INTERVIEWS

Ο Βασίλης Τσιλιχρήστος δεν είναι ο Έλληνας που έχεις συνηθίσει

Ο άνθρωπος που άλλαξε τα φώτα της αθηναϊκής διασκέδασης και μεγάλωσε γενιές στα πόδια του, ακουγόντας τον στις αρένες του, μιλάει στο Nou-Pou.gr. Κύριες και κύριοι, “καλώς ήλθατε στο διάστημα” του global hero Βασίλη Τσιλιχρήστου.

Δεν ξέρω αν τον συμπαθείς. Δεν μπορώ να προβλέψω αν θα διαβάσεις το κείμενο παρακάτω και θα σηκωθείς, να βγάλεις από το συρτάρι ή το ντουλάπι σου, εκείνο το πρώτο House Experience με το Plastic, το Want you to Stay και εκείνο τον ύμνο από το διάστημα, στον άκουσμα του οποίου πάνω από 3.500 άνθρωποι κάθε βράδυ εκεί γύρω στις 03.00 τα ξημερώματα σήκωναν ένα Amfitheatro όρθιο και ο ουρανός της Αθήνας χόρευε στους ρυθμούς και τα beats του Βασίλη Τσιλιχρήστου. Μπορεί να είσαι ένας από όσους θεωρούν ότι το lifestyle οδήγησε τους Έλληνες στο λάθος δρόμο, παρότι κανείς δεν επέβαλε στους Έλληνες να ακολουθήσουν έναν υπερβάλλοντα τρόπο ζωής που δεν μπορούσε να έχει καμία εφαρμόσιμη εκδοχή στην ελληνική πραγματικότητα. Και μέσα σε αυτό το lifestyle να καταδικάζεις τον Βασίλη Τσιλιχρήστο. Με συγχωρείς, αλλά είσαι σε λάθος κείμενο και τουλάχιστον πριν αποχωρήσεις, άκου αυτό.

Οπότε, τώρα που λογικά μείναμε όσοι συναντιόμασταν χωρίς να γνωριζόμαστε σε κάποιο από τα μαγαζιά του, μπορούμε να συνεχίσουμε και είναι η κατάλληλη στιγμή για την απάντηση που μου έδωσε στην ερώτηση “πώς άρχισε όλο αυτό;”, ερχόμενος στην ηλιοβασιλεμένη παραλία του Varkiza Resort. “Ήθελα να κάνω ένα ωραίο πάρτι για τους φίλους μου”. Και κάπως έτσι, κατάλαβα με μια απάντηση, όλη την κοσμοθεωρία και τη φιλοσοφία του Vassilis Tsilichristos και συνειδητοποίησα γιατί έχω να θυμάμαι μόνο καλές στιγμές από τα βράδια που ήμουν “φιλοξενούμενος” του και αυτός ένας εξαιρετικός οικοδεσπότης. Στο Kingsize, το Mercedes, το Bedroom, το Venue…

Δεν ήθελα να κάνω καμία επανάσταση στη διασκέδαση, ούτε να αλλάξω τη νύχτα της Αθήνας. Ήθελα και ακόμα θέλω και λειτουργώ με αυτήν ως άξονα, την εξέλιξη. Να πάω τα πράγματα ένα βήμα πιο πέρα. Δεν μπορώ να μένω στα ίδια, είτε πρόκειται για το επόμενο επιχειρηματικό πλάνο μου, είτε απλώς για το πώς θα επιστρέψω σπίτι μου”, λέει κρατώντας σταθερά ένα ποτήρι νερό και έχοντας αρνηθεί τουλάχιστον τρεις φορές, οποιαδήποτε άλλη πρόταση για καφέ ή οτιδήποτε άλλο.

