INTERVIEWS

Η συγγραφέας Πόπη Λαμπροπούλου μας ξεναγεί στη γειτονιά της στη Βούλα

Η συγγραφέας του βιβλίου “Τη Νύχτα που άλλαξε η μοίρα” (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανός) και εθελόντρια στους Γιατρούς του Κόσμου θυμάται όμορφες ιστορίες από την ζωή της στα  νότια προάστια.

Πόσα χρόνια μένετε στα νότια προάστια;

Στην Βούλα-Γλυφάδα βρίσκομαι περίπου τριάντα χρόνια. Είναι ο τόπος μου, το μέρος που γνωρίζω καλά τους δρόμους του τα μαγαζιά του και πολλούς από τους ανθρώπους του.Είναι το μέρος που έχω συνηθίσει να ζω και δεν θα μπορούσα να το αλλάξω. Κάποια χρονιά το προσπάθησα. Πήγα προς το Λαγονήσι, αλλά ξαναγύρισα πίσω. Δεν άντεχα αυτή την αλλαγή και επέστρεψα. Από τότε ριζώσαμε εκεί οικογενειακώς.

Ποια είναι η αγαπημένη σας βόλτα στην περιοχή;

Τα πρωινά συνήθως περπατάω περίπου για μια ώρα, ανάλογα τα κέφια μου.Έτσι για να αθλούμαι .Η αγαπημένη μου βόλτα είναι ο παραλιακός πεζόδρομος του Καβουριού. Είναι μια μαγεία όποια ώρα της ημέρας και αν επιλέξεις να περπατήσεις και το υπέροχο είναι ότι ποτέ οι εικόνες του τοπίου που βλέπεις δεν είναι ίδιες. Κάθε φορά και διαφορετικές χειμώνα καλοκαίρι, άνοιξη και φθινόπωρο. Η φύση δεν επαναλαμβάνει τον εαυτό της.

Όταν θέλετε να ξεφύγετε υπάρχει κάποιο μέρος στα νότια προάστια που συνηθίζεται να πηγαίνετε;

Όταν θέλω να μαζέψω τις σκέψεις μου, τα κομμάτια του εαυτού μου και να χαλαρώσω, αφήνομαι στην ομορφιά του τοπίου απολαμβάνοντας το τσάι μου στην παραλιακή καφετέρια που λέγεται «Νότος» που είναι δίπλα στην θάλασσα απλά απέχει υψομετρικά. Ακούς το κύμα να σκάει στους βράχους και αυτό σε ταξιδεύει μακριά, σαν να έχεις σηκώσει την δική σου άγκυρα. Εκεί πάνε όσοι θέλουν να χαλαρώσουν απολαμβάνοντας την δύση του Ήλιου.

Ποια είναι η πιο έντονη ανάμνηση που έχετε από από τα νότια προάστια;

Πριν από αρκετά χρόνια, τότε που οι παραλίες ανήκαν στον κόσμο, μια καλοκαιρινή Αυγουστιάτικη νύχτα με φεγγάρι αποφασίσαμε εγώ και  πέντε -έξι φίλοι να κοιμηθούμε στην άμμο. Ανάψαμε φωτιά, φάγαμε, ήπιαμε και αρχίσαμε τα τραγούδια με μια κιθάρα που κουβαλούσε ένας από τους φίλους μου. Ήταν μια ονειρεμένη βραδιά. Στην συνέχεια ψάξαμε για την Αφροδίτη, για την μικρή και μεγάλη Άρκτο, τον πολικό αστέρα και στην συνέχεια συνεχίσαμε με συζητήσεις φιλοσοφικές . Ήρθε κάποια στιγμή  και ο ύπνος στην συντροφιά μας πιστέψτε με ήταν υπέροχος. Φυσικά είμαστε εφοδιασμένοι με τα απαραίτητα .

