INTERVIEWS

Δημήτρης Μάζης: “Θέλω να έχω πάντα απάντηση στις ερωτήσεις των αθλητών μου”

Ο προπονητής της ανδρικής ομάδας υδατοσφαίρισης της Γλυφάδας (ΑΝΟΓ) μιλάει για τις επιτυχίες της ομάδας του, την καριέρα του ως προπονητής, τα χρόνια του πρωταθλητισμού και αποκαλύπτει γιατί ενώ μένει Παπάγου νιώθει, υπέρ το δέοντος, Νότιος.

Τρία χρόνια στον ΑΝΟΓ, ως προπονητής πόλο της Γλυφάδας. Θα μπορούσαμε να κάνουμε ένα μίνι απολογισμό των επιτυχιών της ομάδας under 19 και των ανδρών υπό την καθοδήγησή σου; 

Είναι η τρίτη μου χρονιά στη Γλυφάδα. Η ομάδα των αντρών αποτελείται από παιδιά που είναι κάτω των 19 ετών. Οπότε έχουμε χτίσει μία πολύ καλή χρονιά στο Under 19 και η Γλυφάδα πριν από 1 χρόνο περίπου πανηγύρισε το πρωτάθλημα στους under 19. H Γλυφάδα πανηγύρησε πρωτάθλημα σ’ αυτήν την κατηγορία μετά από 20 χρόνια. Φέτος έγινε το σερί των 3 πρωταθλημάτων σ’ αυτή την ηλικία.Στους άντρες η πρώτη μου χρονιά ήταν πάρα πολύ καλή σε αποτελέσματα καταφέραμε η ομάδα να βγει τρίτη και να μπει και στο Champions league, οι επόμενες δύο χρονιές η παρουσία μας ήταν και καλή και κακή, τερματίσαμε στην έβδομη θέση η οποία δεν ήταν ό,τι καλύτερο για την ομάδα αλλά ταυτόχρονα από το σύλλογο έφυγαν κάποιοι αθλητές που ανδρώθηκαν στην Γλυφάδα. Κάποιοι ήταν  από την Ακαδημία της Γλυφάδας και κάποιους τους πήραμε σε πολυ μικρή ηλικία οι οποίοι άνοιξαν τα φτερά τους και πήγαν σε μεγαλύτερα σωματεία ή σε ξένους συλλόγους. Αυτό από τη μία είναι ένα παράσημο για τη Γλυφάδα ότι καταφέρνει να βγάζει παίκτες παγκοσμίου επιπέδου από την άλλη είναι στενάχωρο γιατί δεν μπορούμε να τους κρατήσουμε.

Το ελληνικό πόλο παρά τα προβλήματα πάει καλά… Μπορούμε να πούμε ότι προστίθεται τώρα ως μία ακόμα δύναμη και η Γλυφάδα;

Θα μπορούσαμε, ναι! Αλλά δεν είναι  μια εύκολη διαδικασία. Είναι δύσκολη και χρονοβόρα. Γιατί πρέπει να επενδύσεις σε νέους και να κάνεις πλάνα τριετίας. Γιατί όταν παίρνεις ένα παίχτη 15-16 χρονών χρειάζεται τουλάχιστον 3 χρόνια για να μπορέσει να δείξει αυτό που μπορεί να κάνει. Αυτό κοστίζει και σε χρόνο και σε χρήμα. Ουσιαστική βοήθεια δεν υπάρχει από κανέναν παρά μόνον από το ίδιο το σωματείο και τους ανθρωπους του αλλά αυτό που χαίρομαι είναι ότι είναι σωματείο νοικοκυρεμένο. Πριν από μένα ήταν ο Μάκης Βολτυράκης. Ένας άνθρωπος που εκτιμώ πολύ. Ήμασταν για λίγο συναθλητές, έπαιξα στον Εθνικό έχοντας αυτόν προπονητή παίζοντας το καλύτερο πόλο και οι γνώσεις που πήρα κοντά του με ακολουθούν και σαν άνθρωπο και σαν προπονητή. Τον ευγνωμονώ για ότι μου έχει προσφέρει. Και ήταν αυτός που με πρότεινε στην Γλυφάδα.

