STORIES

Πατήρ Γεώργιος Καψάνης, ο Γέροντας του Παλαιού Φαλήρου

Η φωτεινή ιστορία του μοναχού που αφιέρωσε τη ζωή του στο Θέλημα του Θεού, όπως την αφηγείται στο NouPou ο αδερφός του -και πρώην Δήμαρχος Παλαιού Φαλήρου- Δημήτρης Καψάνης.

Τη δεκαετία του ’50, το Παλαιό Φάληρο ήταν ένα κοσμοπολίτικο προάστιο, με οργανωμένες παραλίες, κινηματογράφους, clubs, ζαχαροπλαστεία και κέντρα διασκέδασης. Τα νέα παιδιά της περιοχής ενδιαφέρονταν ελάχιστα για την εκκλησία και την πνευματική ζωή σε ένα τέτοιο κοσμικό περιβάλλον.

Ωστόσο, στην εκκλησία του Αγίου Αλεξάνδρου, ένας νεαρός φοιτητής της Θεολογίας, ιδρύει τη Χριστιανική Συντροφιά, μια παρέα παιδιών που ψυχαγωγούνται και συζητούν τις πνευματικές τους ανησυχίες στο υπόγειο του Ναού. Η συντροφιά  αυτή αποτέλεσε τον πυρήνα για τη δημιουργία του Χριστιανικού ιδρύματος νεότητας «Ο Παντοκράτωρ», που λίγα χρόνια αργότερα βρήκε στέγη σε ένα μεγάλο οικόπεδο στην οδό Ήβης, στην καρδιά του Φαλήρου, και μέχρι σήμερα αποτελεί έναν πολύ δημιουργικό χώρο ψυχαγωγίας, άθλησης και πνευματικής αναζήτησης.

Ο εμπνευστής όλου του εγχειρήματος, Γεώργιος Καψάνης, έμελλε να αφήσει στη μέση μια λαμπρή ακαδημαϊκή καριέρα για να ακολουθήσει τον δρόμο του μοναχισμού. Ο Μακαριστός Πατήρ Γεώργιος, ο Γέροντας και επί 40 έτη ηγούμενος της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, άφησε μια τεράστια  παρακαταθήκη στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ως ένας σύγχρονος στυλοβάτης της, με πλήθος συγγραμμάτων και ομιλιών και μεγάλο αποστολικό και φιλανθρωπικό έργο. Όσοι είχαν την τύχη να  τον γνωρίσουν θυμούνται πάντα την άδολη κι ανιδιοτελή αγάπη του, την ταπεινότητα, και την απλότητα που τον διέκρινε παρά το λαμπρό και ασυμβίβαστο πνεύμα του.

Ο Δημήτρης Καψάνης είναι αδερφός του Γέροντα και υπήρξε επί δεκάξι συνολικά έτη Δήμαρχος Παλαιού Φαλήρου. Σήμερα αφηγείται στο NouPou τη φωτεινή ζωή του ιερωμένου που αποτέλεσε έμπνευση για αμέτρητους ανθρώπους που τον γνώρισαν και τον συναναστράφηκαν.

Ο Δημήτρης Καψάνης, που διετέλεσε Δήμαρχος Παλαιού Φαλήρου από το 1975 μέχρι το 1986 και από το 1999 μέχρι το 2002.