Νερό και είμαι μια χαρά” απάντησε με ευγένεια και πήρα το μήνυμα ότι ήθελε να μείνει συγκεντρωμένος, να αντιμετωπίσει αυτή την κουβέντα ως μέρος της δουλειάς, άρα ως μέρος μιας διαδικασίας που κρατάει εδώ και 25 χρόνια και απαιτεί από τον Βασίλη Τσιλιχρήστο πειθαρχία, προσεκτική διατροφή χωρίς κρέας, καθόλου ποτό, καθόλου τσιγάρο. Ναι, ο βασιλιάς του clubbing δεν πίνει και δεν καπνίζει, την ώρα που εμείς αναζητούμε σταγόνες αιθυλικής αλκοόλης για να νιώσουμε λίγο κέφι παραπάνω. “Κάνω σταφυλοθεραπεία 25 χρόνια, παίρνοντας την από την Αργύρη Παπαργυρόπουλο. Σκέψου ότι στο Amfitheatro υπήρχαν βραδιές που έπαιζα μουσική και είχα πίσω μου ένα μπολ με σταφύλια για να τσιμπάω. Κοίτα, δεν μπορείς να κάνεις πρωταθλητισμό αν δεν προσέχεις”.

Στη λέξη πρωταθλητισμό κρύβονται αρκετά από τα μυστικά της πορείας του Τσιλιχρήστου, που ξεκίνησε φορώντας μια ποδιά στο καφενείο του πατέρα του στην Ελευσίνα και ύστερα από τις τουριστικές σπουδές που έκανε στη Ρόδο, βρέθηκε στην αφετηρία που απαιτεί η ζωή από όσους θέλουν ή έστω ονειρεύονται να γίνουν πρωταθλητές: στο μηδέν. “Έχω ξεκινήσει από την αρχή, έχω δει όλο το έργο, δεν μπήκα στη μέση. Στη Ρόδο έκανα τα πάντα, καθάρισα πατάτες, έκανα λάντζα, έκανα το βοηθό, έκανα το σερβιτόρο, είδα τη δουλειά από όλα τα πόστα. Στη συνέχεια προσγειώθηκα στη Γλυφάδα, έπιασα δουλειά στο Bolero” και όλα πήραν το δρόμο τους θα προσθέσω, γιατί λίγο πολύ τη συνέχεια τη γνωρίζουμε ή ακόμα καλύτερα τη βιώσαμε κι εμείς μαζί του.

Villa Mercedes στο παλιό λούνα παρκ της Γλυφάδας, Kingsize, Venue, Privilege, Villa Mercedes στη μετέπειτα σύγχρονη εποχή του, το “μικρό” στην πλατεία Εσπερίδων, μαγαζιά μεγάλα, μαγαζιά σταθμοί. Αν και ο “σταθμός” είναι ένας, αυτό που ξένα περιοδικά και reviews στα μεγαλύτερα μουσικά Μέσα του πλανήτη το ανέδειξαν το 1995 ως το κορυφαίο μαγαζί στον κόσμο. Το Amfitheatro στην Ποσειδώνος, στον Αστέρα Γλυφάδας, αποτελεί την κορύφωση του Βασίλη Τσιλιχρήστου, όχι απαραίτητα στο πόσο γέμιζε κάθε βράδυ από χιλιάδες κόσμου, ούτε γιατί στην arena του χόρευαν άπαντες δίχως δεύτερες σκέψεις.

Αυτό που κατάφερε το Amfitheatro είναι να δείξει στο ευρύ κοινό και να περάσει στη συνείδηση του κόσμου, ότι ο Βασίλης Τσιλιχρήστος ήταν ένας Έλληνας με global φιλοσοφία και όνειρα. “Πάντα έβγαινα πιο έξω, να δω τι παίζει, να δω τι υπάρχει. Δεν κλείστηκα ποτέ στα δεδομένα της εποχής μου ή της χώρας μου” θα πει με μια ηρεμία που σε καμία περίπτωση δεν προδίδει τα εκατοντάδες ταξιδια στην Ίμπιζα, τη Νέα Υόρκη, το Σαν Τροπέ, την ανατολική Μεσόγειο. “Στο πρώτο ταξίδι μου, έκατσα 2 ώρες στην ουρά για να δω ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα και DJ, με -7 βαθμούς Κελσίου και μπροστά από έναν τύπο που είχε τρύπες στο παντελόνι και έβλεπα τον κώλο του. Για να επιστρέψω όμως στο Amfitheatro, θα πω απλώς ότι όντως είναι σταθμός στα όσα έχω κάνει. Τώρα, το αγαπημένο μου σίγουρα ήταν το Venue, γιατί τότε ήμασταν πιο ώριμοι, πιο έμπειροι όλοι και δεν κάναμε λάθη του παρελθόντος. Μάλιστα, ακόμα και το Venue της Βάρκιζας να είναι αυτό που αγάπησα περισσότερο”.