Υπάρχει κάποιο μέρος για φαγητό/γλυκό/ φουρνος που όλα αυτά τα χρόνια δεν το αλλάζετε;

Στα Νότια Προάστια όλα αλλάζουν. Καταστήματα, φούρνοι, ζαχαροπλαστεία, φαγάδικα, καφετεριες, κάνουν τον κύκλο τους και έρχονται οι επόμενοι. Αυτό είναι κάτι που και οι κάτοικοι το αποδέχονται γιατί με τις αλλαγές καλυτερεύει και η ποιότητα. Τα τελευταία χρόνια, συνηθίζουμε να μαζευόμαστε για ένα καφέ-τσάι ή  ένα πρόχειρο γεύμα στον Paul. Είναι ένας φούρνος που φτιάχνει Γαλλικά ψωμιά, κρουασάν, σάντουιτς, σαλάτες και όμορφα κέικ. Αλλά το αγαπημένο μου μέρος για φαγητό είναι το «Σαρδελάκι με θέα». Είναι από τα πιο όμορφα σημεία, υπερυψωμένο ελαφρά και δίπλα στο κύμα. Συγχρόνως με μια καλή ποιότητα φαγητού.

Τι είναι αυτό που λατρεύετε στη περιοχή σας και τι θα επιθυμούσατε να αλλάξει;

Λατρεύω την φιλήσυχη Βούλα, τα μικρά μανάβικα και τα μίνι -Μάρκετ. Αυτά που κλείνουν αργά και έχουν ξεχωριστά εδέσματα αλλά και είδη πρώτης ανάγκης. Όμορφα καρβέλια, περίτεχνα ζυμωμένα, υπέροχα γλυκά και κουλουράκια για το τσάι μου.Ένα από αυτά είναι η «ΗΠΕΙΡΏΤΙΣΣΑ» στην λεωφόρο Βάρης. Tο μόνο που θα ήθελα να αλλάξει είναι η κίνηση των αυτοκινήτων. Το Αεροδρόμιο επιβάρυνε πολύ την περιοχή μας. Άλλη μια αιτία της κίνησης βέβαια είναι και η θάλασσα. Όλη η Αθήνα κάποια στιγμή περνάει από εδώ. Ειδικά τις τρεις εποχές.

Ποια είναι η πρώτη εικόνα που σας έρχεται στο μυαλό για την περιοχή;

Όταν κάποιοι μιλάνε για την Βούλα, έρχονται στο μυαλό μου εικόνες από τον παραλιακό  πεζόδρομο που είναι κάτω από τον Γαρμπή και το Λασίθι. Είναι μια ξεχωριστή παραλία με αμμουδιά , παγκάκια και βλάστηση, με την καφετέρια το Λασίθι να κρέμεται πάνω από την θάλασσα. Έχω περάσει πολλές ώρες με την φωτογραφική μου μηχανή εκεί.

Τι σας κρατάει στη Βούλα;

Mε κρατάει το σπίτι μου, το καταφύγιό μου, το γραφείο μου που είναι ο χώρος που δημιουργώ, οι  άνθρωποι που γνωρίζω, φίλοι γείτονες και συγγενείς, αλλά και όλα τα πρόσωπα που συναντώ καθημερινά. Tις κοπέλες των καταστημάτων που κάνω τα ψώνια μου και που τις έχω συνηθίσει να μου διηγούνται τα προσωπικά της καθημερινά, η  Βιολογική Λαϊκή του Σαββάτου συζητώντας με τους παραγωγούς τα νέα της αγροτικής ζωής τους, τα άτομα που συναντώ στο Γυμναστήριο και γνωρίζω σχεδόν τις ζωές όλων. Η Βούλα και η Γλυφάδα είναι ο κόσμος μου και ο προσωπικός μου χώρος.  Τέλος αναφέρω την πιο μεγάλη αγάπη μου που είναι τα θερινά σινεμά των Νοτίων Προαστίων. Αλλά και τα χειμωνιάτικα πολυσινεμά και μη, που τα χειμωνιάτικα βράδια κουρνιαζουμε εκεί μέσα γνωστοί και άγνωστοι να δούμε μια καλή ταινία τα κρύα βράδια του χειμώνα και μετά όταν τελειώσει το έργο να πάμε για σουβλάκια και μπύρα  συζητώντας τα νοήματα και τα μηνύματα της ταινίας που απολαύσαμε.

Οι χαρακτήρες του βιβλίου σας “Η νύχτα που άλλαξε την μοίρα” είναι πραγματικοί;

Όλοι οι ήρωες των βιβλίων μου έχουν αληθινές ρίζες σαν χαρακτήρες. Γεννιούνται μέσα από τα ακούσματα των ανθρώπων καθημερινά, από τις εξομολογήσεις των ανθρώπων, από τα αναμορφωτήρια που για τρία χρόνια μπαινόβγαινα έχοντας ομάδα υποστήριξης στα ανήλικα κορίτσια με τις τραγικές ιστορίες τους. Αλλά« ποτέ» κανένας από τις Ήρωες των βιβλίων μου δεν ήταν κατ΄εικόνα και καθ΄ομοίωση φτιαγμένος με κάποιο άλλο άτομο. Οι ρίζες της προσωπικότητας όμως είναι αληθινές και τα άλλα μυθοπλασία.