Πώς έχει σμιλέψει το δικό σου χαρακτήρα ο ρόλος σου ως προπονητής;

Το να είσαι αθλητής με το να είσαι προπονητής είναι δυο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Το να γίνω προπονητής ήταν κάτι που δούλεψα στο κεφάλι μου αρκετά. Δεν έγινα αμέσως. Όταν σταμάτησα την καριέρα μου έμεινα 2 χρόνια ως τεχνικός διευθυντής. Σαν προπονητής έχεις ευθύνη για πάρα πολλά πράγματα. Καταρχάς πέραν του τεχνικού και του αγωνιστικού μέρους πρέπει να λειτουργείς και ως παιδαγωγός ειδικά όταν έχεις να κάνεις με παιδιά, πρέπει να εμφυσήσεις στους αθλητές σου κάποια στοιχεία πέραν της πειθαρχίας και του ομαδικού πνεύματος, πρέπει να τους δώσεις να καταλάβουν ότι αυτό που κάνουν πρέπει να το χαίρονται.  Ίσως το μεγαλύτερο λάθος που μπορείς να υποπέσεις ως προπονητής είναι να ξεχάσεις ότι ήσουν αθλητής. Από τη μία πρέπει να «σκοτώσεις» τον αθλητή μέσα σου αλλά όχι τελείως γιατί πρέπει να καταλάβεις και την ψυχολογία του παίκτη. Γιατί πρέπει να συναισθάνεσαι τον αθλητή σου και να του δώσεις κίνητρο. Αυτό είναι πολύ δύσκολο και είναι ένας καθημερινός αγώνας. Ο πρωταθλητισμός δεν σταματάει για κανέναν. Ούτε για τους προπονητές ούτε για τους αθλητές πρέπει κάθε μέρα να γίνεσαι καλύτερος, κάθε μέρα έχεις ένα καινούριο challenge. Είμαι από τους τυχερούς ανθρώπους που πάνε κάθε μέρα στη δουλειά τους ευχάριστα. Μ’ αρέσει που θα δω τα παιδιά μου, που θα τους μιλήσω, θα κάνω προπόνηση, θα δούμε πώς θα βελτιωθούμε, θα κάνω στο σπίτι ανάλυση των αγώνων. Είναι μία δουλειά πολύπλευρη που έχει να κάνει με αθλητές και για μένα –για να παινέψω και λίγο το σπίτι μου- θεωρώ ότι οι αθλητές της υδατοσφαίρισης είναι μια πάστα ξεχωριστή, οι περισσότεροι από τους παίκτες μου τελειώνουν το Πανεπιστήμιο, είναι ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Επειδή μάλιστα τα περισσότερα παιδιά τα αναλαμβάνω λίγο πριν τελειώσουν το σχολείο και μέχρι και αφού περάσουν στο Πανεπιστήμιο ζω μαζί τους και το άγχος αλλά γίνομαι και εγώ παιδί μαζί τους.

Η νίκη ή η ήττα είναι μεγαλύτερο μάθημα για σένα;

Δεν είμαι υπέρ αυτών των υπεραπλουστεύσεων στον αθλητισμό. Γιατί υπάρχουν ήττες από τις οποίες μπορείς να μάθεις πολλά πράγματα, ήττες από τις οποίες δε μαθαίνεις τίποτα. Νομίζω η ανάλυση του κάθε αγώνα ξεχωριστά είναι αυτό που έχει αξία. Κάθε αποτέλεσμα έχει το λόγο του. Αν μπορέσεις να βρεις για ποιο λόγο γίνεται, θα προχωράς πάντα μπροστά.

