INTERVIEWS

Ο Στέλιος Ντούρας δεν είναι ο μετρ που έχεις συνηθίσει

Σε ένα μαγαζί λένε πως περνάς καλά, αν ξέρεις τον σωστό άνθρωπο. Ο Στέλιος Ντούρας θα σε κάνει να περάσεις καλά, γιατί τον νοιάζει να μάθει αυτός εσένα.

Ψάχναμε καιρό, είναι η αλήθεια, για τον πρώτο Local Hero που θα έκανε εγκαίνια στη στήλη και μετά από σκέψη, καταλήξαμε στον Ντούρα, γιατί αυτός ξέρει από εγκαίνια. Ξέρει από πρεμιέρες, αφού πέρα από τη σύνδεση του με το πιο επιτυχημένο café στα νότια, την τελευταία 20ετια (“ένα ζευγάρι περίμενε κάποτε μια ώρα όρθιο, για να κάτσει για μισή ώρα, μιλάμε για υπερβολές” θυμάται στη συζήτηση μας), έχει δει δεκάδες πρεμιέρες νυχτερινών σχημάτων με τον Αντώνη Ρέμο να κρατάει την πρωτιά με διαφορά, αφού ο Στέλιος ήταν μετρ στα μαγαζιά που εμφανιζόταν ο Ρέμος τα τελευταία 7 χρόνια.

Μετρ. Καλή λέξη. Μετρ του είδους και το είδος στην κουβέντα μας είναι ο πελάτης, η εξυπηρέτηση του, είτε τη μέρα, είτε τη νύχτα, είτε στον καφέ, είτε στο ποτό ανάμεσα από λουλούδια και τσόφλια ξηρών καρπών. “Εντάξει, το πιο δύσκολο πράγμα είναι η νύχτα, το μετριλίκι στα μπουζούκια, όσον αφορά τον κόσμο που σε περιτριγυρίζει, γιατί αλλιώς είσαι εσύ όταν πίνεις καφέ και αλλιώς όταν πίνεις αλκοόλ” μου λέει, ενώ πίνουμε τον καφέ μας στο Ache (έτσι το λένε οι καινούριοι) – Egomio (έτσι το λένε οι παλαιότεροι, έτσι το κανονίσαμε και εμείς στο τηλέφωνο, “τα λέμε στο Egomio”).

Γέννημα θρέμμα νότιος. Οκ, εντάξει, όχι γέννημα γιατί ήταν 6 μηνών όταν τον έφεραν οι γονείς του από τον Κολωνό, αλλά θρέμμα σίγουρα, γιατί από τότε δεν έφυγε ποτέ. Σχολείο στο 1ο της Γλυφάδας και στο τέλος λίγο 2ο Λύκειο Βούλας, το “πάνω” μου λέει για να μην μπερδευτώ, μπάσκετ στη Γλυφάδα, τον Πρωτέα Βούλας, τα Σούρμενα, Παναθηναϊκός από κούνια, αλλά όχι νυχτόβιος από άποψη, ούτε επειδή δεν είχε κάτι άλλο να κάνει στη ζωή του. “Έχω δουλέψει και σε τράπεζα, σε εταιρεία με αναλύσεις στην αγορά πετρελαίου, έχω σπουδάσει οικονομικά στην Πάτρα. Απλώς το 1995, λίγο πριν πάω στρατό, ήθελα να βγάλω κάποια χρήματα και έψαξα για δουλειά. Είχα πάρει όλα τα παραλιακά μαγαζιά σβάρνα, όλα όμως. Δεν με ήθελε κανείς και για τίποτα. Ξαφνικά η Μαρία, μια φίλη μου, με πήγε στον κύριο Κούκη. Μου είπε εκείνος, ότι ο Παπαργυρόπουλος άνοιγε τότε εστιατόριο, το Dali, και έψαχνε άνθρωπο για την πόρτα. Μετά από μια εβδομάδα δουλειάς εκεί,  έρχεται ο Αργύρης και με ρωτάει αν έχω ξαναδουλέψει βράδυ, του λέω όχι και αμέσως μετά ξεκίνησα στον Σφακιανάκη”.

