε αρκετό κόσμο με χιούμορ. Είναι το καλύτερο όπλο. Μέσα από αυτό έρχεται και η άνεση. Για όσους τη θέλουν. Είναι σημαντικό, όμως, να σε γνωρίζουν, να σε ξέρουν, να υπάρχει επαφή. Δεν είμαστε ένα απρόσωπο multiplex. Έχουμε κάνει γνωριμίες, φιλίες, κουβέντες, συζητήσεις για τα προσωπικά μας. Αυτό δεν είναι το σημαντικό; Να έρχεται ο άλλος και να σε χτυπάει στην πλάτη”;

Μέχρι και παντρείες έχουν προκύψει. Ένας συνάδελφος του Γιώργου γνώρισε την μετέπειτα κοπέλα του (και γυναίκα του) στο σινεμά. Το σκούντημα και το ψιθυριστό “ήρθε-ήρθε” έγινε πρόταση για καφέ και η πρόταση για καφέ έγινε πρόταση γάμου. Τσάμπα βγήκε η έκφραση “αυτά συμβαίνουν μόνο στις ταινίες”;

Στον κινηματογράφο όλα επιτρέπονται. Και όλα γίνονται. Εξάλλου το “σινεμά είναι μια διαδικασία” μου τονίζει και συμφωνώ απόλυτα. Καθόμαστε στην αίθουσα αναμονής, μπροστά από τη τζαμαρία βλέποντας έξω το δρόμο και θυμήθηκα τη δικιά μας ιεροτελεστία. Να τελειώνει το έργο, ο καθένας να βγαίνει στην είσοδο με το δικό του ρυθμό και να καταλήγουμε γύρω από το πεζούλι. Τσιγάρο, ο κόσμος που περνάει και κουβέντα για το έργο. “Βλέπεις κάτι για 2,5 ώρες και μετά μιλάς για αυτό. Το σινεμά έχει διάρκεια”.

Συζητάμε για την οικονομική κρίση που έχει ρίξει την κίνηση, αλλά και τις προσφορές που την έχουν βοηθήσει (“η Τετάρτη έχει γίνει ένα μικρό Σάββατο” μου λέει – αναφερόμενος στο εισιτήριο των 4.5 ευρώ) και την πειρατεία. “Είναι πρόβλημα. Βλέπουμε ότι τα έργα που απευθύνονται σε μικρότερες ηλικιες δεν πιάνουν. Όπως έγινε με τον “Τζακ Ράιαν” πρόσφατα. Όλοι είπαν καλά λόγια, αλλά η ταινία δεν τράβηξε. Κυρίως γιατί απευθύνεται σε ηλικίες που “κατεβάζουν”. Έργα, όμως, όπως το “Νεμπράσκα”, ο “Λύκος της Wall Street” ή το “Μικρά Αγγλία”, που είναι για άλλες ηλικίες, πάνε πραγματικά πολύ καλά. Το κοινό περιμένει να τις ευχαριστηθεί στη μεγάλη οθόνη”.

Έχει διώξει κόσμο; “Ναι, όποιον προκαλέσει. Δεν θέλουμε να σώσουμε το δέντρο – τον έναν δηλαδή – και να χάσουμε το δάσος” υπογραμμίζει και γίνεται πιο συγκεκριμένος: “Εγώ για παράδειγμα τρελαίνομαι για animation. Αν είμαι μόνος μου, θα απομονωθώ σε κάποια γωνία της αίθουσας. Δεν θα δώσω στόχο να καθίσω ανάμεσα στα παιδάκια. Εμείς, όμως, όταν δούμε κάποιον να μπαίνει μόνος του, τον παρακολουθούμε. Όχι λόγω φάτσας, απλά επειδή είναι μόνος του. Μπορεί να είναι ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου, αλλά εμείς κάθε φορά που μπαίνουμε να ελέγξουμε θα παρατηρήσουμε που κάθεται. Υπήρχε περίπτωση που κάποιος ξεκίνησε εδώ, μετά πήγε εκεί και μετά παραδίπλα. Γιατί να καθίσουν εκεί και όχι πίσω που είναι συνήθως άδεια στα παιδικά έργα; Ε, λοιπόν, έφυγε πετώντας. Σε κάποια πράγματα δεν χωράνε καλοσύνες”.

