INTERVIEWS

Oι Τούρκοι που βρήκαν μια δεύτερη πατρίδα στα νότια προάστια

Είναι νέοι, είναι Τούρκοι και εγκατέλειψαν την Τουρκία για μια καλύτερη ζωή. Έχουν όμως και ένα άλλο κοινό. Ζουν στα νότια προάστια και εξηγούν στο nou-pou.gr γιατί εδώ βρήκαν όσα έψαχναν στην πατρίδα τους.

Από την Λίλη Καρακώστα

Η πολιτική αστάθεια στην Τουρκία, η κακή οικονομική της κατάσταση αλλά και το ασφυκτικό κοινωνικό πλαίσιο που έχει δημιουργηθεί στη γειτονική χώρα τα τελευταία χρόνια, ώθησαν πολλούς νέους Τούρκους, να φύγουν μακριά από την χώρα τους με προορισμό, τον κοντινό γείτονα, την Ελλάδα, την χώρα που από παιδιά διδάσκονταν στο σχολείο πως ήταν μια χώρα εχθρική…

Μορφωμένοι, χωρίς προκαταλήψεις και αντιπαλότητες που πηγάζουν από το κοινό παρελθόν, τέσσερις νέοι Τούρκοι, που ζουν πλέον στην Ελλάδα, μας εξηγούν γιατί έφυγαν, πόσο εύκολα προσαρμόστηκαν και γιατί τα νότια προάστια σε μεταφέρουν νοερά στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη…

Emre Yavuz: Στα νότια, εκεί που ο ήλιος συναντά τους φοίνικες, είναι ο τόπος που πια αποκαλώ ‘το σπίτι μου’

Ήταν Δεκέμβριος του 2014, όταν έφυγα από την Τουρκία αλλά είχα πάρει την απόφασή μου πολύ νωρίτερα. Ήξερα πως θέλω να φύγω, αλλά δεν γνώριζα πως θα κατέληγα στην Ελλάδα. Κατάγομαι από τη Σμύρνη αλλά μεγάλωσα σε πολλές πόλεις της Τουρκίας λόγω του επαγγέλματος των γονιών μου που απαιτούσε πολλές μετακινήσεις. Σπούδασα Information Technology στην Άγκυρα και, μετά τις σπουδές μου, εργάστηκα σε πολλές εταιρίες πριν αποφασίσω να μετακομίσω στην άλλη πλευρά του Αιγαίου.

Έρευνες αποκαλύπτουν πως πολλοί νέοι και μορφωμένοι Τούρκοι εγκαταλείπουν μαζικά την Τουρκία. Το brain drain είναι πλέον αισθητό στην χώρα, όπως συμβαίνει και στην Ελλάδα άλλωστε

Στην περίπτωσή μου, οι προσωπικές μου επιλογές και οι επαγγελματικές μου φιλοδοξίες αποτέλεσαν τους βασικότερους λόγους για τους οποίους έφυγα. Την απόφαση την πήρα οριστικά μετά τα γεγονότα στο Πάρκο Gezi στην Κωνσταντινούπολη, τον Ιούνιο του 2013, καθώς η πολιτική και οικονομική αστάθεια στην Τουρκία ήταν πλέον ορατή. Η Τουρκία είναι μια χώρα πολύχρωμη, γεμάτη αντιθέσεις, αλλά ακόμη μικρή σε ηλικία καθώς η νέα της μορφή δεν είναι ακόμη ούτε 100 ετών. Βρίσκεται σε πλεονεκτική γεωγραφική θέση και έχει πολλά να μάθει ακόμη στο μέλλον.