 Τι πιστεύεις ότι έχεις δώσει εσύ ως προπονητής στην ομάδα για να φέρετε αυτά τα αποτελέσματα;

Ένας προπονητής για να είναι καλός πρέπει να βλέπει το άθλημά του συνολικά. Αν θέλεις να λέγεσαι καλός προπονητής πρέπει να καλύψεις όλο το φάσμα της προπονητικής και αυτό είναι πολύ μεγάλο. Ατομική τεχνική και τακτική, ομαδική τακτική, ψυχολογία, με οργάνωση. Εγώ δε θα περιαυτολογήσω για να σου πω αν είμαι καλός ή δεν είμαι. Θα σου πω μόνον ότι προσπαθώ να καλύψω όλο το φάσμα που έχει η δουλειά μου και εκείνο που θέλω να κάνω είναι να έχω πάντα απάντηση στις ερωτήσεις των αθλητών. Απάντηση τεκμηριωμένη, πειστική και αληθινή. Και αυτός είναι ο δρόμος για να σε σέβεται ο αθλητής σου. Θα σε σεβαστεί πρώτα απ’ όλα για τις γνώσεις σου και μετά για το αν είσαι καλός άνθρωπος. Οι αθλητές είναι και λίγο σκληροί. Αν καταφέρεις να σε σεβαστούν για τις γνώσεις έχεις καταφέρει πάρα πολλά. Από εκεί και πέρα πρέπει να έχεις προσωπική επαφή με τους αθλητές σου, να μιλάς μαζί τους για τα προβλήματά τους, να σε εμπιστευτούν, να σου ανοιχτούν… Αυτό θέλει δουλειά και όχι μόνον κατά τη διάρκεια της προπόνησης. Είναι μέρος της δουλειάς μου να έχω προσωπικές σχέσεις με τους αθλητές μου ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Και με όλους μαζί και με τον καθένα ξεχωριστά. Τους παρακολουθώ κιόλας τους παίκτες μου. Ακόμα και στα social media. Κυρίως για να τους γνωρίζω καλύτερα μέσα από τις εξωαθλητικές τους δραστηριότητες.

Τι σε έχει συγκινήσει στους αθλητές σου;

Είμαι πολύ υπερήφανος για τους παίκτες μου. Και αυτό που με συγκινεί είναι ότι στο τέλος της σεζόν με τις αγωνιστικές υποχρεώσεις μας, ρωτάνε τη διοίκηση αν είναι όλα οκ με τον προπονητή  και αν θα συνεχίσω να τους προπονώ. Και αυτό με κάνει υπερήφανο γιατί στο βάθος κάποιων χρόνων οι προπονητές “καίγονται” στα μάτια των αθλητών. Τους έχουν απομυθοποιήσει. Εμείς είμαστε ήδη 3 χρόνια μαζί με τα παιδιά, με καθημερινή τριβή και όταν λένε καλά λόγια στη διοίκηση για μένα, με συγκινεί.

Tι αναπολείς από την αθλητική σου καριέρα;

Εκείνο που μου λείπει είναι καθημερινά πράγματα. Η απόλαυση του φαγητού όταν έκανα αθλητισμό, ας πούμε. Ο τρόπος που τρώγαμε  όταν κάναμε τόσες ώρες προπόνηση είναι εντελώς διαφορετικός. Τρώγαμε όσο θέλαμε. Τώρα αν συνεχίσω να τρώω με τον τρόπο που έτρωγα θα γίνω 200 κιλά! Αυτό είναι ένα λάθος που κάνουν πολλοί πρώην αθλητές που συνεχίζουν να τρώνε όπως έτρωγαν όταν έκαναν πρωταθλητισμό με αποτέλεσμα να παίρνουν βάρος. Ένα άλλο που μου λείπει είναι η παρέα των αθλητών, οι πλάκες αλλά η αλήθεια είναι ότι έχω κρατήσει την ίδια παρέα μέχρι σήμερα οπότε ούτε αυτό μου λείπει ουσιαστικά. Βέβαια εκείνες οι εποχές ήταν αλλιώς.

