SOUTH STORIES

Balux Seaside: Η προφορική ιστορία

Πώς, πριν από 14 καλοκαίρια, η οικογένεια Παπαθεοχάρη και μια παρέα παιδιών από τη Γλυφάδα επινόησαν την Αθηναϊκή Ριβιέρα.

Αρχές 2004. Η μουσική του μεγαλύτερου ελληνικού πάρτι του 21ου αιώνα έχει ήδη αρχίσει να ηχεί στα αυτιά των Αθηναίων. Η πόλη προετοιμάζεται πυρετωδώς για τους Ολυμπιακούς Αγώνες (αγνοώντας την παράμετρο της επερχόμενης κατάκτησης του Euro που σύντομα θα εκτίνασσε τη διάχυτη αίσθηση ευφορίας στα ύψη) και, στα διαλείμματα, χορεύει στους ρυθμούς του «Shake it», ακολουθώντας το παράδειγμα του αεικίνητου Σάκη Ρουβά.

Το παραλιακό μέτωπο αναπλάθεται, το τραμ τους επόμενους μήνες πρόκειται να ενώσει τα νότια προάστια με το κέντρο της Αθήνας και, κάπου στη Γλυφάδα, το όραμα της νέας Αθηναϊκής Ριβιέρας γεννά την ιδέα ενός καφέ διαφορετικού από ό,τι γνωρίζει μέχρι στιγμής η Παραλιακή. Πίσω από την ιδέα, η πολυμήχανη οικογένεια Παπαθεοχάρη. Ο χώρος υπάρχει ήδη, δίπλα από το ομώνυμο club, αλλά το Balux Seaside χρειάζεται λεπτομερή σχεδιασμό, πολύ τρέξιμο, ένα τεράστιο budget και δημιουργική διάθεση για να πάρει σάρκα και οστά.

Κάπου εκεί είναι που τέσσερα παιδιά από τη Γλυφάδα μπαίνουν στο παιχνίδι. Ο Νίκος Μίχαλος, ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος, ο Γιάννης Κόρμπος και η Κλεοπάτρα Ψαρομάτη μπορεί να μην το γνωρίζουν ακόμα, αλλά τους επόμενους μήνες πρόκειται να στήσουν το μαγαζί που, 14 χρόνια μετά, θα αποτελεί ακόμα σημείο αναφοράς στα νότια προάστια.

Φτιάχνοντας την ομάδα

«Ετοιμάζουμε ένα καινούργιο καφέ στην παραλία. Θέλεις να φτιάξεις μια ομάδα και να το αναλάβεις;». Μπορεί να μοιάζει σαν να έχει περάσει μια ολόκληρη ζωή από τότε, αλλά σήμερα ο Νίκος Μίχαλος θυμάται ακόμα με κάθε της απόχρωση τη μέρα που ο Γιάννης Παπαθεοχάρης τού πρότεινε αυτήν τη συνεργασία. Στα 27 του, έπαιζε μπάσκετ επαγγελματικά και η καθημερινότητά του έπρεπε να αλλάξει δραστικά για να χωρέσει ένα τέτοιο εγχείρημα. Η πρόταση βέβαια ήταν ευέλικτη. «Σου δίνω ένα μεγάλο ποσοστό. Πάρ’ το και κάν’ το ό,τι θέλεις. Αν θέλεις κράτα το για εσένα, αν θέλεις σπάστο μαζί με άλλους» του είχε πει ο κύριος Γιάννης. «Επειδή λοιπόν ήμουν πιτσιρικάς και το φοβήθηκα λίγο, καθώς δεν είχα καμία εμπειρία μέχρι τότε στον χώρο της εστίασης, προτίμησα να το κάνω μαζί με φίλους. Βρήκα στην αρχή τον Γιάννη Κόρμπο που ήταν ήδη έμπειρος στη νύχτα, και μετά βάλαμε μέσα τον Βαγγέλη Αθανασόπουλο, ο οποίος δεν είχε καμία σχέση με τον χώρο, αλλά ήταν πολύ φίλος μου. Και μια μέρα, όπως ήμασταν σε ένα καφέ στη Γλυφάδα και κάναμε λίστες, γράφοντας πόσους σερβιτόρους θα χρειαστούμε, πόσους βοηθούς κλπ, περνάει η Πάτρα. Μας χαιρετάει, της λέμε στα γρήγορα τι ετοιμάζουμε και φεύγει. Και, με το που φεύγει, λέμε και οι τρεις ‘Μήπως να πάρουμε και μια γυναίκα μαζί μας;’. Της κάνουμε λοιπόν πρόταση κι εκείνη δέχεται».

Είναι Απρίλιος του 2004 και η ομάδα του Balux Seaside έχει μόλις συσταθεί.