Για μένα ήταν εύκολο να βρω δουλειά στην Ελλάδα καθώς είχα πρόταση πριν καν έρθω εδώ. Πάντα αγαπούσα την Ελλάδα για τις αντιθέσεις της. Άγριο και ατμοσφαιρικό σκηνικό στα νησιά του Αιγαίου, μικρά πανέμορφα χωριά στη βόρεια Ελλάδα και άπλετος ήλιος! Οι Έλληνες, παρά τις δυσκολίες, βρίσκουν πάντα τρόπο να προχωρήσουν στη ζωή τους. Οι άνθρωποι εδώ είναι συμπαθητικοί, καλόκαρδοι και γεμάτοι οράματα για το μέλλον του κόσμου. Θα έλεγα πως οι Έλληνες είναι ο πιο ήρεμος λαός του κόσμου. Νιώθω χαρούμενος που ζω πλέον κοντά τους και νιώθω ελεύθερος σε αυτή τη χώρα. Εκεί, που ο ήλιος συναντά τους φοίνικες, στα νότια δηλαδή της Αθήνας, εκεί πλέον είναι ο τόπος που αγαπώ να αποκαλώ «το σπίτι μου».

Ceren Buyuktetik: Στο Παλαιό Φάληρο βρήκα την Κωνσταντινούπολη των αναμνήσεών μου

Στην Τουρκία η ερώτηση «από πού είσαι» είναι πολύ κοινή, όπως ακριβώς και στην Ελλάδα. Αν όμως στην Αθήνα απαντήσεις «είμαι από την Κωνσταντινούπολη», μάλλον θα σε ξαναρωτήσουν, θεωρώντας πως άκουσαν λάθος. Μια τέτοια απάντηση κάνει αρκετούς να νομίζουν πως δεν τους λες την αλήθεια. Η Κωνσταντινούπολη ήταν ένας κόσμος αντιθέσεων στο παρελθόν, αλλά εξελίχθηκε σε ένα ετερόκλητο πλήθος που ασφυκτιά. Μεγάλωσε υπερβολικά σε μέγεθος με τον αγροτικό πληθυσμό να συρρέει σε αυτήν τα τελευταία 60 χρόνια. Οι άνθρωποι που κυνηγούσαν τα όνειρά τους άρχισαν να κατακλύζουν κάθε σπιθαμή της και να αναζητούν ευκαιρίες. Η ελπίδα μετατράπηκε σε ένα ιδιότυπο κυνήγι κέρδους.

Είχα την τύχη να γεννηθώ σε μια οικογένεια που ζει στην Κωνσταντινούπολη εδώ και πολλές γενιές. Έτσι, μεγάλωσα με τις ιστορίες της παλιάς Κωνσταντινούπολης για το πόσο ζωηρή ήταν η ζωή εκεί, πόσο νόστιμα τα φαγητά, πόσο αγνές οι φιλίες μεταξύ των γειτόνων. Οι ευκαιρίες τότε ήταν λίγες και οι δυσκολίες πολλές, όμως οι άνθρωποι τα κατάφερναν ο ένας με τη βοήθεια του άλλου. Τους έδενε η κοινή κουλτούρα της Κωνσταντινούπολης, που είχε μια αύρα μαγική. Οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, οι Αρμένιοι, οι Λεβαντίνοι και πολλοί άλλοι, συνέθεταν ένα ιδιότυπο παζλ και έδιναν χρώμα στην Πόλη. Ήταν τεχνίτες, καταστηματάρχες και έμποροι που έφεραν στην Κωνσταντινούπολη τις γεύσεις τους αλλά και την «ματιά» τους για τον κόσμο.

Η Πόλη δεν ήταν στα καλύτερά της όταν ήμουν παιδί αλλά για μένα ήταν μαγική. Με τον καιρό όμως, αυτή η μαγική εικόνα ξεθώριασε. Η ονειρική Πόλη της παιδικής μου ηλικίας μεταμορφωνόταν σε μια ιστορία τρόμου όσο μεγάλωνα. Γινόταν μια χαοτική, γεμάτη τσιμέντο ζούγκλα. Τα δάση που πήγαιναν οι παππούδες μου για πικ νικ καταστράφηκαν, οι ακτές που κολυμπούσε η μητέρα μου μολύνθηκαν, οι παραδοσιακές ταβέρνες πλάι στο Βόσπορο έγιναν εστιατόρια πολυτελείας, οι τεχνίτες που ψώνιζαν οι γονείς μου έκλεισαν τα μαγαζιά τους. Στην απρόσωπη πλέον Πόλη, οι άνθρωποι σταμάτησαν να επικοινωνούν με τους γείτονές τους και οι φιλίες χάλασαν. Οι Έλληνες της Πόλης, οι Αρμένιοι και οι Λεβαντίνοι, οι λεγόμενες «μειονότητες» έφυγαν παίρνοντας μαζί και όλα τα ευεργετήματα που είχαν απλόχερα χαρίσει στην Πόλη. Η Πόλη «άδειασε» από πολιτισμό την ίδια στιγμή που γέμιζε με πληθυσμό