«Ο Γέροντας ήταν τέσσερα χρόνια μεγαλύτερός μου. Έτσι, έζησα τα παιδικά μου χρόνια και τη νεότητα με έναν μοναδικό για μένα άνθρωπο. Δεν μου είναι εύκολο να εξυμνώ εγώ τον αδελφό μου, κάτι άλλωστε που ούτε ο ίδιος δεν θα ήθελε, όμως ευτύχησα στην ζωή μου  να έχω αυτόν ως αδελφό μου. Οι σχέσεις μας φωτίζουν διαχρονικά τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του γέροντα, που διακρίνονται από την υπερπερισσεύουσα αγάπη, την ανυπόκριτη ευγένεια και την γνήσια διάκριση. Είναι γνωστές οι παιδικές εντάσεις, οι μικροκαβγάδες, ακόμα και οι χειροδικίες ανάμεσα στα αδέλφια και μάλιστα όταν αυτά είναι αγόρια. Εμείς, όχι μόνο ουδέποτε μαλώσαμε ή διαπληκτιστήκαμε μεταξύ μας, αλλά ποτέ ο γέροντας δεν ύψωσε τη φωνή του εναντίον μου ή προσπάθησε με οποιονδήποτε τρόπο να μου επιβάλει τις απόψεις του. Κι αυτό όχι μόνο όταν ήμαστε παιδιά, αλλά και σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Ουδέποτε εξεδήλωσε το παραμικρό αίσθημα ζήλιας ως μεγαλύτερος αδελφός, αντίθετα είχα πάντα την αίσθηση τόσον εγώ, όσο και όλη η οικογένειά μου της προστατευτικής   παρουσίας του».  

«Ο  δρόμος που επέλεξε και ακολούθησε σε όλη του την ζωή ήταν καθορισμένος εκ κοιλίας μητρός. Όταν ήταν περίπου τριάμισι ετών, σε μια γιορτή οικογενειακή, η συζήτηση ήλθε στη φημολογία για το ποιος θα ήταν ο νέος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών μετά τον θάνατο του μακαριστού Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου κι η κουβέντα για τη διαδοχή του ήταν επίκαιρη. Εκείνος, λοιπόν , που άκουγε καθισμένος στην γωνία στο σαλόνι σηκώθηκε και είπε “Εγώ θα γίνω!”».

«Αρχιεπίσκοπος δεν έγινε βέβαια, ούτε, γιατί δεν ήταν στον λογισμό του να γίνει. Και μάλιστα, με το ιδιαίτερο και πηγαίο χιούμορ που είχε, όταν χήρευε κάποια Μητρόπολη και γίνονταν κουβέντες για το ποιος θα γινόταν ο νέος μητροπολίτης, τον ρωτούσαν αν θα γίνει αυτός και απαντούσε “όχι , γιατί δεν με αφήνει η μητέρα μου”».

«Ως παιδί είχε την συμπαράσταση της οικογένειας για να εκδηλώσει την αγάπη του για την εκκλησία. Ο γέροντας ευτύχησε, όντας ο καλός σπόρος, να βρει στα πρώτα του βήματα το κατάλληλο έδαφος για να μπορέσει να βλαστήσει και να αποδώσει καρπούς. Κυρίως τον ενθάρρυνε η οικογένεια της μητέρας μας, Μαρίας Καψάνη. Η μητέρα μας δασκάλα, διδασκάλισσα όπως λεγόταν τότε, γυναίκα θρησκευόμενη, με καταγωγή ανθρώπους από την Νάξο, από ανθρώπους απλούς αλλά με παράδοση ευλάβειας και φόβου Θεού. Ήταν κατηχήτρια στην ενορία Αγίου Αλεξάνδρου Παλαιού Φαλήρου και έκανε μεγάλο κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο».

 «Όταν ήταν παιδάκι, ένα υπόγειο δωμάτιο του σπιτιού μας στο Παλαιό Φάληρο, που είχε ένα παράθυρο προς τον κήπο, μετατράπηκε σε ένα μικρό εκκλησάκι. Το τέμπλο έγινε από δύο τάβλες, που χώριζαν το ιερό και που επάνω τους ήταν ζωγραφισμένα παιδικά σχέδια με τον Χριστό και την Παναγία. Μάλιστα του είχαν φτιάξει άμφια, θυμιατό και μία οβίδα στην ταράτσα του σπιτιού, που την χτυπούσε σαν καμπάνα όταν ήθελε να κάνει τις λειτουργίες στο εκκλησάκι του, για να καλέσει τα παιδιά της γειτονιάς».