Το πρόσωπο του έγινε αυστηρό, αλλά χαλαρώνει και πάλι. Πολλές φορές χρησιμοποιεί τη λέξη “φιλοξενία”. Σωστη λέξη. Οπότε η σχέση πελάτη-κινηματογράφου, τουλάχιστον στα μάτια του, δεν είναι τυπική. Είναι ουσιαστική. Μου περιγράφει με τη βοήθεια μιας ιστορίας. “Ένας κύριος είχε παρεξηγηθεί επειδή είχα πει στο παιδί του “δώσε μου το εισιτήριο σου καμάρι μου” και θυμάμαι μου είχε απαντήσει μεταξύ σοβαρού και αστείου “δεν είναι το δικό σας καμάρι, είναι το δικό μου”. Ναι, αλλά αν εμείς που εργαζόμαστε εδώ δεν υποδεχτούμε και δεν φερθούμε στα παιδιά σας, σαν να είναι τα δικά μας καμάρια, πως θα μας τα εμπιστευτείτε”; Έχει δίκιο.

“Μέχρι και όπλο μου έχουν βγάλει”

Η δουλειά σε έναν κινηματογράφο δεν είναι εύκολη. Καταρχήν οι ώρες. “Εργάζεσαι τις ώρες που ο κόσμος γεύεται, είναι έξω, διασκεδάζει. Δεν μπορείς να γευτείς αυτό που γεύεται όλος ο κόσμος” απαντάει, χωρίς όμως ίχνος παραπόνου στις λέξεις του. Το θετικό της δουλειάς; “Παρόλο που είσαι κάθε μέρα στον ίδιο χώρο, οι παραστάσεις είναι διαφορετικές. Δεν είσαι πίσω από ένα γραφείο”.

Υπάρχουν φυσικά και τα απρόοπτα. Οργισμένοι πελάτες που βρίζουν, φασαρία για μια θέση, θεριακλήδες που θέλουν να καπνίσουν μες στις αίθουσες (!) και ξαφνικά ο Γιώργος Μπουγάς και οι συνάδελφοι του πρέπει να κάνουν και τους σεκιούριτι. Σε αυτές τις περιπτώσεις προσπαθεί να λειτουργήσει με ψυχραιμία και ευγένεια. “Το πιστεύω… Και ο Σβαρτζενέγκερ να είσαι, τα λόγια σφάζουν καλύτερα. Χτυπάνε στο φιλότιμο” προσθέτει με ήρεμη φωνή.

Μου επιβεβαιώνει τα λεγόμενα του με μια ιστορία. “Μια παρέα ηλικωμένων, πρέπει να ήταν 60-65, πήγε να ανέβει με το ασανσέρ. Εγώ καθόμουν στα σκαλιά και έκοβα τα εισιτήρια. Τους βλέπω και τους λέω ‘έχετε την καλοσύνη να έρθετε να κόψετε τα εισιτήρια’; Με έβρισαν χυδαία, μου είπαν ότι πρέπει να πάω εγώ γιατί είναι η δουλειά μου. Τους απάντησα ‘ευχαριστώ πολύ για την κατανόηση, επειδή βλέπετε ότι κάθομαι και δεν έχω δουλειά’. Τι έκαναν; Με “στόλισαν” με ύβρεις και μου πέταξαν τα εισιτήρια στη μούρη. Τελικά ντράπηκαν τόσο πολύ, που ήρθαν και μου ζήτησαν συγγνώμη. Έκτοτε έχουμε πολύ καλές σχέσιες, υπάρχει εγκαρδιότητα κάθε φορά που έρχονται στο σινεμά”.

Έχει δει, όμως και χειρότερα. “Μέχρι και όπλο μου έχουν βγάλει”. Μένω άφωνος. “Ήταν ένας εφοπλιστής, σίγουρα πιωμένος, με τον μπράβο του, ένα ντερέκι με μουστάκι” συνεχίζει. “Ο εφοπλιστής, λοιπόν, νόμιζε ότι δεν θέλουμε να του κόψουμε εισιτήρια επίτηδες. Βγήκα έξω από το γκισέ και ο μπράβος μπήκε στη μέση. Μου έβαλε το χέρι στο στήθος για να με ελέγχει. Αλλά τι να με ελέγχει; Εμένα τα πόδια μου γόνατα μου χτυπούσαν σαν κλακέτες εκείνη τη στιγμή. Περισσότερο μπήκε στη μέση για να με προστατεύσει” καταλήγει γελώντας.