Ειδικότερα τα τελευταία 15 χρόνια, οι αλλαγές ήταν ραγδαίες. Η Πόλη έγινε ανασφαλής και επικίνδυνη. Οι άνθρωποι διχάστηκαν εξαιτίας θρησκευτικών πεποιθήσεων, εθνικιστικών φωνών και πολιτικών αντιθέσεων, άνθρωποι που ζούσαν μαζί ειρηνικά για πολλά χρόνια. Οι άνθρωποι που πίνουν αλκοόλ, οι γυναίκες που φορούν κοντές φούστες, τα αγόρια και τα κορίτσια που διασκεδάζουν μαζί, ξαφνικά έγιναν «καταραμένοι». Ιδιαίτερα δύσκολα έγιναν τα πράγματα για τις γυναίκες. Όταν περπατάς στο δρόμο νιώθεις πως τα μάτια του κόσμου είναι καρφωμένα πάνω σου. Η πατριαρχία εισέβαλε στην ιδιωτική μας ζωή.

Η πλατεία Ταξίμ, μια από τις πιο ζωντανές γειτονιές όλης της Ευρώπης από πλευράς πολιτισμού, έγινε ένα τσιμεντένιο «τέρας». Τα μπαρ όπου έπαιζαν τη μουσική τους τα εναλλακτικά συγκροτήματα της Τουρκίας, έκλεισαν τις πόρτες τους. Τα ιστορικά μαγαζιά, βιβλιοπωλεία, θέατρα και σινεμά, έκλεισαν και αυτά ένα προς ένα και έτσι έσβησε κάθε μνήμη της παλιάς Πόλης που επιβίωσε μετά τα Σεπτεμβριανά. Όλοι αυτοί ήταν πρεσβευτές της παλιάς Πόλης, της ελίτ της κοινωνικής και πνευματικής ζωής του τόπου. Τα καταστήματά τους αντικαταστάθηκαν από θηριώδη εμπορικά κέντρα. Η ψυχή της Κωνσταντινούπολης νεκρώθηκε. Στη λαίλαπα αυτή δεν αντιστάθηκαν ούτε τα δάση της Πόλης. Στην καρδιά της Πόλης ξεφύτρωσαν τεράστια οικοδομικά συγκροτήματα. Πλέον είναι αδύνατον με ένα μέσο μισθό να νοικιάσεις ένα αξιοπρεπές σπίτι στο κέντρο. Ο υπερπληθυσμός οδήγησε τις κατασκευαστικές εταιρίες να φτιάξουν μεγάλα συγκροτήματα στα περίχωρα και έτσι, πλέον, έχει δημιουργηθεί και ένα απόλυτο κυκλοφοριακό χάος καθώς οι περισσότεροι περνούν πλέον 2-3 ώρες στην κίνηση μέχρι να φτάσουν στη δουλειά τους.

Αν άκουγε ο παππούς μου κάποιον να λέει πως ζει στην Κωνσταντινούπολη και στη κυριολεξία μένει σε αυτά τα προάστια, θα το θεωρούσε προσβολή για την Πόλη, καθώς στα νιάτα του, όλα αυτά θεωρούνταν χωριά. Για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν, άρχισα να σκέφτομαι να φύγω από την Κωνσταντινούπολη, παρόλο που όταν ήμουν παιδί έλεγα πως δεν θα μπορούσα ποτέ να ζήσω σε άλλη πόλη. Ευτυχώς κατέληξα στην Αθήνα, πριν από 4 χρόνια. Και λέω ευτυχώς, γιατί για μένα αυτό δεν σήμαινε απλά «μετακομίζω στην Ευρώπη». Ανακάλυψα πως εδώ βρήκα αυτό που μου έλειπε από την Πόλη. Ένιωσα τη χαρά της ζωής στο παρελθόν.

