INTERVIEWS

Γιάννης Παραγυιός: Ο “πατέρας” του γλυφαδιώτικου μπάσκετ

Το να συζητάς για μπάσκετ με έναν άνθρωπο που σου λέει ότι έπαιξε για πρώτη φορά το 1973 είναι κάπως ‘ιδιαίτερο’. Γιατί ο Γιάννης Παραγυιός δεν ξέρει απλά την ιστορία του ελληνικού μπάσκετ, αλλά είναι αναπόσπαστο κομμάτι της. Ο πρώτος παίκτης που από επίπεδο τοπικού συλλόγου μεταγράφηκε σε ομάδα πρωταθλητισμού και έπαιξε στην εθνική αντρών, συνδετικός κρίκος μεταξύ των παικτών του 1970 και της χρυσής γενιάς του 1987, σήμερα 40 χρόνια μετά συνεχίζει να υπηρετεί το άθλημα. Παίκτης, προπονητής, παράγοντας η θέση του είναι απλά στο ελληνικό μπάσκετ.

“Η πρώτη μου επαφή με το μπάσκετ ήταν το 1973. Με φώναξε ένας συμμαθητής μου από το σχολείο, ο Γιάννης Ζερίτης, και μου είπε ‘έλα να παίξεις μπάσκετ’. Έτσι, με πήραν στην Γλυφάδα στους παμπαίδες, εδώ στον ΑΝΟ. Τότε που ξεκίνησα εγώ μιλάμε για ένα πολύ διαφορετικό άθλημα. Βασικά τολμώ να πω μιλάμε για ένα άλλο άθλημα. Η ευτυχία είναι ότι είχαμε ένα κλειστό γήπεδο μόνοι μας και έτσι κάναμε καλύτερη προπόνηση απ’ άλλους συλλόγους που είχαν ανοιχτά γήπεδα. Και τώρα κοίτα να δεις πόσο τούμπα έχουν έρθει τα πράγματα! Πλέον είναι πολυτέλεια το κλειστό. Είναι πάρα πολλές οι ομάδες, πάρα πολλά τα τμήματα σε όλη την χώρα που τα παιδιά το βλέπουν το κλειστό σπάνια. Αυτή είναι και η μεγάλη ανάγκη του αθλήματος σήμερα. Χρειάζονται καινούργιες εγκαταστάσεις σε όλη την χώρα”.

 

 “Εδώ η περιοχή έχει μια πολύ μεγάλη μπασκετική ιστορία. Η βάση των Αμερικάνων και η ύπαρξή τους στην περιοχή σαφέστατα βοήθησε στην εξάπλωση του αθλήματος. Γιατί είχαμε μια καλύτερη εικόνα. Παίζαμε πολλές φορές μαζί τους και βλέπαμε ότι είχαμε κι εμείς περιθώρια βελτίωσης. Γιατί πολύ απλά παίζαμε με καλύτερους. Μας άρεσε αυτό και μας ιντρίγκαρε, είναι βασικό στοιχείο της εξέλιξης στο μπάσκετ. Πάντα οι στόχοι σε κάνουν καλύτερο. Παίζαμε τα μονά μας, τα διπλά μας και θέλαμε να κερδίζουμε. Το βοήθησε πολύ το μπάσκετ. Εδώ σκέψου ότι ομάδες της Α1 πήγαινα και έπαιζαν μαζί τους στην Βάση, όχι μόνο εμείς που ήμασταν τότε ερασιτέχνες και απλά λόγω γειτονιάς είχαμε γνωστούς και μας έβαζαν μέσα”.

 