Ποια είναι η παλιοπαρέα;

Ο Βλοντάκης, ο Κοκκινάκης, ο Ρέππας, ο Γιώργος Αφρουδάκης, ο Νίκος Στελλάτος, ο Φώτης Μπλάνης, ο Κωνσταντίνος Δάνδολος. Ήμασταν σε ομάδες που κάναμε παρέα. Μεγαλώνοντας αλλάζει λίγο το τοπίο, γιατί κάναμε οικογένειες και την ανεμελιά που είχαμε στα 20 και στα 30 δεν μπορεί να την έχεις.

Παρόλο ότι έχεις μεγαλώσει στου Παπάγου, πολύς κόσμος σε έχει στο μυαλό του σαν Νότιο…

Και εγώ νιώθω νότιος σ’ ένα μεγάλο βαθμό. Γιατί βρέθηκα στη Βουλιαγμένη σε πολύ μικρή ηλικία στα 14 μου οπότε είχα καθημερινά τη διαδρομή Παπάγου –Βουλιαγμένη για την προπόνηση και όταν τελείωσα το σχολείο έμεινα μόνιμα κάτω λόγω των προπονήσεων. Έζησα εκεί από τα μέσα της δεκαετίας του 90 μέχρι το 2004 όπου και αποχώρησα από τη Βουλιαγμένη. Μία περιοχή που σήμερα είναι τελείως διαφορετική.

Τι έχει αλλάξει στη Βουλιαγμένη;

Έχει πολύ περισσότερο κόσμο τόσο η Βουλιαγμένη όσο και η Γλυφάδα. Τότε ήταν εξοχική περιοχή. Το χειμώνα στην πλατεία της Βουλιαγμένης δεν υπήρχε άνθρωπος στις 9 η ώρα το βράδυ. Μόνο ένα περίπτερο ήταν ανοιχτό με 2-3 γραφικούς που έκαναν πλάκα και το Σλούρπ που το βράδυ δεν είχε άνθρωπο. Το καλοκαίρι άλλαζε η εικόνα. Όμως ακόμα και η Γλυφάδα ήταν τελείως διαφορετική στις αρχές του 2000. Τα προάστια αυτά έχουν γιγαντωθεί. Υπάρχει πάρα πολύς κόσμος. Δε θα πω αν ήταν καλύτερα τότε από τώρα. Είναι ανθρώπινο  να αναπολείς τα περασμένα χρόνια σου, ιδιαίτερα όταν ήσουν 20 χρονών και να σου φαίνονται καλύτερα.

Ποια είναι τα στέκια σου στα νότια;

Τα στέκια μου έχουν αλλάξει από τότε μέχρι σήμερα. Τώρα αν βρεθώ στη Βουλιαγμένη θα πάω στο Rumors που το έχουν δύο παλιοί φίλοι και συναθλητές ο Άγγελος και ο Αλέξης.

Όταν τελειώσεις μία έντονη προπόνηση με τους παίκτες σου και είσαι τσιτωμένος, ποια νότια διαδρομή θα πάρεις για να χαλαρώσεις;

Η διαδρομή από τη Βουλιαγμένη μέχρι το Σούνιο ήταν η αγαπημένη μου όταν ήμουν αθλητής και παραμένει μέχρι σήμερα. Υπήρχαν πολλές φορές που τελείωνα την προπόνηση και πήγαινα από την Βουλιαγμένη μέχρι τα Καλύβια έτρωγα εκεί με ένα συμπαίκτη μου και γυρνούσα. Ακόμα και μόνος μου την έκανα. Δεν την κάνω τόσο πια. Τώρα, λόγω και οικογένειας θα γυρίσω σπίτι. Αν έχω χρόνο θα πιω έναν καφέ με τους φίλους στη Γλυφάδα ή στη Βουλιαγμένη.