«Ως μαθητής φοίτησε στο πρώτο δημοτικό σχολείο Παλαιού Φαλήρου και στην συνέχεια στο Πειραματικό σχολείο στην Αθήνα και ήταν άριστος. Σε όλα αυτά τα χρόνια, ενώ στο σχολείο διέπρεπε, δεν έπαψε ποτέ να είναι κοντά στην εκκλησία. Είτε ως παπαδάκι στον Άγιο Αλέξανδρο, είτε στο κατηχητικό είτε αργότερα ως κατηχητής».

«Όταν μπήκε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών ίδρυσε στο Παλαιό Φάληρο τη Χριστιανική Συντροφιά, μια ομάδα από νέους. Το όνομα συντροφιά το προτίμησε από την λέξη κατηχητικό γιατί γνώριζε ότι οι νέοι απωθούνταν από την λέξη κατήχηση. Η συντροφιά αυτή είχε πράγματι πολύ μεγάλη απήχηση. Ήταν τύπος Αρχικός, όπως είχε πει για αυτόν ο Αθανάσιος Πάλλης, διευθυντής της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής όταν τον βοήθησε για λίγο, πριν δώσει εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο. Το αρχικός από το άρχειν και όχι το κατάρχειν».

«Στη συντροφιά ήμασταν στην αρχή επτά παιδιά, μεταξύ των οποίων και ο Νίκος ο Ζίας, ο καθηγητής Πανεπιστημίου, ο οποίος υπήρξε και πρόεδρος του Ιδρύματος Παντοκράτωρ για πολλά χρόνια. Ξεκινήσαμε έχοντας ως ορμητήριο την υπόγεια αίθουσα του Αγίου Αλεξάνδρου στο Φάληρο. Σύντομα τα επτά παιδιά έγιναν εβδομήντα και η αίθουσα αυτή δεν μας έφτανε. Τότε αποφάσισε ο γέροντας, φοιτητής ακόμα, να απευθυνθεί σε επιφανείς Φαληριώτες προκειμένου να γίνει ένα κέντρο για τους νέους. Τότε ο Αγησίλαος Σγουρίτσας, ο οποίος υπήρξε διευθυντής του Εθνικού Τυπογραφείου και του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, είχε ένα μεγάλο κτήμα, 1500 μέτρων, στο Φάληρο. Ο Σγουρίτσας ανταποκρίθηκε στο αίτημα του γέροντα, αν και ήταν μόνο 21 ετών, τον εμπιστεύτηκε, και δώρησε το ακίνητο για να γίνει ένα κοινωφελές ίδρυμα, δηλαδή το Χριστιανικό Ίδρυμα Νεότητος ο Παντοκράτωρ. Και είχε την χαρά να δει στην περιουσία που δώρισε να πιάνει τόπο. Μάλιστα στον Ναό της Αναλήψεως που χτίστηκε στο οικόπεδο, πήγαινε κάθε Κυριακή για να λειτουργηθεί και απήγγειλε το πιστεύω».

Ο αείμνηστος δωρητής Αγησίλαος Σκουρίτσας υποδεικνύει την έκταση του κτήματος
1954: Ο Γέροντας, λαϊκός ακόμα και κατηχητής στο κατηχητικό του Αγίου Αλεξάνδρου
1955: Χορωδία της Χριστιανικής Συντροφιάς

«Για την ανέγερση των κτιριακών εγκαταστάσεων και της εκκλησίας βοήθησαν οικονομικά πολλοί άνθρωποι, καθώς χρήματα δεν υπήρχαν και ο Γέροντας ανέλαβε προσωπικά το βάρος, την ευθύνη και τον συντονισμό του έργου. Τα χρήματα βρέθηκαν τελικά από διάφορα κονδύλια  και άλλες  πηγές αλλά βοήθησε και η τοπική κοινωνία. Θυμάμαι και συγκινούμαι μια κυρία που δεν ήταν εύρωστη οικονομικά και συνεισέφερε δωρίζοντας μια λίρα στο Ίδρυμα. Σημαντική ήταν και η εθελοντική προσφορά εργασίας πολλών Φαληριωτών. Ιδιαίτερα δε τον νέων του Ιδρύματος».