Ξοδεύει λιγότερα ο Έλληνας, είναι η επόμενη ερώτηση που μου έρχεται στο μυαλό, σκεπτόμενος τα Eurogroup, την αναμονή για τη συμφωνία με τις Βρυξέλλες και όλα αυτά που αν μη τι άλλο, κόνουν την όρεξη για “ντάπα ντούπα” (όπως αποκαλούν τη house μουσική οι παλαιότερες γενιές). “Το 20% από αυτά που ξόδευε τις καλές εποχές, θα έλεγα. Αν τότε έβγαινε να δώσει 50 ευρώ για να περάσει καλά, τώρα νομίζω αναλογικά δινει 10 ευρώ. Κι εσύ ως επιχειρηματίας θα κάνεις μεγάλο λάθος αν πας κόντρα στο οικονομικό ρεύμα. Μπορείς να πας κόντρα στις τάσεις, αλλά δεν μπορείς να ρίξει γροθιά στο μαχαίρι όσον αφορά τις οικονομικές συνθήκες άρα και τις δυνατότητες του δυνητικού πελάτη σου.. Το Villa το σταματήσαμε σε σημείο που έπρεπε, είδαμε ότι δεν μπορούσε να είναι στο περιβάλλον που διαμορφωνόταν”.

Για τον Βασίλη Τσιλιχρήστο η διασκέδαση στην Ελλάδα βρίσκεται πλέον σε επίπεδα αντίστοιχα με αυτά που βρίσκεις στη Βυρηττό, το Κάιρο και κάποια local, όπως τα λέει, σημεία της Κωνσταντινούπολης. Η σύγκριση με το παρελθόν προφανώς και δεν βγάζει νικήτριες τις σημερινές βραδιές, καθώς όπως λέει “κάποτε ήμασταν σαν την Ίμπιζα, το Σαν Τροπέ, όπως είναι η Μύκονος το καλοκαίρι που είναι global προορισμός. Αυτό πάψαμε να προσπαθούμε να είμαστε και κυρίως να εξελίσσουμε, το να είμαστε διεθνής προορισμός. Δυστυχώς ενώ οι Έλληνες τη δεκαετία του 70 και του 80 σκέφτονταν global, τώρα έχουν γίνει εσωστρεφείς και εντελώς local σε σκέψη. Αλλά δεν μπορούμε να γυρνάμε μέσα μας και να ακούμε, δεν ξανακάνω φυλακή με τον Καπετανάκη, γιατί ποιος ξένος θα έρθει να διασκεδάσει με τον Καπετανάκη; Κάναμε τα 12 εκατομμύρια τουρίστες 20 και πανηγυρίζουμε, την ώρα που η Ισπανία έχει 65 εκατομμύρια και το Ντουμπάι 45 εκατομμύρια”.