Και τα ρομαντικά ραντεβού στα νότια πού τα έδινες;  

Πιο πολύ σε μαγαζιά που πήγαινα με τις παρέες μου. Όπως το μικρό Mercedes. Στη Βουλιαγμένη, στο Αγνάντι και το Σλουρπ. Στη Γλυφάδα ήταν η εποχή της οδού Ζησιμοπούλου με Egomio, Cosi … Tώρα όλα αυτά άλλαξαν.

 Στο άθλημα μπήκες λόγω της αγάπης σου για τη θάλασσα;

Όχι. Καταρχάς θέλω να ξεχωρίσουμε την πισίνα από τη θάλασσα.  Είναι τελείως διαφορετικό. Εγώ έχω μεγαλώσει ωστόσο στη θάλασσα. Από μικρός θυμάμαι τα καλοκαίρια μου να είμαι σε μία θάλασσα και να κολυμπάω. Εγώ ασχολήθηκα αρχικά με την κολύμβηση λόγω του αδελφού μου. Ήμουν αρκετά καλός κολυμβητής και πανελληνιονίκης αλλά το άθλημα της κολύμβησης ήταν μονότονο για μένα και δε μου ταίριαζε. Έτσι μεταπήδησα στο πόλο. Ο λόγος που πήγα στη Βουλιαγμένη ήταν ο Γιάννης Γιαννουρής γιατί του άρεσαν οι γρήγοροι αθλητές. Έτσι μίλησε στον πατέρα μου και πήγα στην ομάδα το καλοκαίρι του 1991.

Ήξερες όμως από την αρχή ότι θα γίνεις πολίστας;

Όχι, εγώ όταν ήμουν μικρός ήθελα να γίνω πιλότος μαχητικού. Ο αθλητισμός προέκυψε. Προφανώς και μου άρεσε και άρχισα να ονειρεύομαι μέσα από το άθλημα μου, να θέλω να φέρνω νίκες, να παίξω στην Εθνική ομάδα.

Τις κόρες σου τις έχεις προσανατολίσει στο άθλημά σου;

Και οι δύο πέρασαν από την πισίνα. Η μεγάλη δεν τρελάθηκε. Η μικρή που είναι 5 χρόνων τρελαίνεται με την κολύμβηση. Εγώ στο μυαλό μου δε θέλω οι κόρες μου να ασχοληθούν με το πόλο γιατί δεν μου αρέσουν τα γυναικεία αθλήματα που έχουν σωματική επαφή. Δεν είναι θηλυκά. Αλλά αυτή είναι η δική μου άποψη. Αν εκείνες θέλουν να παίξουν πόλο, εγώ θα είμαι δίπλα τους.

Τι μπαμπάς είσαι;

Ασχολούμαι πολύ με τις κόρες μου. Έχω χάσει τη μπάλα μαζί τους. Έχουν καταφέρει να με χειραγωγούν και να με τουμπάρουν. Είναι μια καθημερινή μάχη και αυτή.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδια σου;

Η Γλυφάδα είναι υποχρεωμένη να συνεχίσει στον ίδιο δρόμο που έχουμε χαράξει. Να προσελκύσουμε νέους καλούς παίκτες και να τους κάνουμε καλύτερους και ιδανικά και να τους κρατήσουμε. Για να ανεβάσουμε κι άλλο το επίπεδο μας και να διεκδικήσουμε τίτλους και στους άντρες. Στις ακαδημίες της Γλυφάδας είμαστε σε ένα σημείο που πρέπει να επανασχεδιάσουμε τους στόχους μας μετά από μία επιτυχημένη τριετία. Είναι μια διαδικασία δύσκολη και δημιουργική. Ο προγραμματισμός είναι αυτός. Εγώ σαν Δημήτρης είμαι προπονητής της Γλυφάδας και θέλω να συνεχίσω να βρίσκομαι εκεί.