Ζω πλέον στο Παλαιό Φάληρο, όπου εγκαταστάθηκαν από παλιά πολλοί Έλληνες της Πόλης που αναγκάστηκαν να αφήσουν την πατρίδα τους πίσω. Έχω την τύχη να έχω γνωριστεί με πολλούς από τους ανθρώπους που άκουγα ως παιδί στις διηγήσεις του παππού μου. Τώρα ακούω και τις δικές τους ιστορίες. Τρώω στις ταβέρνες τους, ψωνίζω στα μαγαζιά τους, ακριβώς όπως και οι παππούδες μου. Παρά τη διαφορά στην ηλικία μας, μοιραζόμαστε με αγάπη τις ιστορίες από το παρελθόν. Ο θάνατος του παππού μου με έκανε να πιστέψω πως χάθηκαν για πάντα αυτές οι ιστορίες, όμως εδώ τις ξαναβρήκα.

Βλέπω πως όλοι οι Έλληνες της Πόλης την νοσταλγούν πολύ και θέλουν να επιστρέψουν κάποια μέρα. Εγώ τους συμβουλεύω να μην το κάνουν και να κρατήσουν τις παιδικές τους αναμνήσεις

Καθώς τους ακούω, μοιράζομαι μαζί τους ένα ανάμεικτο συναίσθημα νοσταλγίας και προδοσίας. Προδοσίας στην όμορφή μας Πόλη. Γιατί ξέρουμε πως όσοι ζουν εκεί θα συνεχίσουν να το κάνουν ακόμη και όταν εκείνη καταστραφεί από τον υπερπληθυσμό και την άναρχη δόμηση. Εμείς, όμως, δεν μπορούμε να γυρίσουμε στην Κωνσταντινούπολη των αναμνήσεών μας. Αλλά τουλάχιστον, ποτέ δε νιώθω μοναξιά εδώ. Νιώθω σα να ζω σε μια μεγάλη αγκαλιά. Ορισμένοι παραπονιούνται πως η Αθήνα, μοιάζει παλαιομοδίτικη, αλλά για μένα, Αθήνα σημαίνει ευλογία και σεβασμός στην παράδοση.

Ikbal Hatunoglu: Στον Φλοίσβο που κατοικώ θυμάμαι συχνά τη Σμύρνη

Ήρθα στην Ελλάδα το 2015, καθώς μια πολυεθνική εταιρία υπολογιστών με κάλεσε να δουλέψω στην Αθήνα. Εκεί δούλεψα για 3 χρόνια και 3 μήνες και στη συνέχεια παραιτήθηκα, για να ανοίξω τη δική μου επιχείρηση στην Αθήνα. Η Ελλάδα είναι η ιδανική χώρα για να επενδύσεις. Πολλά επαγγέλματα ακόμη είναι σε νηπιακό στάδιο και υπάρχουν ευκαιρίες. Θα πρότεινα ανεπιφύλακτα σε κάθε επιχειρηματία να επισκεφθεί την Ελλάδα για δουλειές. Όσο για τους Έλληνες; Είναι υπερβολικά ευγενικοί και πάντα πρόθυμοί να σε βοηθήσουν. Διάλεξα να ζήσω στα νότια προάστια και συγκεκριμένα στον Φλοίσβο, στο Παλαιό Φάληρο. Βλέπεις, κατάγομαι από τη Σμύρνη και το Παλαιό Φάληρο, μου την θυμίζει πολύ.