Εργαζόσασταν ως ψυχολόγος. Έχετε μπει στο πειρασμό να δημιουργήσετε χαρακτήρες από ιστορίες πελατών σας;

Οι ιστορίες των ανθρώπων που κάθισαν κάποια στιγμή απέναντί μου,  βγάζοντας τα εσώψυχα τους , είναι όλες κλειδωμένες στο πνευματικό μου ντουλάπι.  Ανήκουν σε αυτούς που με εμπιστεύτηκαν. Δεν μπορώ να αναφέρω ονόματα. Αλλά χαρακτήρες και κάποιες αλήθειες της ζωής που βγαίνουν από τις εμπειρίες μου πρέπει να τις πω για να ωφελούνται και αυτοί που διαβάζουν. Ότι γράφω έχει σχέσει με την αληθινή εξέλιξη των πραγμάτων και όχι με τον εσωτερικό ρομαντισμό  και το ωραιοποιημένο τέλος των βιβλίων. Απεχθάνομαι την ωραιοποίηση. Είναι ψεύτικη όσο όμορφη και αν φαίνεται. Η ζωή είναι σκληρή και πάντα υπάρχει τίμημα που πληρώνουμε σε ότι κάνουμε. Για να κερδίσεις κάτι, πρέπει να χάσεις κάτι άλλο.

Πόσα χρόνια είστε στους Γιατρούς του κόσμου; Θυμάστε έντονα κάποια ιστορία;

Με βάση πάντα τον εθελοντισμό στράφηκα προς τους Γιατρούς του κόσμου πριν δώδεκα χρόνια περίπου. Με συνεργασία του Υπουργείου παιδείας, θυμάμαι μια αποστολή με επισκέψεις στα Λύκεια πολλών περιοχών την Νότιας, Κεντρικής και Βόρειας Ελλάδας  που μου έχει μείνει χαραγμένη στο νου μου. Κάναμε μικρές ομάδες αυτογνωσίας σε παιδιά του Λυκείου για επαγγελματικό προσανατολισμό αλλά στα σιωπηλά ψάχνοντας και για ενδοοικογενειακή βία. Είμαστε έξι, ο καθένας μια ομάδα. Αρχίζαμε στις οχτώ το πρωί και τελειώναμε το απόγευμα αργά τα σεμινάρια. «Δεν θα ξεχάσω ποτέ όσο ζω τις τραγικές εξομολογήσεις αυτών των παιδιών», Οι φωνές τους ακόμα αντηχούν στα αυτιά μου. «Αχ γιατί να μην έχουμε και εμείς γονείς που να μιλάμε μαζί όπως με εσάς τώρα. Να μην φοβόμαστε να αρνηθούμε αυτά που δεν αντέχαμε. Να τους ομολογούμε τους φόβους μας και να τους σέβονται».  Πέντε χιλιάδες παιδιά πέρασαν από αυτές τις ομάδες από τόπο σε τόπο με ένα σαράβαλο πούλμαν να τρέχουμε σαν τους τσιγγάνους από το πρωί έως το βράδυ για να κοιμηθούμε ξεροί με ότι βρισκόταν για κάποιο φαγητό και αυτό με δικά μας έξοδα. Αλλά ποιος σκεφτόταν το φαγητό εκείνη την περίοδο. Αυτά που ακούγαμε μας έκαναν ακόμα πιο παθιασμένος. Ποτέ δεν είχαμε φανταστεί ότι θα ερχόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο με τόση ενδοοικογενειακή βία. Αυτό το ταξίδι με χάραξε. Ένιωσα μια βαθιά λύπη μέσα μου για αυτά τα παιδιά που έκρυβαν τρομαχτικά μυστικά μέσα τους παίζοντας με ανεμελιά τον ρόλο, του «δεν τρέχει τίποτα». Αλλά όταν τους κοιτούσε βαθιά στα μάτια καταλάβαινες  την αλήθεια. Το βλέμμα τους ήταν γεμάτο θλίψη.