Η νύχτα που δεν θα ξεχάσει ποτέ; “Ήταν η 25η Μαρτίου του 1998 όταν μια θεομηνία είχε πλήξει την Αθήνα. Όλο το προσωπικό έμεινε εδώ. Και αρκετοί πελάτες. Δεν είδαμε ταινία, γιατί ο μηχανικός ήταν από τους ελάχιστους που τόλμησαν να φύγουν. Έφτασε σπίτι του στον Παπάγου μετά από τέσσερις ώρες, έχοντας διανύσει -μες στον πανικό του- τη μισή Βουλιαγμένης στο αντίθετο ρεύμα. Ευτυχώς είχαμε φορτίσει τη γεννήτρια και έτσι τη βγάλαμε. Στις 10.00 το πρωί ανεβήκαμε στην ταράτσα. Δεν θα το ξεχάσω… Ένα αυτοκίνητο ήταν κομμένο στη μέση κι η πυροσβεστική έκοβε δέντρα.

Κατά τα άλλα κυλάει ήρεμα η ζωή εδώ…”

Lost and found

Πριν πολλά χρόνια θυμάμαι είχαμε πάει Cinepolis και μετά για φαγητό. Όταν επέστρεψα στο αυτοκίνητο για να φύγω κατάλαβα ότι τα κλειδιά έλειπαν από την τσέπη μου. Η πρώτη -ψύχραιμη- αντίδραση που είχα ήταν να πάω στον κινηματογράφο, μπας και μου έχουν πέσει εκεί.

Οι προβολές είχαν τελειώσει, αλλά στο κυληκείο ήταν ανοιχτό ένα μικρό φως. Ήταν -θυμάμαι- ο Γιώργος Μπουγάς, ο οποίος περίμενε. Του περιγράφω τη μικρή μου περιπέτεια, για να πάρει το λόγο: “Δεν μπορεί κανείς να φανταστεί τι πράγματα έχουν χαθεί τόσα χρόνια”.

Δηλαδή; “Τα τελευταία 2 χρόνια έχουμε βρει τουλάχιστον 80 iPhone. Πορτοφόλια, κλειδιά από BMW, Cherokee, κλειδιά σπιτιού, χρήματα, μέχρι και μπανάνα με όπλο έχουμε βρει – άνηκε σε έναν αστυνομικό” λέει με καθησυχαστικό ύφος και μου εξιστορεί διάφορες περιπτώσεις, για τον έντρομο κύριο που τον έπιασε από το μπράτσο φωνάζοντας “τα λεφτά μου”, για την κοπέλα που ξύπνησε στις 03.00 για να την ενημερώσει ότι έχει αυτός το πορτοφόλι της, ή τον κύριο που είχε ξεχάσει τα κλειδιά του και αναγκάστηκε να μείνει σε ξενοδοχείο. “Στενοχωρήθηκα πολύ. Όχι γιατί έμεινε σε ξενοδοχείο, αλλά γιατί δεν είχε κανέναν να τον περιμένει σπίτι” συμπληρώνει. Μιλάμε για χαμένα αντικείμενα και ο Γιώργος Μπουγάς πάει τη συζήτηση στους ανθρώπους.

Ναι, αλλά δεν είχαμε βρει απάντηση στην πιο σημαντική ερώτηση. Για αυτό και άλλαξα θέμα: “Τελικά το σινεμά θέλει ποπ-κορν”;

“Θέλει μπαρ! Είτε είναι ποπ-κορν, είτε νάτσος. Ο Έλληνας απέχει από τους άλλους λαούς. Θέλει το διάλειμμα του. Το διάλειμμα τη μικρή ταινία την επιμηκύνει και τη μεγάλη την κάνει πιο “ξεκούραστη”. Οι Έλληνες έχουμε συνηθίσει έτσι. Να βλέπουμε κάτι και να μασουλάμε. Για αυτό βλέπουμε ότι ο κόσμος πλαισιώνει το μπαρ” μου εξηγεί και μου δείχνει ότι ο κόσμος που έχει αρχίσει να έρχεται, μαζεύτηκε σε εκείνο ακριβώς το σημείο.

Ποπ-κορν, όμως, τρώει; “Ναι, θα πάρω. Αλλά δεν θα το φάω όλο, θα το μοιραστώ. Έχω μπουχτίσει από τη μυρωδιά”. Η ίδια μυρωδιά που μου έχει σπάσει τη μύτη εκείνη την ώρα.

Του ζητάω να γυρίσει πίσω το χρόνο και τις μπομπίνες. Ποιες ταινίες έχει ξεχωρίσει όλα αυτά τα χρόνια από την άποψη της ανταπόκρισης του κόσμου. Ξεκινάει από τον Τιτανικό, για τον οποίο θυμόταν ακριβώς την ημέρα που “άνοιξε” (28/1/1998), προσθέτοντας ότι “ήταν τζόκερ για όλα τα σινεμά”. Και συνεχίζει: Avatar, οι 300, Safe Sex, o Γάμος αλά ελληνικά που έπαιξε για 19 συνεχόμενες εβδομάδες.