Ulaş Gürsat: Στα νότια βρήκα την Πόλη που δεν υπάρχει πια

Αν ζεις στο Παλαιό Φάληρο ή κάνεις βόλτες στην Εδέμ στον Φλοίσβο, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να με έχεις συναντήσει σαν έναν τυχαίο περαστικό, όπως όλοι αυτοί που συνηθίζουν να κάνουν βόλτες στην παραλία. Παρόλο που είμαι Τούρκος που ζει στο Παλαιό Φάληρο, έχω κοινές ιστορίες να σου πω με όσους θα δεις εδώ. Με λένε Ulaş και είμαι Τούρκος από την Κωνσταντινούπολη, που την λέω έτσι, όταν μιλάω ελληνικά και Istanbul, όταν μιλάω Τουρκικά. Ζω στην Αθήνα σχεδόν 4 χρόνια και στο Παλαιό Φάληρο 2,5 χρόνια. Στην Τουρκία ήμουν δημοσιογράφος και το να είσαι δημοσιογράφος ήταν η καλύτερη επιλογή που μπορούσες να κάνεις εκείνη την εποχή με πολλές ευκαιρίες και ευημερία. Ήταν όλα τόσο καλά βέβαια-αστειεύομαι όπως καταλαβαίνεις, που δεν τα άντεξα και γι αυτό δέχθηκα μια πρόταση για δουλειά σε ένα τηλεφωνικό κέντρο στην Αθήνα και εγκαταστάθηκα εδώ. Αφού έζησα στην Καλλιθέα για ένα χρόνο, μετακόμισα στο Παλαιό Φάληρο και θα έλεγα πως «ερωτεύτηκα» αλλά όχι, αυτό δεν ισχύει. Ήταν ένα διαφορετικό συναίσθημα. Σαν το δέσιμο και την οικειότητα που νιώθεις με έναν καλό φίλο. Από καιρό σε καιρό, νιώθω πως μικρά κομμάτια της Πόλης, έχουν μεταφερθεί στο Παλαιό Φάληρο. Όπως τα μάρμαρα του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο ή το Μουσείο της Περγάμου στο Βερολίνο. Ενθουσιάζομαι πολύ όταν βλέπω κομμάτια και συμπεριφορές της Πόλης στην Αθήνα. Άσε με να του το εξηγήσω αυτό. Η Κωνσταντινούπολη ήταν μια όμορφη πόλη. Όταν το λέω αυτό σε Έλληνες, αμέσως μου απαντούν: «Μα είναι ακόμη όμορφη». Ελάτε τώρα, ας είμαστε ειλικρινείς. Η Πόλη έχει μετατραπεί σε μια τσιμεντένια ζούγκλα και ασχημαίνει διαρκώς όσο «ασχημαίνουν» οι άνθρωποί της.

Αλλά ας μιλήσουμε για τις ομορφιές του Παλαιού Φαλήρου. Εκεί που βρίσκω κομμάτια της παλιάς Πόλης από ανθρώπους που ζούσαν σε αυτήν πριν από 20 χρόνια. Σαν το ντελικατέσεν Benito, στην οδό Αγίου Αλεξάνδρου, που το έχει μια οικογένεια ελληνοιταλών από την Κωνσταντινούπολη. Εκεί θα βρεις μεζέδες, τυριά, ελιές και παστουρμά, πελτέδες και δεκάδες άλλα πράγματα που θα συναντήσεις στα μαγαζιά της Πόλης. Φυσικά, εκεί μιλάμε τουρκικά. Στον ίδιο δρόμο θα βρεις μια οικογένεια ψαράδων από την Πόλη, που έχουν έρθει από το Kumkapi, εκεί που μας πήγαινε ο πατέρας μου, όταν ήμουν μικρός για να φάμε καλό ψάρι καθώς εκεί υπήρχαν οι πιο εκλεκτές ψαροταβέρνες. Ακόμη υπάρχουν αλλά πλέον, εκεί θα βρεις υψηλούς φόρους στο αλκοόλ, άπληστους μαγαζάτορες και εντελώς διαφορετικό κλίμα από αυτό που θυμάμαι από την παιδική μου ηλικία.