1964: Κατάθεση θεμελίου λίθου του Παντοκράτορα από τον Μητροπολίτη πρ. Λήμνου Βασίλειο
1966: Εγκαίνια του Ιερού Ναού του Παντοκράτορα από τον ίδιο τον Μακαριστό Μητροπολίτη

«Μετά την αποφοίτηση του με άριστα από το Πανεπιστήμιο και την εκπλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, αφού εργάσθηκε λίγα χρόνια ως καθηγητής, συνέχισε τις σπουδές του στη Βοστώνη και πήρε μάστερ στην ποιμαντική. Το 1969 αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, υποβάλλοντας την διατριβή “Η ποιμαντική μέριμνα των φυλακισμένων”».

«Το 1972 κείρεται μοναχός. Χειροτονείται διάκονος και την ίδια χρονιά πρεσβύτερος στον Άγιο Αλέξανδρο. Το 1973 ενθρονίζεται ως ηγούμενος αναβιώνοντας ένα παλιό μοναστήρι στον Άγιο Γεώργιο τον Αρμά στα φύλλα Ευβοίας. Το 1974 επισκέπτεται  με τη συνοδεία του την Μονή Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους η οποία εκείνη την εποχή ήταν σε φθίνουσα κατάσταση. Οι μοναχοί, μεγάλης ηλικίας οι περισσότεροι, του είπαν “σας έφερε εδώ η Παναγία και πρέπει να μείνετε να αναλάβετε το μοναστήρι”. Εκεί ενθρονίστηκε ως Ηγούμενος το 1974 και έμεινε 40 συναπτά έτη, παρά τα σοβαρά προβλήματα της εύθραυστης υγείας του. Την ίδια χρονιά παραιτείται από το Πανεπιστήμιο θέτοντας τέρμα στην Ακαδημαϊκή του καριέρα».

Ο Παντοκράτορας πριν την ανέγερση του 1ου ορόφου – Μέχρι σήμερα, το ίδρυμα δίνει την ευκαιρία σε νέους να ψυχαγωγούνται παίζοντας μπάσκετ (αφού το πρώτο που φτιάχτηκε στον χώρο ήταν το γήπεδο) και πινγκ πονγκ, να χορεύουν παραδοσιακούς χορούς, να παίζουν θέατρο,  να ζωγραφίζουν, να διδάσκονται αγιογραφία και βυζαντινή μουσική, να παίζουν σκάκι και να διαβάζουν.
Φοιτητές στο ίδρυμα – Στον Παντοκράτορα σήμερα γίνονται συχνά ομιλίες, μουσικές εκδηλώσεις, θεατρικές παραστάσεις, παρουσιάσεις βιβλίων και εκθέσεις ζωγραφικής.

«Ο Γέροντας ό,τι πίστευε και δίδασκε το εφάρμοζε και στη ζωή του. Επί επταετίας επισκέφθηκε στα κρατητήρια του ΕΑΤ ΕΣΑ τον κρατούμενο Αντώνη Βγόντζα, διακεκριμένο νομικό και συγγραφέα. Εκεί, όπως περιγράφει στο βιβλίο του “Ανάμεσα στην μικρή και στην μεγάλη ιστορία” ο Βγόντζας, ο Γέροντας αντιμετώπισε τον περιβόητο Σπανό, πρωτοπαλίκαρο του καθεστώτος της επταετίας, που του επιτέθηκε φραστικά, σε έξαλλη κατάσταση, λέγοντάς του “δεν ντρέπεσαι εσύ, ιερωμένος, να επισκέπτεσαι τους αλήτες τους κομμουνιστές”. Ο γέροντας με πολλή ευγένεια απάντησε ότι έργο και υποχρέωση της εκκλησίας είναι να επισκέπτεται τους φυλακισμένους, χωρίς καμία διάκριση, συμπληρώνοντας προφητικά: “Κι εσάς εάν θα είστε στη φυλακή θα έλθω να σας επισκεφθώ”».