INTERVIEWS

Οι «Λυγκηστές» της Γλυφάδας χορεύουν την ελληνική παράδοση βήμα βήμα

Ο νότιος  χορευτής και ιδιοκτήτης του συλλόγου χορού «Λυγκηστές» στη Γλυφάδα, Βαγγέλης Καρότσης, μας μιλά για τη μεγάλη του αγάπη, τους παραδοσιακούς χορούς, και, με αφορμή τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, μας εξηγεί την άρρηκτη σύνδεσή τους με την ιστορία και την κουλτούρα μας.

Γέννημα θρέμμα Γλυφαδιώτης, ο Βαγγέλης Καρότσης μπήκε στους παραδοσιακούς χορούς από νωρίς – με έναν τρόπο τόσο αναπόφευκτο που μπορείς να τον πεις και μοιραίο: Όταν ο πατέρας του ήταν Πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων στο σχολείο του και στο πρόγραμμα των δραστηριοτήτων προστέθηκαν-για πρώτη φορά σε σχολείο στη Γλυφάδα –  οι παραδοσιακοί χοροί, ο Βαγγέλης, ήθελε δεν ήθελε, μπήκε στην ομάδα. Πήγαινε τότε Α’ Δημοτικού στο 1ο Δημοτικό της πόλης. «Για να είμαι ειλικρινής, επειδή ήμουν ο γιος του Προέδρου του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων, με υποχρέωσε ο πατέρας μου να πάω για να ενισχύσουμε τις δραστηριότητες του συλλόγου. Δεν τον ξέραμε τότε τον χορό σαν δραστηριότητα» παραδέχεται.

Ούτε που φανταζόταν τότε πως με το πέρασμα του χρόνου οι χοροί θα εξελίσσονταν για εκείνον σε μια μεγάλη αγάπη, που θα αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς του. Μαζί με αυτά, ήρθε η ανάγκη του να μοιραστεί την αγάπη του αυτή με άλλους ανθρώπους, να μεταδώσει την ενέργειά του σε μικρούς και μεγάλους και να δημιουργήσει μια μεγάλη παρέα με ένα κοινό πάθος. Έτσι, ξεκίνησε να διδάσκει ελληνικούς χορούς ήδη από το Λύκειο. «Δεν ήταν στόχος μου να γίνω δάσκαλος. Ήταν το χόμπι μου, το οποίο κατάφερα να κάνω στη συνέχεια επαγγελματικά. Σημαντικό ρόλο στην απόφασή μου έπαιξαν σίγουρα οι καλοί δάσκαλοι που με μύησαν και με έκαναν να αγαπήσω τον χορό. Μετά μου άρεσε τόσο πολύ, που προέκυψε το επαγγελματικό και η ανάγκη μου να συνεχίσω να εφοδιάζομαι με τα κατάλληλα εργαλεία, ώστε να γίνομαι καλύτερος. Με δυο μεταπτυχιακά στη Χορολογία και στην Ιστορία, με εξειδικεύσεις στον παραδοσιακό χορό και στη μουσική».

Πλέον είναι ιδιοκτήτης της Ακαδημίας Ελληνικών Παραδοσιακών Χορών «Λυγκηστές» στη Γλυφάδα (Λυγκηστίς ή Λύγκος ήταν αρχαία χώρα-πόλη της Μακεδονίας, στην οποία κατοικούσαν οι Λυγκηστές) και καθημερινά προσπαθεί να μεταλαμπαδεύσει τις γνώσεις και το πάθος του για τον παραδοσιακό χορό σε άτομα όλων των ηλικιών. Το μόνο που του αρκεί, όπως λέει, είναι να πιάσει ένα παιδί από το χέρι και να μπουν μαζί στον χορευτικό κύκλο κάποιου γλεντιού. Αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι αρκετό για να μαγευτεί κάθε παιδί από την ομορφιά και το μεγαλείο των ελληνικών παραδοσιακών χορών και να θελήσει τελικά να ασχοληθεί περισσότερο με αυτούς. Όπως συνέβη κάποτε και στον ίδιο.

Στη συζήτησή μας μαζί του, ο Βαγγέλης Καρότσης όμως μιλά για τους ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς όχι μόνο ως ένα ενδιαφέρον χόμπι, αλλά ως στυλοβάτη της ελληνικής παράδοσης και όχημα μέσα από το οποίο μπορούμε μικροί και μεγάλοι να έρθουμε σε στενότερη επαφή με την ιστορία και τον πολιτισμό της χώρας μας.

