INTERVIEWS

Ποιος είναι ο νότιος Κωνσταντίνος Δανίκας που παίζει στις «Άγριες Μέλισσες»;

Ο ηθοποιός μιλάει για τα παιδικά του χρόνια στην Ηλιούπολη, τις εφηβικές βόλτες στην «καρδιά των νοτίων προαστίων» όπως αποκαλεί τη Γλυφάδα και εκμυστηρεύεται σε ποιο (νότιο) μέρος επιστρέφει χειμώνα-καλοκαίρι.

Συναντιόμαστε με τον Κωνσταντίνο Δανίκα στα Εξάρχεια όπου ζει τα τελευταία έξι χρόνια και μαζί έχει φέρει το σκύλο του για μια μεσημεριανή βόλτα. Ο τόπος διαμονής του είναι στο κέντρο της πόλης, ωστόσο πάντα επιστρέφει στην περιοχή που γεννήθηκε και μεγάλωσε, την Ηλιούπολη. «Είμαι πολύ τυχερός που μεγάλωσα στη συγκεκριμένη περιοχή γιατί ακόμα και σήμερα έχεις την αίσθηση πως βρίσκεσαι στην εξοχή, ενώ από τη μία πλευρά βλέπεις βουνό από την άλλη θάλασσα.  Όταν ήμουν μικρός στο Πανόραμα της Ηλιούπολης που είναι το πατρικό μου βλέπαμε τα χωράφια όπου είχε βοσκούς και κατσίκες.  Προσωπικά αγαπάω πολύ τα νότια προάστια».

Η πρώτη εικόνα που του έρχεται στο μυαλό από παιδί είναι ο Υμηττός. «Στις παιδικές μνήμες επιστρέφω στο βουνό. Με τους φίλους μου ανεβαίναμε μέχρι τις κεραίες, όπου η διαδρομή ήταν πολύ δύσκολη -μόνο για το ανέβασμα θέλαμε τρεισήμισι ώρες. Όταν βρίσκω ελεύθερο χρόνο κι επειδή έχω σκύλο εξακολουθώ να πηγαίνω. Δεν έχω την ίδια αντοχή, ούτε ανεβαίνω μέχρι την κορυφή πια, αλλά δεν το έχω εγκαταλείψει. Ο Υμηττός έχει πολύ ωραία σημεία για να απολαύσεις τη βόλτα σου. Επίσης μια άλλη φοβερή ανάμνηση που έχω είναι ο Προφήτης Ηλίας που πηγαίναμε οικογενειακά την Καθαρά Δευτέρα να πετάξουμε χαρταετό και από το δήμο μοίραζαν φασολάδα, χαλβά και ελιές. Το ταβερνάκι δίπλα στον Προφήτη Ηλία ήταν ένα ακόμα παιδικό μου στέκι. Από τότε που ξεκίνησα να βγαίνω και να ανακαλύπτω την Ηλιούπολη ως έφηβος το σημείο αναφοράς ήταν αυτό το ταβερνάκι. Θυμάμαι όταν χιόνιζε ανεβαίναμε με την παρέα μου πάνω στο βουνό και γυρνώντας μπαίναμε στο ταβερνάκι που είχε τζάκι για να παίξουμε τάβλι και να τσιμπήσουμε».

                      (photo credit: Ρούλα Μονιάκι, ΑλέξανδροςΓεωργιάδης)

Η πρώτη κοπάνα από το σχολείο ήταν (κλασσικά!) για μπάνιο στα λιμανάκια. «Είχαμε κάνει κοπάνα στη Β λυκείου στα μέσα του Μαΐου για να πάμε με το λεωφορείο μέχρι τα λιμανάκια για μπάνιο. Το μόνο που υπήρχε τότε εκεί ήταν η καντίνα του Λευτέρη –όχι όπως είναι σήμερα. Ήταν πολύ ωραία χρόνια» λέει με νοσταλγία.

Το μέρος που επιστρέφει ξανά κι ξανά στα νότια είναι η θάλασσα. «Χειμώνα- καλοκαίρι πηγαίνω για ψάρεμα στο Σαρωνικό. Ξεκίνησα από μικρός το ψαροτούφεκο- έπεισα με τα χίλια ζόρια τους γονείς μου να μου πάρουν και ήταν το παιχνίδι μου. Για κάποια χρόνια το είχα αφήσει, αλλά μόλις τελείωσα τη δραματική σχολή ξεκίνησα πάλι. Από το 2000 μέχρι σήμερα πηγαίνω συστηματικά. Για μένα είναι η αποφόρτιση και η ψυχοθεραπεία μου. Δεν πηγαίνω με αυτοσκοπό να πιάσω ψάρια, αλλά να το απολαύσω κι έτσι μου μένει η ομορφιά του βυθού και η ησυχία που επικρατεί εκεί κάτω».

   (photo credit: Ρούλα Μονιάκι, Αλέξανδρος Γεωργιάδης)

Οι βόλτες των εφηβικών του χρόνων συμπεριλάμβαναν και τη Γλυφάδα. «Με την οικογένεια μου πηγαίναμε κλασσικά στη Μπιφτεκούπολη, ενώ σε ηλικία 14-15 φεύγαμε με την παρέα μου κι πηγαίναμε στη Γλυφάδα –μην με ρωτήσεις πως δεν θυμάμαι καν- σε διάφορα μαγαζιά, δεν είχαμε συγκεκριμένα στέκια. Θέλαμε να γνωρίσουμε τη νυχτερινή ζωή. Η Γλυφάδα είναι η καρδιά των νοτίων».