Κάπως έτσι, το παζλ αρχίζει να συμπληρώνεται, το καρμικό σχέδιο αρχίζει να μπαίνει σε εφαρμογή. Μισό, να εξηγήσουμε. Εκείνη την εποχή ο Στέλιος έβγαινε, διασκέδαζε (“ποτέ τρελά πράγματα, πότε ναρκωτικά, δεν τα έχω ακουμπήσει, αλλά τότε μικροί ήμασταν πίναμε λίγο παραπάνω”) και παρότι τώρα ακούει Μάλαμα, Βιτάλη και Χαρούλη, τότε ξημεροβραδιαζόταν στον Ρέμο ως πελάτης. Μετά ξενυχτούσε, δουλεύοντας στον όμιλο Παπαθεοχάρη (“μεγάλο σχολείο, έμαθα πάρα πολλά και δίπλα στον Σωτήρη Σαρηγιάννη τα πάντα για τη δουλειά αυτήν”), καθώς και από τον Χρήστο Πλουμίδη που είναι χρόνια με τον Ρέμο ως μετρ του Αντώνη. Όμως, η ιστορία με τον Ρέμο πιάνει και το Egomio, γιατί εκείνη την εποχή μαγαζί και τραγουδιστής ανέβαιναν ταυτόχρονα και ίσως ο ένας δίπλα στο άλλο.

Ο Ρέμος ερχόταν τότε στο Egomio κάθε μέρα πριν πάει να τραγουδήσει. Βοήθησε το Egomio, αλλά νομίζω και το Egomio βοήθησε εκείνον στο να δυναμώσει το brand του και κυρίως στο να έρθει πιο κοντά με το κοινό του, το οποίο τον έβλεπε το πρωί στο διπλανό τραπέζι να πίνει τον καφέ του”. Και ο Ντούρας εκεί, άγρυπνος φρουρός της πόρτας, σε μια τάση που δεν υπήρχε, το face control δεν ήταν ορολογία που ήξεραν στις καφετέριες, αλλά το Egomio την έκανε θεσμό, έχοντας υποστηρικτές και πολέμιους για αυτή την επιλογή. “Θυμάμαι τον Τάκη Ντόκο να μου το λέει, λίγο πριν ανοίξει το μαγαζί κι εγώ να μην το πιστεύω. Στο Egomio έπιασα δουλειά, τη Μεγάλη Παρασκευή του 1997. Πήγα δοκιμαστικά και έμεινα για πάντα”.

Αυτό το “για πάντα” που λέει με έμφαση, δεν εξηγείται μόνο με το ότι ακόμη και τώρα βρίσκεται στο νέο Egomio της Κύπρου, αλλά και στο στατιστικό ότι στο παλιό είχε κλείσει 193 μέρες σερί, χωρίς ρεπό, χωρίς ανάσα. Από την πόρτα (όταν τη βαρέθηκε, όπως λέει) πήγε μέσα ως υπεύθυνος του μαγαζιού (τότε για να κάτσεις, ήθελες τον Στέλιο) και μετά από τη μέρα πήγε στη νύχτα, για να φτάσει φέτος να είναι στη Teatro του επιχειρηματία Κώστα Μπερτάκη, εκεί όπου η Πάολα και ο Παντελής Παντελίδης κάνουν “χαμό κανονικό, αν δεν το δεις, δεν μπορείς να καταλάβεις, όταν βγαίνει ο Παντελίδης νομίζεις ότι βγαίνει η Ρίβερ Πλέιτ. Μου αρέσει πολύ εκεί, μου αρέσει η οργάνωση και ότι είναι ένα καθαρό μαγαζί της νύχτας. Γενικά, όπου έχω δουλέψει, ήταν πάντα όλα καθαρά. Και αυτό ήταν κάτι που ήθελα. Η νύχτα έχει διάφορους δρόμους για να διαλέξεις, να την κάνεις ως επαγγελματίας. Αν διαλέξεις την κλασική νύχτα, ότι μπλέκω μέσα σε όλα, θα σε ξεράσει.

Η νύχτα είναι σύστημα. Άγραφο σύστημα, με άγραφους κανόνες. Όταν θα μπλέξεις με ναρκωτικά, με ξύδια, με πουτάνες, με τζόγους, αργά ή γρήγορα η νύχτα θα σε ξεράσει. Σε πέντε χρόνια, σε δέκα χρόνια, θα το κάνει.Υπάρχει και ο άλλος δρόμος, τον οποίο διάλεξα, να το κάνεις σαν δουλειά, γιατί δουλειά είναι. Δηλαδή τι ώρα πάμε, δουλεύουμε, κάνουμε ό,τι πρέπει, τι ώρα φεύγουμε. Φιλιά, ευχαριστώ πολύ”.

