INTERVIEWS

Μαρίνα Ασλάνογλου: «Το όνειρό μου είναι ένα σπίτι επάνω στη θάλασσα»

Η όμορφη ηθοποιός, που πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Πατέρας» στο Θέατρο Αποθήκη, μας ξεναγεί στο Κολωνάκι όπου έμενε, στην Πολιτεία όπου μένει μετά τη γέννηση του γιου της και στα Νότια Προάστια όπου είναι το όνειρό της να αποκτήσει ένα σπίτι.

Μένεις στην Πολιτεία και κάνεις αυτήν την «εκδρομή» κάθε μέρα για τις πρόβες και τις παραστάσεις σου στο κέντρο. Πώς το κάνεις;
Από την Πολιτεία στου Ψυρρή είναι μεγάλη απόσταση, αλλά θα μιλήσω στο τηλέφωνο, θα πω τα λόγια μου, θα οργανώσω το μυαλό μου για τις δουλειές που έχω να κάνω και περνάει λίγο η ώρα.

Πώς αποφασίσατε να μείνετε στην Πολιτεία;
Μέναμε στο Κολωνάκι μαζί με τον άντρα μου απλά εγώ είχα μεγαλώσει στην Πολιτεία και είχα ένα σπίτι που όταν αποφασίσαμε να κάνουμε οικογένεια είπαμε ότι είναι καλύτερο να πάμε προς τα πάνω για το παιδί μας γιατί θέλαμε ένα καλό περιβάλλον για να παίζει, να ανακαλύψει τη φύση, να μην είναι μεγαλώνοντας κλεισμένο με ένα τάμπλετ ή ένα κινητό. Εμείς βγαίνουμε πολύ στη φύση με τον μικρό και προς τα πάνω έχει δασάκια, έχει μέρη που μπορώ να τον αφήσω να παίξει άνετα και να πάρει οξυγόνο. Γιατί καλώς ή κακώς στο κέντρο είναι δύσκολο να μεγαλώσει ένα παιδί. Εμένα μου άρεσε πάρα πολύ το Κολωνάκι. Το ότι πήγαινα με τα ποδια στο θέατρο, έβλεπα κόσμο, δεν έμπαινα στο αυτοκίνητο παρά μόνον για πολύ μακρινές αποστάσεις. Ε, τώρα ξαναμπήκε στη ζωή μου το αυτοκίνητο, η κίνηση, το άγχος που έχει πάντα η οδήγηση.

Η Πολιτεία είναι και το μέρος των παιδικών σου χρόνων, τι θυμάσαι από τα χρόνια σου εκεί;
Από 11 χρονών που έζησα εκεί θυμάμαι πάρα πολύ έντονα ότι είχαμε την άνεση σαν παιδιά να βγουμε στους δρόμους και να παίξουμε με τα παιδιά της γειτονιάς. Να παίξουμε μπάλα, κρυφτό, κυνηγητό -γιατί εμείς τότε δεν είχαμε τάμπλετ και κινητά. Οπότε η διασκέδασή μας και η χαρά μας ήταν ότι συγκεκριμένη ώρα μετά την ώρα κοινής ησυχίας βγαίνουμε έξω και πάμε στις αλάνες, στους δρόμους, στις πιλοτές της πολυκατοικίας των φίλων και να με φωνάζει η μαμά μου για να φάω ή να διαβάσω γιατί ξεχνιόμουν. Αυτό είναι κάτι που πλέον δεν το βλέπω να σου πω την αλήθεια και χαίρομαι που το έζησα αυτό. Τώρα πλέον δε βλέπω παιδάκια στους δρόμους να παίζουν και εγώ το γιο μου τον βγάζω πολυ να παίζει με τις μπάλες του. Δε με νοιάζει που θα πιάσει από κάτω τα κουκουνάρια, και τα χώματα και τις πέτρες, τον αφήνω να γνωρίσει τον κόσμο.