«Ο παραδοσιακός χορός δεν είναι μόνο βήματα. Μεταφέρει την κουλτούρα, τη μουσική, την ιστορία. Σε ένα μάθημα για παράδειγμα, δεν κάνουμε μόνο χορό. Κάνουμε γεωγραφία με τα παιδιά, μαθαίνουμε από ποιο μέρος προέρχεται ένας χορός. Θα πάμε μια βόλτα στο χάρτη και θα δούμε πού είναι η Ρόδος, της οποίας τον χορό χορεύουμε. Θα ακούσουμε προσεκτικά τη μουσική και θα προσπαθήσουμε να αναγνωρίσουμε τι μουσικά όργανα ακούμε. Θα δούμε τις παραδοσιακές φορεσιές και θα μάθουμε γι’ αυτές. Σε ένα γλέντι αφιερωμένο σε μια περιοχή θα φάμε τους τοπικούς μεζέδες της και θα μάθουμε ποιοι είναι αυτοί. Ο πολιτισμός μας περνάει ατόφιος μέσα από τους παραδοσιακούς χορούς. Είναι ένα ολοκληρωμένο μάθημα της παράδοσής μας, όχι απλώς ένα μάθημα χορού».

«Στα παραδοσιακά τραγούδια έχουμε πάρα πολλές αναφορές στα ιστορικά γεγονότα της Ελλάδας. Η επανάσταση του 1821 έχει δώσει πολλά τραγούδια σε παραδοσιακούς χορούς. Περισσότερα βέβαια έχει δώσει ο έρωτας, ο θάνατος, η ξενιτιά, αλλά και το 1821 υπήρξε τρομερή πηγή έμπνευσης. Πολλά τραγούδια εξιστορούν κατορθώματα των αγωνιστών της επανάστασης. Ένα παράδειγμα είναι το “Του Ανδρούτσου η μάνα χαίρεται”. Πρόκειται συνήθως για τσάμικα και συρτούς χορούς, γιατί μιλάμε για την «παλιά» Ελλάδα, την ηπειρωτική. Υπάρχουν επίσης αναφορές σε καταστροφές όπως το κάστρο της Νάουσας, το Ζάλογγο και πολλά ακόμη».

«Υπάρχουν πολλές συγκινητικές ιστορίες πίσω από τους ελληνικούς χορούς. Πρόσφατα έπεσε στα χέρια μου ένα αφήγημα στο οποίο διάβασα το εξής: Επί Όθωνα, υπήρχε ο Μπάρμπα Αντώνης Μπέλεσης, από την Ρειχέα που είναι κοντά στους Μολάους, ο οποίος ήταν στο στράτευμα. Λόγω αγνόησης κάποιων εντολών καταδικάστηκε από τον Όθωνα σε θάνατο. Όταν ήρθε η ώρα της εκτέλεσής του, ζήτησε ως τελευταία επιθυμία να χορέψει ένα τσάμικο ενώπιον του Βασιλιά. Έτσι κι έγινε. Σύμφωνα με τον θρύλο, το τσάμικο που χόρεψε ήταν τόσο εντυπωσιακό, που η σύζυγος του Όθωνα, Αμαλία, είπε “Δεν είναι δυνατόν να στερήσουμε τη ζωή σε αυτό τον άνθρωπο”. Έτσι, αποφασίστηκε ότι πρέπει να πάρει χάρη. Γλίτωσε τη ζωή του από έναν λεβέντικο χορό. Αυτό για εμένα είναι ο ορισμός της συγκινητικής λαϊκής ιστορίας. Αντίστοιχα στη Νάουσα, για να μην “τουρκέψουν” οι γυναίκες, έπεφταν στο ποτάμι χορεύοντας. Και φυσικά υπάρχει η ιστορία των γυναικών του Ζαλόγγου».

«Τα τραγούδια που προσωπικά με συγκινούν είναι πολλά. Ένα καταπληκτικό είναι ένα συρτό από τη Δράμα και λέγεται “Κωνσταντίνος”. Φοβερό είναι επίσης το “Καημένε Δεντρολίβανε”. Είναι Αξιώτικο, από τη Νάξο».