Την Πόλη θυμάμαι και όταν μπαίνω στο Sarayli, ένα τυπικό καφέ-ζαχαροπλαστείο στο Παλαιό Φάληρο. Πολλές φορές όταν έρχομαι εδώ ακούω ανθρώπους να μιλούν τουρκικά και γεύομαι πολίτικες νοστιμιές, όπως τουρκικό τσάι και μπακλαβά με φιστίκια. Μη με παρεξηγήσεις, δεν ανήκω σε αυτούς τους Τούρκους μετανάστες που τους λείπουν διαρκώς πράγματα από την πατρίδα τους και πηγαίνουν μόνο σε καταστήματα ομογενών τους. Όχι δεν συμβαίνει αυτό, σε αυτά τα μαγαζιά πηγαίνω 2 με 3 φορές τον χρόνο. Επίσης, ο οδοντίατρός μου, ο κύριος Αναστάσιος Φουρουντζόγλου. Είναι όμορφο να ανακαλύπτεις έναν γιατρό που μιλάει τη γλώσσα σου-και να είναι και καλός γιατρός! Σπουδάσαμε και οι δύο στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης και έχουμε όμορφες αναμνήσεις από αυτό. Εκείνος ιατρική και εγώ δημοσιογραφία σε ένα εξαιρετικό ακαδημαϊκό περιβάλλον με καλούς καθηγητές. Τότε υπήρχε η αίσθηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας στα πανεπιστήμια. Όχι πια. Στο Παλαιό Φάληρο, δεν θα βρεις πολλούς νέους, τόσο για οικονομικούς όσο και για κοινωνικούς λόγους. Έτσι, ένας από τους καλούς μου φίλους είναι ο Κώστας Μουτσάτσος, που είναι 63 ετών και κατάγεται από την Πρίγκηπο. Έχει νεανική ψυχή και πάντα διοργανώνουμε βραδιές με μπάμπερκιου και ποτά στην παραλία του Μπάτη. Ο Κώστας έχει να πάει στην Κωνσταντινούπολη 50 χρόνια. Τόσο εκείνος όσο και άλλοι που δεν ανέφερα εδώ, έχουν κουβαλήσει στο Παλαιό Φάληρο, κομμάτια της παλιάς Πόλης. Για μένα αυτό κάνει την περιοχή ξεχωριστή.

Η Πόλη ζει με μεγαλοπρέπεια στο μυαλό των ανθρώπων εδώ παρόλο που για όσους την κατοικούν είναι πλέον από τα πιο δυστυχισμένα μέρη στον κόσμο

Ενώ δεν είμαι φανατικός οπαδός, υποστηρίζω την τουρκική ομάδα Besiktas. Ο Νίκος Κόβης, παλιός παίκτης, μένει δύο δρόμους παρακάτω από μένα. Δεν έχουμε ακόμη συναντηθεί αλλά το ελπίζω κάποια μέρα να γίνει. Όπως ξέρεις, στον Φλοίσβο, υπάρχει ένα άγαλμα του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Και εκείνος και εγώ έχουμε πλέον βρεθεί στο Παλαιό Φάληρο, παρόλο που ζούσαμε κάποτε στην Πόλη. Και αυτό με κάνει να νιώθω σαν το σπίτι μου εδώ. Πολλοί με ρωτούν συχνά «Πώς είναι οι σχέσεις σου με τους Έλληνες λόγω του ότι είσαι Τούρκος;». Και απαντώ, πως δεν θα μπορούσαν να είναι καλύτερες καθώς με κάνουν να νιώθουν ευπρόσδεκτος χάρη στην αστική ευγένεια της παλιάς Πόλης που διαθέτουν. Δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερη η σχέση μας.Ένας φίλος μου από την Κωνσταντινούπολη με επισκέφθηκε πριν από μερικές ημέρες. Κάναμε βόλτες και του έδειξα το άγαλμα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Και εκείνος συνειδητοποίησε πως το άγαλμα δεν κοιτάζει πως την θάλασσα όπως στις περισσότερες περιπτώσεις ή σε κάποια συγκεκριμένη θέα. Έπειτα καταλάβαμε πως κοιτάζει βορειοανατολικά, προς την Κωνσταντινούπολη. Και καθώς ο αυτοκράτορας κοιτάζει προς την Πόλη, εγώ κάθομαι και απολαμβάνω τον ήλιο να δύει πάνω από την Σαλαμίνα και τον Πειραιά. Γιατί τα πράγματα δεν είναι πλέον τόσο όμορφα στην Πόλη που αγαπήσαμε και ζήσαμε και εγώ και ο Παλαιολόγος.