Να πάμε στην εφηβεία σου. Πού έκανες τα ρομαντικά σου ραντεβού στα Βόρεια;
Ως ελεύθερη και ωραία έφηβη μου άρεσε να πηγαίνω σε ένα μαγαζί που το έλεγαν Music Cafe. Ήταν πολύ γνωστό. Γενικά στην εφηβεία μου πέρασα πάρα πολύ από τα Goody’s, Wendy’s, Mc Donalds, μετά το σχολείο ή τα απογεύματα. Δεν είχαμε πολλές επιλογές. Άντε και κανένα μπιλιαρδάδικο…

Η καθημερινότητα σου στην Πολιτεία πώς είναι;
Μαμαδίστικη! Συνήθως το πρωί που ξυπνάμε μαζί με τον Κωνσταντίνο του φτιάχνω το γάλα του, μετά παίζουμε, βγαίνουμε έξω ανάλογα με τον καιρό, έχουμε έναν μικρό κήπο που του έχω κούνιες, αυτοκινητάκια, μπάλες και παίζουμε. Κάνουμε και δραστηριότητες με τον Κωνσταντίνο. Πάμε κολυμβητήριο, κάνει τραμπολίνο που του αρέσει. Μετά μαγειρεύουμε, τρώμε, τραγουδάμε, χορεύουμε, μετά σταματάει η μαμά λίγο γιατί πρέπει να διαβάσει και να κάνει κάποια τηλεφωνήματα. Τις προάλλες πήγαμε και Αττικό Πάρκο με μια καταδρομική: έφυγα από την πρόβα από του Ψυρρή,  σχόλασε και ο άντρας μου, πήγαμε Πολιτεία, πήραμε τον μικρό και πήγαμε για μία ώρα εκεί για να δει τα ζωάκια.

Παραμένει η Πολιτεία ένα εξοχικό μέρος όπου ο «πολιτισμός» ενός περίπτερου απέχει αρκετά;
Ναι. Από το σπίτι μου το πιο κοντινό περίπτερο απέχει ένα χιλιόμετρο. Το ίδιο και ένα σουπέρ μάρκετ, ένα μίνι μάρκετ ή ένα καφέ. Παρολ’ αυτά επειδή είναι πολυ ωραίο το μέρος, έχει πολλά δέντρα, έχει υπέροχη φύση, δεν έχει τόσα πολλά αυτοκίνητα, είναι ωραίο μέρος για περπάτημα, είναι ωραίο για βόλτα με το καρότσι στην παιδική χαρά επάνω από την πλατεία της Πολιτείας. Επίσης μπορεί να πιω έναν καφέ με μία φίλη μου στην πλατεία και ο γιος μου να παίζει ανέμελα.

Η μετάβασή σου από το Κολωνάκι στην Πολιτεία δεν ήταν δύσκολη;
Στην αρχή έπαθα ένα πολιτισμικό σοκ. Επειδή όμως ήμουν μαθημένη γιατί είχα μεγαλώσει στα βόρεια, ξαναγύρισα ουσιαστικά στο μέρος όπου είχα μεγαλώσει, δεν ήταν ουσιαστικά τόσο μεγάλη αλλαγή όσο ήταν κουραστική η απόσταση για τη δουλειά μου. Γιατί και η δική μου δουλειά και του συζύγου μου είναι στο κέντρο.

Που βγαίνεις στα βόρεια για φαγητό;
Βγαίνω στην Κηφισιά. Είναι ενάμισι χιλιόμετρο από την Πολιτεία. Πάω στο Zambri στη Κηφισιά. Ένα υπέροχο μαγαζί που μου θυμίζει το Balthazar των Βορείων Προαστείων. Έχει ωραίο φαγητό και κοκτέιλ. Επίσης μ’ αρέσει το Day Cocktail Bar που έχει και καλό φαγητό και κοκτέιλ, δεν έχει πολυ δυνατή μουσική, μπορείς να κάνεις ένα πολύ ωραίο ραντεβού ή να βγεις με τους φίλους σου και απλά να κάτσεις και να μιλήσεις. Έπειτα υπάρχουν και άλλα μικρά μπαράκια και καφετέριες για ποτό, γλυκό, για καφέ.