«Από χορούς, λόγω καταγωγής της μητέρας μου από την Άνδρο, έχω μια τεράστια αγάπη για τον Συρτό και τον Μπάλο. Ακόμη μεγαλύτερη αγάπη, που δεν μπορώ να συγκρίνω με άλλες, είναι ο Μακεδονικός χορός από την περιοχή της Φλώρινας που λέγεται “Πουστσένο” ή αλλιώς “Λεβέντικος”, όπως λένε πολλοί. Αυτός λοιπόν, λόγω και του δασκάλου μου που είναι από εκεί και χορεύουμε χρόνια στη Μακεδονία, είναι από τους αγαπημένους μου. Είναι επίσης αρκετά δύσκολος»

Άλλο οι χοροί των Βλάχων και άλλο των νησιωτών

Πώς δημιουργήθηκαν οι παραδοσιακοί χοροί κάθε περιοχής; Όπως εξηγεί ο κ. Καρότσης, ο χορός ήταν ένα μέσο για να εκφραστεί ο λαός και, ως τέτοιο, η δημιουργία του ήρθε  αυθόρμητα. «Δεν κάθισαν κάτω να βάλουν συγκεκριμένα βήματα, όπως θα κάναμε σήμερα με μια χορογραφία για μια παράσταση. Προέκυψε μέσα από την σύμπραξη των ανθρώπων που σηκώνονταν να χορέψουν. Και φυσικά αυτό γινόταν ανάλογα με την περιοχή. Ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώθηκαν οι χοροί έχει να κάνει ακόμη και με τη φορεσιά των ανθρώπων. Για παράδειγμα, στις περιοχές που η φορεσιά είναι πιο βαριά, οι χοροί είναι πιο αργοί. Έχει να κάνει γενικά με τις συνθήκες, τη νοοτροπία, ακόμη και το έδαφος μιας περιοχής. Ο νησιώτης που έχει καλύτερες καιρικές συνθήκες και τη θάλασσα, δεν χορεύει με τον ίδιο τρόπο με έναν άνθρωπο του βουνού, έναν Βλάχο ή έναν Σαρακατσάνο. Είναι λίγο πιο εύθυμος, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, ενώ ο Βλάχος λίγο πιο βαρύς σαν άνθρωπος. Όλη αυτή η νοοτροπία αντικατοπτρίζεται στους χορούς κάθε περιοχής. Οι χοροί λοιπόν προέκυψαν μέσα στην κοινότητα. Μέσα από το γλέντι. Σχηματίστηκαν και καθιερώθηκαν αργότερα μέσω της επανάληψης των ίδιων βημάτων με την ίδια μουσική και έτσι έγιναν οι χοροί που ξέρουμε σήμερα».

Όσο για τους χορούς που ο ίδιος θεωρεί δύσκολους: «Ο “Λεβέντικος”, που ανέφερα και νωρίτερα, είναι κατά τη γνώμη μου από τους πιο δύσκολους χορούς, γιατί απαιτεί μεγάλη αντίληψη του ρυθμού. Ακόμη, δύσκολο θα μπορούσαμε να πούμε έναν χορό που έχει πολύ υψηλή ταχύτητα. Ωστόσο, οι αργοί χοροί, εσφαλμένα θεωρούνται από κάποιους εύκολοι. Σε αυτούς, μπορεί να μην υπάρχει η ταχύτητα, αλλά ο χορευτής πρέπει να έχει τρομερή ικανότητα να χορέψει πάρα πολύ αργά με έκφραση και να συμπληρώσει με κίνηση την πάρα πολύ αργή μελωδία του τραγουδιού. Το συρτό στα δύο, με έξι απαλές κινήσεις, θεωρείται απλό. Θα έλεγα όμως πως ένα Ηπειρώτικο είναι πολύ πιο δύσκολο από ένα Κρητικό. Τα Κρητικά μπορεί κανείς εύκολα να τα ‘πιάσει’ με μια μικρή ανάλυση. Σε έναν αργό χορό πρέπει να ‘απλώσεις’ κίνηση σε έναν πολύ αργό χρόνο. Ένας καλός χορευτής θα πάει σε ένα πανηγύρι και θα ζητήσει έναν αργό χορό, όχι έναν γρήγορο».

Γενικώς, η Ήπειρος είναι μια περιοχή «δύσκολη και επίσης πολύ αδικημένη, γιατί όλοι τη θεωρούν πολύ βαρετή. Το ίδιο και τα Μακεδονίτικα. Είναι αργά, αλλά περιλαμβάνουν μεγάλη ποικιλία. Οι εθνοτικές ομάδες που συνυπήρχαν σε μια περιοχή, σε ένα χωριό – Πόντιοι, Μικρασιάτες, Βλάχοι, Σαρακατσάνοι, ντόπιοι, Αρβανίτες, Ρομά – έχουν και τους δικούς τους κανόνες, ρυθμούς, τρόπο έκφρασης και μουσική και όλα αυτά φυσικά διαμορφώνουν πολλούς διαφορετικούς χορούς. Υπάρχουν πάρα πολλές υποκατηγορίες και παραλλαγές. Λέμε “χορεύουμε Συρτό”, όμως το Συρτό χορεύεται σε όλη την Ελλάδα – υπάρχουν 200 τρόποι να το χορέψεις».