Πιάνουμε κουβέντα για την πόρτα, για το διαχωρισμό, για το πως προέκυψε το face control στα μαγαζιά του και ποιος τελικά ο απώτερος σκοπός του. “Σίγουρα δεν ήταν ο διαχωρισμός, ούτε με ένοιαζε να είναι η ελίτ στα μαγαζιά μου. Η πόρτα μπήκε για να μπορέσουμε να φέρουμε τις γυναίκες, να τις βγάλουμε από τα σπίτια τους να διασκεδάσουν και έτσι να δημιουργήσουμε μια καλή ατμόσφαιρα. Πώς να κάνεις ατμόσφαιρα χωρίς γυναίκες; Εκείνη την εποχή έβλεπες πάρα πολλούς άντρες. Πάρα πολλούς. Ακόμα και ο Τζίγγερ έβγαινε έξω με την παρέα του, μεγαλη σε αριθμό και φορούσαν μπλουζάκια “Μπακούρι Club”. Και εκτός των άλλων, θεωρώ ότι εκπαιδεύσαμε τον κόσμο πως να συμπεριφέρεται, να σέβεται τις γυναίκες, να μην γίνονται καυγάδες. Έπαιζα μουσική και κατέβαινα πρώτος για να σταμαστήσω ένα καυγά, ήθελα πάντα να προλαμβάνουμε”. Στην εν λόγω κουβέντα δεν θέλαμε να κάνουμε name dropping γιατί και ο ίδιος βρίσκεται σε μια εντελώς διαφορετική φάση, τουλάχιστον αυτό μου έδειχνε. Τα έκανε, τα έζησε, ίσως τα γράψει σε μια αυτοβιογραφία, για τα top models των 90s που εβλεπαν το ξημέρωμα στα μαγαζιά του, για σχεδιαστές, για ξένους επιχειρηματίες που έρχονταν για να ένα βράδυ να διασκεδάσουν στα μαγαζιά του, για την Κλόντια Σίφερ που τον έβαλε να τρέχει νυχτιάτικα στην Μπιφτεκούπολη να βρει τζατζίκι. Μια νύχτα από τη ζωή του, ολοκλήρη η δική μας.

Δεν ξέρω τι μουσική υπόκρουση θα έβαζε στην ταινία της ζωής του, αλλά σίγουρα θα ήταν κάτι σε house, κάποια διασκευή παλιού τραγουδιού ή μερικούς στίχους του Silence, τραγούδι που συμβολίζει το απόγειο της ηλεκτρονικής μουσικής και το πως αυτή εκφραζόταν μέσα στο Venue του Αγίου Κοσμά. Πώς κόλλησε με τα dexx; Τυχαία, καρμικά, πες το όπως θες. “Ένα βράδυ στην Κέρκυρα δεν ήρθε ο DJ να παίξει στο μαγαζί που δούλευα και ανέβηκα να παίξω εγώ στη θέση του” μου λέει και αμέσως σκέφτομαι ποιος μπορεί να είναι και τι να κάνειν τώρα ο DJ που δεν πήγε. Νότιος στην καρδιά, με πήγαινε-έλα στην Ελευσίνα για να ρίχνει ματιές και να βλέπει τι κάνει η μητέρα του, ο Βασίλης Τσιλιχρήστος τρώει στο Ναυτικό Όμιλο Βάρκιζας πάνω στο βότσαλο, τρέχει πάνω από τη λίμνη Βουλιαγμένης για να καίει τις λίγες θερμίδες που τσιμπάει από το Slim Bites της Αρτέμιδο και κάνει στάσεις στον Θάνο και τις Προκομένες του για μαγειρευτά. Με πολλούς φίλους, με κάποιες λυκοφιλίες όπως τις λέει, με ένα γεμάτο κινητό από τηλέφωνα και ως αντάλλαγμα το δικό του χαλαρά και ελεύθερα σε όλους (“πάντα το έδινα και δεν έχω κανένα θέμα με την προσβασιμότητα, αν θέλω να αποκοπώ το κάνω έτσι κι αλλιώς και το απολαμβάνω”) και με το Μικρό Mercedes να δεσπόζει εκεί πάνω από τη Γλυφάδα, από εκεί που άρχισαν όλα.

Να το κάνεις σπίτι αυτό κάποια στιγμή” του λέω λίγο πριν φύγουμε από τη Βάρκιζα. Τον είδα να το σκέφτεται για μια στιγμή, ίσως επειδή θα ήταν ένα ιδανικό location για να κάνει τον τελικό απολογισμό όταν φτάσει η ώρα. Όμως, μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου διέκρινα πάλι αυτή τη σπίθα στα μάτια του και κατάλαβα ότι είναι πολύ νωρίς ακόμα για να “κατέβει” από τα dexx και το θρόνο του ο Βασίλης Τσιλιχρήστος. Και όποιος τον έχει ακούσει από τρεις φορές και πάνω, ξέρει ότι πάντα κρατάει για το δεύτερο μισό του προγράμματος του, τα κομμάτια. Κάπως έτσι, θα μας πάει στην επόμενη εξέλιξη του.