“Είμαι όρθιος, είμαι καλά και χαμογελάω”

Η κουβέντα επιστρέφει στον άνθρωπο: στον Έλληνα, στον (νεο)Έλληνα του σήμερα. “Έχει χαθεί το ανθρώπινο στοιχείο σε όλες τις δουλειές. Πας στην τράπεζα και μιλάνε μεταξύ τους στον πληθυντικό. Αυτό μας έφαγε. Το χρηματιστηριακό. Οι γραβατωμένοι” παίρνει φόρα και συνεχίζει: “Δεν φταίνε για την καθημερινότητα μας οι 300. Μ’ αυτά που βλέπω κάθε μέρα, φταίμε κι εμείς οι ίδιοι. Εμείς είμαστε αυτοί που βάζουμε τρικλοποδιές. Για να πετύχουμε το δικό μας. Το λέω και το εννοώ: άνθρωποι σαν και εμάς δυσκολεύουμε τη ζωή μας, την καθημερινότητα μας. Ποιοι είναι στο δημόσιο δηλαδή; Οι 300; Καθημερινοί απλοί άνθρωποι. Ή στις εταιρίες; Το λέω για να το ακούσω κι εγώ ο ίδιος. Για αυτό όταν με ρωτάνε τι κάνω απαντάω: είμαι όρθιος και είμαι καλά. Και χαμογελάω”.

Τον διακόπτω. Του εκμυστηρεύομαι ότι τόσα χρόνια νομίζαμε ότι αυτός είναι ο ιδιοκτήτης και τον ρωτάω αν αντιλαμβάνεται πως ο κόσμος των νοτίων προαστίων έχει βάλει το δικό του ως πρόσωπο σε έναν κινηματογράφο. “Ναι, το νιώθω. Και δεν ξέρω τι πρέπει να πω, εκτός από ένα μεγάλο ευχαριστώ. Πολλοί νομίζουν ότι είναι δικό μου το σινεμά και με φέρνουν σε δύσκολη θέση. Μου είχαν πει μάλιστα ‘κάποιος θα έτρεχε τόσο πολύ, μόνο αν ήταν δική του η επιχείρηση’. Δεν είναι έτσι, όμως. Έτσι κάνει κάποιος που πονάει τη δουλειά του. Και του αρέσει. Εγώ και τα υπόλοιπα παιδιά θέλουμε να είναι όλοι ευχαριστημένοι. Το σινεμά είναι ένας χώρος διασκέδασης. Δεν είναι μαυσωλείο. Έρχεσαι για να ξεχάσεις και να ξεχαστείς. Ο κόσμος απευθύνεται συνήθως στο πιο οικείο πρόσωπο. Και καμιά φορά έχουν την άνεση να του τα χώσουν κιόλας. Δεκαεφτά χρόνια είναι αυτά”

Σίγουρα δεν είναι τυχαίο ότι τόσοι άνθρωποι έχουν μείνει για τόσα χρόνια στην ίδια δουλειά. “Δεν θα γινόταν αυτό αν δεν ήταν τα αφεντικά μας καλοί άνθρωποι. Αν δεν υπήρχε καλή συνεργασία. Για αυτό κι εμείς το βλέπουμε σαν δική μας επιχείρηση”.

Επιμένω για την ιδιότητα του ως “πρόσωπο” του Cinepolis. Άρχισε να κοκκινίζει, πριν ακόμη ξεκινήσει να αφηγείται την ιστορία του. “Ήταν δύο παιδιά, τα είχα δει να μεγαλώνουν, αρχικά με διαφορετικές παρέες και στη συνέχεια να έρχονται χεράκι-χεράκι. Χάθηκαν, όμως. Για τέσσερα χρόνια δεν τους είχα δει. Ηρθαν πάλι πέρσι και μου είπαν ότι είχαν πάει μαζί για σπουδές στην Αγγλία και αυτό ήταν το πρώτο καλοκαίρι που έμειναν για καιρό στην Ελλάδα. Όταν ήρθαν στο σινεμά μου είπαν: ‘με που σας είδαμε καταλάβαμε ότι πατάμε στην Ελλάδα και στη Γλυφάδα’. Έμεινα άναυδος”.

Αυτό δεν σημαίνει local hero; Ο Γιώργος Μπουγάς είναι τέτοιος. Θα τον βρείτε στο Cinepolis. Όρθιο. Να είναι καλά. Και να χαμογελάει.

Φωτογραφίες: Κατερίνα Αυγερινού