Κάποιος που έχει κάνει κάποιο άλλο είδος χορού μπορεί να μάθει πιο εύκολα παραδοσιακούς χορούς; «Σίγουρα. Όποιος “το έχει” με τον χορό και έχει καλή αίσθηση του ρυθμού, μπορεί να μάθει πιο εύκολα. Ωστόσο, στους παραδοσιακούς χορούς, όποιος δεν το έχει τόσο με το ρυθμό, επειδή πολλοί χοροί δεν είναι τόσο απαιτητικοί ρυθμικά και κινησιολογικά, αλλά έχει “ψυχή” και έκφραση, μπορεί να χορέψει καλύτερα από κάποιον που κάνει για παράδειγμα 70 τούμπες. Όποιος θεωρεί πως δεν το έχει με τον χορό ή με τον  ρυθμό είναι καλύτερο να σηκωθεί, να μπει μέσα στον κύκλο, να πιάσει τα χέρια με τους άλλους και να μοιραστεί το συναίσθημα, γιατί τελικά θα τα καταφέρει. Αυτό ας πούμε δεν θα ίσχυε για το μπαλέτο ή για κάποιο άλλο είδος χορού. Αντίστοιχα, αν κάποιος ξέρει παραδοσιακούς χορούς, βοηθιέται για να μάθει ευκολότερα οποιοδήποτε άλλο είδος χορού. Δίνει τρομερή αρμονία στο σώμα, σωστή στάση σώματος και την εξοικείωση με το “κοινό”. Και δεν εννοούμε μόνο όταν είμαστε σε παράσταση. Κοινό είναι και ο διπλανός μας, όποιος μας κοιτάει, αυτός που έχουμε πιάσει το χέρι του και χορεύουμε μαζί του. Αυτό μας κάνει να “διορθώνουμε” τα χέρια μας, το σώμα μας, να θέλουμε να είμαστε καλύτεροι».

Μαθαίνοντας παραδοσιακούς χορούς στα παιδιά μας

«Δυστυχώς, τα παιδιά μόνα τους δεν ζητάνε να μάθουν παραδοσιακούς χορούς. Χρειάζεται η προτροπή των γονέων για να γνωρίσουν τη δραστηριότητα αυτή» εξηγεί ο Βαγγέλης. «Όπως του λέμε “πάμε να μάθεις Αγγλικά”, έτσι πρέπει να γίνεται και με τους παραδοσιακούς χορούς. Το καράτε για παράδειγμα, το παιδί θα το ζητήσει πολύ πιο εύκολα. Αυτό έχει να κάνει με το πώς προβάλλουμε κάποια πράγματα. Δεν θα δούμε ποτέ σε ταινία να σηκώνεται κάποιος να χορεύει ένα τσάμικο. Θα δούμε όμως άλλους, μοντέρνους χορούς, θα δούμε καράτε κλπ. Οι γονείς θα ήταν ωραίο να κάνουν την υπέρβαση, να βάλουν και κάποια παραδοσιακά τραγούδια στο σπίτι, να εξηγήσουν στα παιδιά. Θα ήταν πολύ ωραίο για παράδειγμα, όταν τρώμε την Κυριακή στο σπίτι οικογενειακά, να βάζουμε κάποια παραδοσιακά κομμάτια, να ακούνε και τα παιδιά. Από όπου είναι ο καθένας, κομμάτια από την περιοχή του».

Οι χοροί εν μέσω πανδημίας

Παρόλο που, όπως αναφέρει ο Βαγγέλης Καρότσης, η πανδημία έχει στερήσει από τον χορό ένα από τα ζωτικά του στοιχεία, το πιάσιμο των χεριών, η αγάπη για τον χορό ήταν αυτή που βγήκε και πάλι νικήτρια: «Βρήκαμε τρόπο να χορεύουμε και να εκφραζόμαστε χωρίς να πιανόμαστε, με αποστάσεις μεταξύ μας. Οπότε στην αρχή της πανδημίας αρχίσαμε να βρισκόμαστε σε εξωτερικούς χώρους και χορέψαμε αρκετούς μήνες έτσι. Σίγουρα δεν είναι το ίδιο με το να δώσεις τα χέρια, αλλά και πάλι κρατήθηκε η αλυσίδα. Δεν σταμάτησε η ανάγκη μας να εκφραζόμαστε και έτσι δεν σταμάτησε και ο χορός μας. Δώσαμε έμφαση σε ελεύθερους χορούς όπως ο Μπάλος, που δεν χρειάζεται να πιάσεις τον άλλον. Τώρα που έχει κλείσει η σχολή, χορεύουμε δύο φορές την εβδομάδα μέσα από τα σαλόνια μας, ζωντανά με τη βοήθεια των πλατφορμών».