Μιλάμε για τη νύχτα που έχει πέσει, για τις μέρες που λιγόστεψαν, για τους τζίρους που μειώθηκαν, αλλά πατάει στη γη, όχι πάνω σε γαρύφαλλα. “Καλά και αυτό που ζούσε η Ελλάδα εφτά μέρες διασκέδαση και το πρωί δουλειά ήταν μια αρρώστια της εποχής. Να πας στα μπουζούκια την Τρίτη το βράδυ; Ε, δεν γίνεται αυτό”. Μου λέει για τα χιλιάδες τα τραπέζια που έχει κλείσει, δεν μπορεί καν να μπει στη διαδικασία να τα μετρήσει. Πελάτες και πελάτες. Με χρήματα πολλά για να κάνουν ζημιά στο πρώτο τραπέζι, με χρήματα λίγα που και πάλι ήθελαν το πρώτο τραπέζι. “Επειδή εγώ είμαι χύμα ως πελάτης, δεν αντιλαμβάνομαι τη μανία να κάθεσαι σώνει και ντε σε ένα τραπέζι, αυτή είναι βέβαια και η πεμπτουσία των μπουζουκιών. Τον τελευταίο καιρό, όλοι θέλουν να κάτσουν καλά. Δεν μπορώ, όμως, να σε βάλω στο κεντρικό τραπέζι και να μην κάνεις λογαριασμό, συγνώμη αλλά δεν μπορώ. Αυτή είναι η ικανότητα που απαιτείται στη δουλειά. Η διαχείριση του κόσμου. Να μη ρουφιανεύεις, ό,τι γίνεται στη νύχτα μένει στη νύχτα, το ξεχνάμε. Και πρέπει να ξέρεις να ακούς”.

Η αλήθεια είναι ότι και με τον Στέλιο, όταν κάθεσαι, πρέπει να ξέρεις να ακούς, γιατί έχει πολλά να σου πει. Αν τον παρατηρήσεις από μακριά, πως κινείται στο χώρο, ανάμεσα στα τραπέζια και τους πελάτες, θα πιστέψεις ότι δεν μιλάει ποτέ και πως όλα τα κάνει με νεύματα των ματιών, με δύο, τρεις χαρακτηριστικές κινήσεις, σαν παίζει play maker και να ξέρει ότι το σύστημα είναι καλοδουλεμένο στην προπόνηση, οπότε θα βγει στον αγώνα. Αν κάτσεις όμως μαζί του, θα λυθεί. Θα σου πει για τις νέες πιάτσες στη Γλυφάδα που την άλλαξαν, για τις άδειες που δίνονται δεξιά και αριστερά και οι οποίες γεννούν παροδικά μαγαζιά της κρίσης. Σημεία των καιρών, όπως τα λέει χαρακτηριστικά.

Στα 40+ δεν σκέφτεται πια όπως παλιά (“ναι, γιατί μικρός το έφαγα και εγώ το παραμύθι, ότι στη νύχτα θα βγεις με τον τάδε, θα γνωρίσεις τον δείνα και πάει λέγοντας”), θέλει να κάνει και οικογένεια, παρότι ξέρει ότι η προσωπική ζωή είναι όπως ο ύπνος σε αυτή τη δουλειά, δηλαδή δύσκολη και με λίγο χρόνο. Θέλει να φτιάξει κάτι δικό του, ένα μαγαζί αποτέλεσμα όλων αυτών που έχει μάθει τόσα χρόνια, να πηγαίνει για τάβλι με τους κολλητούς του, τον Πάνο και τον Φιλήμονα, να περνάει καλά. Και να κάνει σωστά τη δουλειά του, αυτό το λέει και το ξαναλέει. “Να προσέχεις τον πελάτη, να νιώθει άνετα. Να έρθει με τη γυναίκα του και το παιδί του να διασκεδάσει, να περάσει καλά για να ξανάρθει, αυτός είναι ο κανόνας μου παντού, όπου και αν δουλεύω και αυτό κάνω κάθε μέρα εδώ στο Egomio”.

Το αστείο της υπόθεσης, είναι ότι ο Στέλιος πήγε στο Egomio, εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή του 1997 και ένας από τους λόγους ήταν πάλι η φίλη του η Μαρία (αυτή που τον είχε βάλει για πρώτη φορά στο μαγαζί του Παπαργυρόπουλου), η οποία είχε σχέση με έναν κολλητό του. “Μου είχε ζητήσει ο φίλος μου να την προσέχω”. Οκ, δεν ξέρουμε τι έγινε με τη Μαρία, ούτε πόσο την πρόσεχε ο Στέλιος, αλλά ο Ντούρας σίγουρα έμαθε να προσέχει τους πελάτες. Δηλαδή εμάς. Δηλαδή, πάλι καλά. Kαι ευχαριστούμε.