Υπάρχει κάτι που δεν του αρέσει στην Ηλιούπολη; «Πολλά δεν μου αρέσουν. Θεωρώ πως η Ηλιούπολη θα μπορούσε να είναι από τις καλύτερες περιοχές της Αθήνας μιας κι έχει πολλά προνόμια:  από πάνω έχει το βουνό, η θάλασσα είναι κοντά, δεν είναι πυκνοκατοικημένη και έχει πάρα πολλά πάρκα και πλατείες. Δυστυχώς τα περισσότερα πάρκα δεν τα εκμεταλλεύονται, είναι παρατημένα. Για παράδειγμα, το Οικογενειακό Πάρκο που έχει φτιάξει ο Δήμος Αργυρούπολης- Ελληνικού είναι φανταστικό. Νομίζω πως ο δήμος Ηλιούπολης κάνει πολύ μικρά βηματάκια, ενώ υπάρχουν οι υποδομές για μεγαλύτερα κι καλύτερα έργα» υποστηρίζει.

Όσο για την άποψη του για το Ελληνικό; «Προσωπικά δεν συμφωνώ με το καζίνο που θα είναι στο κέντρο της πόλης. Παρόλο αυτά μια τέτοια επένδυση είναι καλή: θα επιφέρει δουλειές, υποθέτω πως θα αυξήσει το βιοτικό επίπεδο της περιοχής, θα υπάρχει μια θετική ανάπτυξη. Επειδή ακόμα δεν έχει γίνει κρατάω τις επιφυλάξεις μου γιατί όταν κάτι καινούργιο γίνεται κάτι παλαιότερο χάνεται. Κι δεν ξέρω τι θα χαθεί: η αυθεντικότητα των νοτίων ή η προχειρότητα; Γιατί αν χαθεί η προχειρότητα θα είμαστε σε καλό δρόμο».

                (photo credit: Ρούλα Μονιάκι, Αλέξανδρος Γεωργιάδης)

Τηλεοπτικά είναι ο Φανούρης στις Άγριες Μέλισσες και τον ρωτάω αν περίμενε την επιτυχία της σειράς. «Το περίμενα όχι σ αυτό το επίπεδο. Γνωρίζω πολύ καλά τη δουλειά του σκηνοθέτη Λευτέρη Χαρίτου, ο οποίος είναι ένας καταπληκτικός ντοκιμαντερίστας και της σεναριογράφου, Μελίνας Τσαμπάνη κι όταν μαζευτήκαμε το καστ για την πρώτη ανάγνωση ένιωσα πολύ καλή ενέργεια. Το κοινό ξέρει να κρίνει και θα μου έκανε εντύπωση αν η συγκεκριμένη σειρά δεν πήγαινε καλά».

Τη φετινή σεζόν θα τον δούμε σε τρεις θεατρικές παραστάσεις. «Δε βρίσκω καμιά άλλη δουλειά που να μπορώ να περνάω τόσο καλά όσο στο θέατρο» απαντάει καθώς διαπιστώνει την έκπληξη μου για το φορτωμένο θεατρικό του πρόγραμμα. «Παίζω στη παράσταση «Γουόντερλαντ», σε σκηνοθεσία Θάλειας Γρίβα, στο 104 που βασίζεται στην «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων», μόνο που δεν είναι για παιδιά. Η συγγραφέας του θεατρικού Ηρώ Κισσανδράκη πήρε τις ιστορίες των παιδιών και τις μετέφερε σε έναν ενήλικο κόσμο, πιο σκληρό όπου οι ήρωες προσπαθούν να απαλλαγούν από τους δαίμονες τους. Το βιβλίο του Λουίς Κάρολ το είχα διαβάσει ως παιδί κι είχα εντυπωσιαστεί, ενώ τώρα που το μελέτησα πιο προσεχτικά απόλαυσα όλο αυτό το ταξίδι.

(Η παράσταση “Γουόντερλαντ” παίζεται κάθε Σάββατο και Κυριακή/ photo credit:Μαρία Κεσίλογλου)

Η δεύτερη παράσταση λέγεται «Ερυθρό» σε κείμενο του Παναγιώτη Μπαρμπαγιάννη και παίζεται στο ΠΚ. Το έργο διαπραγματεύεται τη βία που στη σύγχρονη οικογένεια κρύβεται πίσω από κλειδωμένες πόρτες. Ένα παιδί που εκ γενετής δεν είχε κάποιο γεννητικό θέμα, αλλά h τάση και το κακό οικογενειακό περιβάλλον το επηρέασε με αποτέλεσμα να κλειστεί σε ίδρυμα. Το συγκεκριμένο έργο, σε σκηνοθεσία Στέλιου Καλαϊτζή, είναι δυνατό, πολύ σκληρό, αλλά έχει μεγάλο ενδιαφέρον καθώς βλέπουμε πόσο σημαντικό ρόλο παίζει το οικογενειακό περιβάλλον στην ανατροφή ενός παιδιού. Γιατί ένα άλλο παιδί που θα μεγάλωνε σε ένα υποστηρικτικό περιβάλλον δεν θα τα περνούσε όλα αυτά.

(Η παράσταση παίζεται Δευτέρα- Τρίτη/ photo credit: Τζωρτζίνα Στάικου)

Και η τρίτη πρεμιέρα –έχει προγραμματιστεί για 20/11- είναι «Το τελευταίο όνειρο της Έμιλυ Ντίκινσον» στο θέατρο ΠΚ σε σκηνοθεσία Δημοσθένη Φίλιππα.  Μιλάει για τη ζωή της γνωστής Αμερικανίδας ποιήτριας που έφερε τη μοντέρνα ποίηση. Η Ντίκινσον μεγάλωσε σε ένα ανδροκρατούμενο περιβάλλον του 19ου αιώνα και σε μια θεοκρατική κοινωνία όπου παρ΄ όλα αυτά προσπάθησε πολύ να εδραιώσει την προσωπικότητα της».