Αν φιλοξενούσες ένα φίλο σου από το εξωτερικό πού θα τον ξεναγούσες;
Στο κέντρο. Στην Πλάκα, στην Ακρόπολη, στο Θησείο, στο Μοναστηράκι, στα Αναφιώτικα, στην Ερμού για ψώνια, στο Ηρώδειο για την εμπειρία μιας παράστασης ή συναυλίας εκεί…

Και οι δικές σου «αγάπες» στο κέντρο ποιες είναι;

Μ’ άρεσε πολύ που έπινα καφέ και χάζευα στου Zonar’s. Τώρα άλλαξε βέβαια… Ήταν ένα μέρος-αναφορά για μένα. Γιατί πήγαινα με τις φίλες μου για φαγητό, δίπλα στο Attica για ψώνια… Εγώ δεν ήμουν ποτέ ο τύπος που θα βγει στο κέντρο να περπατήσει και να ανακαλύψει μέρη. Περπατούσα πολύ με τον σύζυγό μου, πηγαίναμε στο Ζάππειο, στον Εθνικό Κήπο αλλά περισσότερο ώς ελεύθεροι μας άρεσε να βρισκόμαστε στο Κολωνάκι και στην ευρύτερη περιοχή για φαγητό και shopping.

Έχοντας μείνει στο κέντρο αλλά και μένοντας τώρα στην Πολιτεία έχεις μία πιο σφαιρική άποψη για την καλύτερη θέα της Αθήνας…
Η αγαπημένη μου θέα είναι σ’ ένα κατοικημένο σημείο στην Πολιτεία που μόνον εγώ ξέρω να πάω γιατί ξέρω τους δρόμους. Το είχα βρει κάποτε τυχαία και ενεργειακά με έχει κάνει να νιώσω πάρα πολύ όμορφα. Είναι ένας δρόμος στην Πολιτεία προς τα πάνω που φτάνει σε αδιέξοδο και γυρνάω το αυτοκίνητο γιατί έχει μια μικρή αλάνα και βλέπω όλη την Αθήνα. Υπήρχαν φορές που είτε ήμουν πάρα πολύ χαρούμενη είτε στεναχωρημένη, είτε προβληματισμένη, είτε ήθελα να είμαι μόνη μου και πήγαινα εκεί. Τον μόνον άνθρωπο που έχω πάει εκεί είναι ο συζυγός μου. Δεν έχω πάει ποτέ κανέναν άλλον. Όταν θέλω λοιπόν να είμαι μόνη μου, πάω εκεί για να δω αυτήν την υπέροχη θέα. Συνήθως πάω νύχτα γιατί μου αρέσει να βλέπω τα φώτα της πόλης, ακούω τη μουσική μου και μετά φεύγω.

Όταν θέλεις να ξεφύγεις οδηγώντας προς τα πού σε πάει το τιμόνι σου και το «εσωτερικό» σου GPS;
Στη θάλασσα. Η αγάπη μου για τη θάλασσα είναι μοναδική. Μόνο λέπια δεν έχω βγάλει ακόμα. Εμένα το όνειρό μου είναι να έχω ένα σπίτι στη θάλασσα. Τώρα πώς έφτασα στην Πολιτεία, μη ρωτάς… Αλλά ποτέ δεν ξέρεις, μπορεί κάποτε να μετακομίσω στα νότια προάστια.

Αν έκλεινες τα μάτια σου πού ακριβώς θα ήθελες να βρίσκεσαι κοντά στη θάλασσα;
Στο Καβούρι. Κάποτε είχα κάνει γυρίσματα σ’ ένα σπίτι στο Καβούρι, το οποίο ήταν επάνω στη θάλασσα και ήταν μαγικό, και κάποιες φορές αναπολούσα το μέρος και ήθελα να ξαναπάω και πήγαμε με τον σύζυγό μου. Έχουμε βρει ένα ταβερνάκι επάνω στη θάλασσα και μας αρέσει να πηγαίνουμε εκεί. Και επειδή και ο άντρας μου έμενε κάποτε νότια, στο Πανόραμα της Βούλας, με έχει γυρίσει αρκετά στα Νότια προάστια.

Μίλησέ μου για την παράσταση η οποία κάνει πρεμιέρα στις 9 Οκτωβρίου στο Θέατρο «Αποθήκη»…
Η παράστασή μας λέγεται «Πατέρας», είναι βασισμένη στο έργο του Αύγουστου Στρινγκμπέργκ. Με αφορμή αυτό το έργο έχουμε κρατήσει το βασικό πυρήνα του έργου και σκηνές του, και με αυτοσχεδιασμούς και με την καθοδήγηση του σκηνοθέτη Βασίλη Μπισμπίκη, σύμφωνα με τον χαρακτήρα μας και την προσωπικότητά μας έχουμε διαμορφώσει και ένα έργο που κατά τη γνώμη μου είναι καταπληκτικό έτσι όπως έχει γίνει χωρίς να έχουμε ξεφύγει από τη δομή του.