Σαν παίκτης είχα την τύχη να βρεθώ στο ίδιο παρκέ με πολύ σπουδαίους παίκτες. Ξεκινάω με τον Γκάλη και τον Γιαννάκη. Τον Φάνη, τον Φασούλα. Τους είχα συμπαίκτες στην εθνική αλλά και αντιπάλους. Δεν πρόλαβα παλαιότερους παίκτες όπως ο Τρόντζος, ο Γκούμας, ο Κολοκυθάς, ο Καλιγκάρης που έχω ακούσει και ξέρω ότι ήταν σπουδαίοι μπασκετμπολίστες. Όμως ξέρεις τι είναι το σημαντικό: όλοι αυτοί έχουν αφήσει το δικό τους αποτύπωμα στο ελληνικό μπάσκετ. Δεν θα πω λοιπόν απλά για τον Νίκο Γκάλη που ξέρουμε όλοι τι είναι, δεν θα μιλήσω για το μυαλό του Παναγιώτη Γιαννάκη, την αξία και το ταλέντο του Φάνη, την άμυνα του Φασούλα. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο καθένας έχει βάλει την σφραγίδα του για να γίνει το ελληνικό μπάσκετ αυτό που είναι. Μιλάμε για τεράστιους παίκτες. Είχα την χαρά και την τύχη να τους έχω για πολλά χρόνια και συμπαίκτες και αντιπάλους και επειδή αντιλαμβάνομαι το παιχνίδι πάντα συμπληρωματικά δεν μπορώ να ξεχωρίσω κανέναν. Είμαστε μια χώρα 11 εκατομμυρίων και έχουμε βγάλει τεράστιους μπασκετμπολίστες”.

Ήμουν ο πρώτος αθλητής που έφυγα από την Γλυφάδα και πήρα μεταγραφή σε μια μεγάλη ομάδα, το 1980 στον Ολυμπιακό. Παράλληλα, ήμουν ο πρώτος αθλητής που έπαιξε από τοπική κατηγορία απευθείας στην εθνική αντρών. Από εκεί και πέρα βγήκαν αρκετοί αθλητές από την Γλυφάδα με πρώτο και καλύτερο φυσικά τον Φραγκίσκο Αλβέρτη, που τον είχα από 8 χρονών στον ΑΝΟ Γλυφάδας. Η Γλυφάδα είναι μια γειτονιά με μπασκετικό κόσμο στο είπα και προηγουμένως. Μην ξεχνάμε τους αθλητές που έχουν βγει από εδώ: Βουγιούκας, Τσόκλας, Δορκοφίκης, ο γιος μου ο Μιχάλης και η κόρη μου η Ελεάνα, ο Σταμάτης τώρα στον Πανιώνιο. Πολλά παιδιά και μεγάλοι αθλητές. Θα ξεχάσω τώρα και κανέναν και θα παρεξηγηθώ”.

Η μεγάλη κορύφωση του μπάσκετ στην Ελλάδα σε επίπεδο ακαδημιών και συλλόγων γίνεται μετά το 1987. Στις αρχές τις δεκαετίας του 1990. Εμείς όμως εδώ στην Γλυφάδα είχαμε καταφέρει να έχουμε γύρω στα 800 παιδιά σε επίπεδο ακαδημιών από το 1985-86, πριν δηλαδή από την επιτυχία του πρώτου Ευρωμπάσκετ. Μιλάμε για τέτοια νούμερα. Μετά έφτιαξα μια καινούργια ομάδα τον Άρη Γλυφάδας και ακουμπήσαμε ξανά αυτά τα νούμερα και μάλιστα μπορώ να σου πω ότι θα τα ξεπερνάγαμε κιόλας αν είχαμε περισσότερα γήπεδα. Αυτό ήταν η περίοδος αμέσως μετά το Ευρωμπάσκετ που έφερε μεγάλη άνθηση”.

Ο Άρης Γλυφάδας είναι ένας σύλλογος που ασχολείται με μικρά παιδιά. Η ονομασία μας στο καταστατικό είναι ‘Ακαδημία Μπάσκετ’. Αυτός είναι ο στόχος μας, τα μικρά παιδιά. Είμαστε πολύ χαρούμενοι, ήσυχοι και ήρεμοι σ’ αυτό που κάνουμε. Η κρίση δεν έφερε μείωση στον αριθμό των παιδιών στις ακαδημίες, έφερε όμως μειώσεις στους ανθρώπους που βοηθάνε το μπάσκετ και τους τοπικούς συλλόγους. Αυτό υπάρχει παντού, αλλά οφείλεις να βοηθήσεις τα παιδιά όσο μπορείς. Είναι σπουδαίο πράγμα η εμπειρία της ομάδας. Είναι κάτι που το μαθαίνεις από μικρός. Μαθαίνεις την συνεργασία. Στις μέρες μας είναι πολύ σπουδαίο, ατομικά δεν μπορείς να κάνεις τίποτα”.

Οι Έλληνες τα πάμε καλά με το μπάσκετ γιατί είναι έξυπνο άθλημα. Μας ταιριάζει. Έχουμε έξυπνους αθλητές, αλλά δυστυχώς δεν έχουμε την σωστή και την πρέπουσα οργάνωση. Και πάλι σκέψου ότι πρωταγωνιστούμε παντού. Σε όλα τα τμήματα, σε όλες τις ηλικίες, από παιδικά μέχρι τις αντρικές ομάδες. Απλά η προπόνηση σε πολλούς συλλόγους δεν είναι αυτή που θα έπρεπε”.

Για να μην χαθεί ένα ταλέντο στο μπάσκετ πρέπει κάποιος που ξέρει το άθλημα να ασχοληθεί μαζί του ατομικά. Συνήθως, οι σύλλογοι ασχολούνται ομαδικά, δηλαδή χρησιμοποιούν το ταλέντο του αθλητή μέσα στο σύνολο για να κερδίσουν κάποια παιχνίδια. Μ’ αυτό τον τρόπο χάνεται η εξέλιξη του αθλητή. Ενώ ας πούμε κάποιος θα μπορούσε να εξελιχθεί σε παίκτη εθνικής ομάδας, φτάνει να γίνει ένας απλά καλός παίκτης λόγω του τρόπου με τον οποίο δουλεύεται. Είναι αυτό που σου είπα πριν. Η έλλειψη της οργάνωσής μας εστιάζεται στο ότι δεν μπορούμε να φτάσουμε τα ταλέντα μας στο ανώτατο σημείο που μπορούν να φτάσουν. Έτσι, παιδιά βγαίνουν συνέχεια, αλλά δυστυχώς πολλά παιδιά χάνονται”.

Ταλέντο ή δουλειά είναι ένα από τα αιώνια διλήμματα του αθλητισμού, όμως εγώ θα σε ξαφνιάσω και θα πω ταλέντο. Όλοι οι μεγάλοι παίκτες που είπαμε πριν ήταν μεγάλα ταλέντα. Και εγώ έπαιξα μπάσκετ γιατί είχα ένα Α ταλέντο. Δεν μπορούσα να κάνω και κάτι άλλο. Δεν είχα ούτε τα γυμναστήριά μου, ούτε τους ψυχολόγους, ούτε τους διατροφολόγους, ούτε τους ειδικούς προπονητές. Τώρα έχουμε αναπτυχθεί προπονητικά και ένα παιδί με λιγότερο ταλέντο και περισσότερη δουλειά μπορεί να φτάσει κάπου. Είναι αλήθεια αυτό, αλλά ξεχνάμε κάτι βασικό. Δεν γίνεται μπασκετμπολίστας, γίνεται αθλητής. Δεκαθλητές φτιάχνουμε, αλλά δεν ξέρω πόσοι είναι και μπασκετμπολίστες. Αυτό που έπαθε η Ιταλία μετά την δεκαετία του 1980. Κορμιά, αθλητική ομάδα, αλλά από μπάσκετ τίποτα. Οι Ισπανοί αν δεις εμμένουν στο μπάσκετ. Εμείς πάλι ενώ πήγαμε προς την κατεύθυνση των υπεραθλητών ήμασταν τυχεροί γιατί βγήκαν 10 ταλέντα και μας θύμισαν να μην ξεχνάμε το μπάσκετ”.

Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί καλοί προπονητές και πολύ κακοί παράγοντες. Ψάχνουν μόνο την δόξα και αν θες να έχεις δουλειά σαν προπονητής πρέπει -και γρήγορα μάλιστα- να φέρεις επιτυχίες. Αυτό το σχήμα δεν δουλεύει ουσιαστικά. Εγώ, είχα την ευτυχία με τους παράγοντες που συνεργάστηκα να μπορώ να δουλέψω σωστά και να έχω τον χρόνο να ασχοληθώ με παίκτες μεμονωμένα και να εστιάσω στην εξέλιξή τους”.