Έχει γινει μία μεταφορά στην ελληνική πραγματικότητα;
Το έργο είναι γραμμένο το 1887 το οποίο εμείς το έχουμε φέρει στην Αθήνα του 2019. Είναι ένα ζευγάρι που ζει την οικονομική κρίση που έχει έρθει στην χώρα μας και πίσω από τις κλειστές πόρτες του διαμερίσματος όπου διαμένουν, βλέπουμε τη διαμάχη των δύο φύλων, την ανθρωποφαγία που υπάρχει στα ζευγάρια, το πώς ο κορεσμός και τα οικονομικά προβλήματα επηρεάζουν πολυ τη διαβίωση, τη συμβίωση και τη σχέση των ανθρώπων. Μέσα από μία κλειδαρότρυπα βλέπουμε την καθημερινότητα μίας οικογένειας που με το που κλείνει η πόρτα οι σχέσεις γίνονται καταστροφικές. Είναι μία παράσταση που ωμά, ρεαλιστικά σου δείχνει την πραγματικότητα της κατάστασης που μπορεί να βιώνουν κάποιες οικογένειες με σοβαρά οικονομικά προβλήματα και πώς ο ένας προσπαθεί να υπερισχύσει του άλλου.

Γιατί αποφασίστηκε ο «ωμός» ρεαλιστικός τρόπος προσέγγισης του έργου;
Γιατί είναι μία μέθοδος που έχει ένα ρεύμα και ένα θεατρόφιλο κοινό τα τελευταία χρόνια. Έχει ξεκινήσει πολύ δυνατά από τον Γιάννη τον Οικονομίδη και το «Στέλλα Κοιμήσου» και με αυτόν τον τρόπο έχει κάνει και ο Βασίλης Μπισμπίκης τις τελευταίες του παραστάσεις και τη μεγάλη του επιτυχία «Άνθρωποι και Ποντίκια» στον Πολυχώρο Cartel. Eίναι ένας τρόπος που εγώ δεν είχα ξαναδουλέψει μέχρι τώρα, απίστευτα δημιουργικός που σε εξελίσσει πάρα πολύ σαν ηθοποιό. Εγώ είδα κρυφές πτυχές του εαυτού μου, ξεπέρασα τα όριά μου- αν και είχα δουλέψει σκληρούς και απαιτητικούς ρόλους- και πραγματικά έχω μαγευτεί. Είμαι πολύ χαρούμενη γι’ αυτή τη συνεργασία με τον Βασίλη Μπισμπίκη αλλά και με όλους τους συνεργάτες με τους οποίους μοιραζόμαστε την ίδια χαρά και έχουμε υπέροχη χημεία.

Είναι λίγο κόντρα ρόλος η γλύκα που βγάζεις άμα τη εμφανίσει σου σε σχέση με την ωμή πραγματικότητα που πρέπει να υποστηρίξεις επάνω στη σκηνή…
Έχεις δίκιο! Ωστόσο ο ρόλος μου έχει πολλά στοιχεία του χαρακτήρα μου που τα έχω βάλει μέσα. Στη ζωή μου φυσικά δεν είμαι αυτό που θα δείτε στη σκηνή, ούτε είμαι γυναίκα- αράχνη, ούτε είμαι μία γυναίκα που θέλει να φτάσει στο τέρμα τη σχέση της με τον άντρα της και να τον πονέσει, απλά πολλά στοιχεία στο ρόλο μου έχουν προκύψει από τον δικό μου χαρακτήρα.

Η Μαρίνα Ασλάνογλου πρωταγωνιστεί στην παράσταση “Πατέρας” στο Θέατρο “Αποθήκη”
Σκηνοθεσία : Βασίλης Μπισμπίκης
Παίζουν: Τάσος Ιορδανίδης, Γιάννα Σταυράκη, Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Νικολέτα Χαρατζόγλου
Πρεμιέρα :Τετάρτη 9 Οκτωβρίου