Δεν έχουμε καλούς φιλάθλους στην Ελλάδα, αυτό δυστυχώς είναι μεγάλη αλήθεια. Ενώ έχουν εικόνα, άποψη και μπασκετική κουλτούρα έρχεται ο οπαδισμός και τα διαλύει όλα. Είτε ‘βλέπουμε’, είτε δεν ‘βλέπουμε’ μπάσκετ ο διαιτητής πάντα μας αδικεί, οι παίκτες μας είναι οι καλύτεροι, εκτός αν φύγουν και πάνε σε αντίπαλη ομάδα. Η πλάκα είναι ότι αν συζητήσεις πραγματικά θα ακούς και απόψεις που στέκουν. Όταν όμως μπαίνει η ομάδα μέσα όλα ανατρέπονται, όλα αλλάζουν. Πέφτει μια μαύρη κουρτίνα. Ο οπαδισμός, δε, μας έχει χτυπήσει ακόμα και σε επίπεδο μικρότερων κατηγοριών. Θα έρθει ο άλλος να δημιουργήσει πίεση στο παιδί του, θα βρίσει την αντίπαλη ομάδα. Και αυτό ενώ έχουν και εικόνα και σωστή άποψη. Ο Έλληνας φίλαθλος δεν πάει να απολαύσει κάτι, πάει για να εκτονώσει κάτι. Πιστεύω ότι αν απ’ τον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό βγάλεις την αφόρητη πίεση που νιώθουν ορισμένες φορές οι παίκτες θα δούμε τρομερό μπάσκετ. Δεν γίνεται αθλητισμός με τον φόβο. Τι παραπάνω έχουν οι Ρεάλ κι Μπαρτσελόνα;”.

Παλιά τα γήπεδά μας ήταν γεμάτα ακόμα και στα μικρότερα πρωταθλήματα. Εγώ αυτό το θυμάμαι, το έζησα. Το γήπεδό μας εδώ στην Γλυφάδα είχε 2000 κόσμο, δεν ήταν μόνο συγγενείς και φίλοι. Πολλές ομάδες από διάφορες συνοικίες είχαν κόσμο. Αιγάλεω, Ζωγράφος, Φοίνικας, Πειραϊκός, Μαρούσι, Παγκράτι. Θυμάμαι σε ένα παιχνίδι Γλυφάδα – Παγκράτι που το γήπεδο είχε 2500 κόσμο. Και με τον ΑΟΠΦ. Γλυφάδα – Φάληρο ήταν πάντα γεμάτο το γήπεδο. Μετά έγινε μια κατάτμηση συλλόγων στις γειτονιές και εκ των πραγμάτων προέκυψαν χιλιάδες κατηγορίες. Ε ο κόσμος πάει και βλέπει συγγενείς και φίλους ποια”.

Το Ευρωμπάσκετ αυτό είναι μέχρι στιγμής πολύ ιδιαίτερο τουρνουά. Να σου πω την αλήθεια μου δεν έχω ακόμα καταφέρει να παρακολουθήσω τις άλλες ομάδες και έτσι δεν έχω μια καλή εικόνα των άλλων ομάδων, αλλά βλέπω μια διοργάνωση με πολλές εκπλήξεις και άρα αυξημένο ενδιαφέρον. Εμείς τώρα έχουμε ένα καλό ρόστερ, ίσως όμως να έχουμε υπερεκτιμήσει το πόσο ομάδα είμαστε ακόμα. Ταλέντο υπάρχει, σπουδαίους παίκτες έχουμε, αλλά το να γίνουν πραγματική ομάδα είναι μια άλλη ιστορία που θέλει χρόνο. Μέχρι στιγμής τα παιδιά που βρίσκονται καλά μεταξύ τους είναι τα παιδιά του Ολυμπιακού (Σλούκας, Πρίντεζης, Σπανούλης) και αυτό γιατί ξέρουν καλά το παιχνίδι τους και έχουν μια συνοχή. Άρα, εγώ λέω να μην θεωρούμε την ομάδα φαβορί λόγω του ρόστερ, γιατί αν γίνει μια στραβή θα απογοητευτούμε και δεν πρέπει γιατί τα παιδιά είναι όντως ταλέντα και σπουδαίοι παίκτες. Και με τον χρόνο θα γίνουν πιο ομάδα”.

Βλέπω NBA αλλά όχι και πάρα πολύ. Δεν είναι ότι δεν μ’ αρέσει απλά δεν έχω τόσο χρόνο. Και για να σου πω την αλήθεια μου αν είχα χρόνο θα προτιμούσα να έβλεπα το κολεγιακό. Εντάξει το NBA είναι ένα αξεπέραστο θέαμα, ένα show, αλλά νομίζω ότι το κολεγιακό μπάσκετ είναι η τροφοδοσία, είναι η γέννηση του μπάσκετ. Νομίζω ότι σαν προπονητής έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Αυτό δε που με συγκλονίζει στο κολεγιακό πρωτάθλημα είναι τα γεμάτα γήπεδα”.