«Μέχρι τότε, τα καφέ της Γλυφάδας ήταν όλα στη Ζησιμοπούλου. Αυτό ήταν ένα μεγάλο ρίσκο, γιατί δεν είχε ξαναγίνει κάτι αντίστοιχο: έπρεπε να καταφέρουμε ο κόσμος της Γλυφάδας, της Βούλας και της Βουλιαγμένης να έρθει για να πιει καφέ στην παραλία, όπου εκείνη την περίοδο υπήρχαν μόνο οι παραδοσιακές καφετέριες, αλλά όχι με τη μορφή ενός μοντέρνου all day χώρου. Εγώ, για να πω την αλήθεια, στην αρχή ήμουν επιφυλακτικός. Σκεφτόμουν ότι ο κόσμος είχε συνηθίσει να πηγαίνει για καφέ στη Ζησιμοπούλου. Όμως όταν πήγαμε και είδα τον χώρο και κατάλαβα τι μπορεί να γίνει εκεί, αμέσως το πίστεψα» παραδέχεται ο Γιάννης Κόρμπος.

«Προσωπικά, βρήκα πολύ challenging το project αυτό. Και η αλήθεια είναι πως η μαγιά πέτυχε» λέει η Κλεοπάτρα Ψαρομάτη: «Τι να πω; Για το φοβερό δημιουργικό μυαλό του Απόλλωνα Παπαθεοχάρη, για  το επιχειρηματικό δαιμόνιο του κυρίου Γιάννη και του Διογένη; Για την τρέλα και τις απίστευτες πινελιές της μαμάς, της κυρίας Νίκης; Για εμάς, τα τέσσερα τρελά Γλυφαδιωτάκια που τελικά αποδειχθήκαμε μια τρομερή ομάδα; Σήμερα μπορεί ο καθένας να έχει τραβήξει τον δρόμο του, όμως τότε, η συνταγή σίγουρα πέτυχε. Φτιάξαμε τη μαγιά για να γίνει κάτι καλό».

Όσο για τον χώρο, ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος θυμάται πως «το μαγαζί ήταν για εμένα το πιο ωραίο που είχε φτιαχτεί. Ο Απόλλωνας, που ήταν ο ‘καλλιτέχνης’, είχε κάνει πραγματικά φανταστική δουλειά. Ήταν ένας υπέροχος χώρος πάνω στη θάλασσα, με μαξιλάρες, φοίνικες, γκαζόν, την πισίνα…. Και, μοιραία, είχαμε πάρα πολύ κόσμο. Τα θυμάμαι ακόμα τα εγκαίνια. Είχαμε ασύλληπτο κόσμο και πραγματικά είχαμε χάσει τη μπάλα. Για δυο- τρεις μέρες δεν ξέραμε τι μας γίνεται. Αλλά με τη βοήθεια των παιδιών, του Διογένη κυρίως σε αυτό το κομμάτι, που ήταν πιο οργανωτικός, σιγά σιγά τα βγάλαμε πέρα».

Ανοίξαμε. Και τώρα, τι;

«Ειλικρινά, ήταν κάτι συγκλονιστικό αυτό που συνέβη. Ήταν και η χρονιά τέτοια, με τους Ολυμπιακούς και όλα αυτά, αλλά αλήθεια το μαγαζί είχε κάθε μέρα ουρές. Περίμενε ο κόσμος με τις ώρες. Μάλιστα, τον πρώτο καιρό, δεν ξέραμε καν πώς να το δουλέψουμε» παραδέχεται ο Νίκος Μίχαλος. «Παράγγελνε ένας πελάτης σε ένα σημείο του μαγαζιού και ο σερβιτόρος έπαιρνε την παραγγελία, έφευγε από εκεί που ήταν το πόστο του, έκανε περίπου 50 μέτρα διαδρομή για να δώσει την παραγγελία και ξαναγύριζε για να πάρει την επόμενη από τη νέα παρέα που εν τω μεταξύ είχε καθίσει στο διπλανό τραπέζι. Δεν είχαμε POS, δεν είχαμε κομπιούτερ, ήταν όλα στο χαρτί. Με εκείνα και με τα άλλα, τον πρώτο μήνα για να παραγγείλεις μπορεί να έκανες μία ώρα και για να σου έρθει η παραγγελία μπορεί να περνούσαν δυόμιση! Και, παρ’ όλα αυτά, ο κόσμος ήταν κάθε μέρα ο ίδιος. Δεν έφευγε!».

Το να «στρώσει» βέβαια η δουλειά, απαιτούσε αυτό ακριβώς. Δουλειά. Και, κυρίως, πολλή λάντζα. «Στην αρχή, εννοείται ότι ήταν πάρα πολλές οι δυσκολίες. Μέχρι και τουαλέτες καθαρίζαμε ή μπαίναμε εμείς πίσω από το μπαρ. Και μετά ερχόταν ο κύριος Γιάννης και βγαίναμε για να το παίξουμε υπεύθυνοι!» λέει η Κλεοπάτρα Ψαρομάτη. «Δυσκολίες όμως είχαμε και μεταξύ μας, γιατί είχαμε διαφορετικές προσωπικότητες. Αλλά, στο τέλος της ημέρας, όλα πήγαιναν καλά. Για εμένα, ήταν ένα τρομερό turning point στη ζωή μου. Γνώρισα και τον άντρα μου εκεί. Σήμερα έχουμε έξι παιδιά. Θυμάμαι να μου τον φέρνει μια μέρα ο κύριος Γιάννης και να μου λέει ‘Ό,τι χρειαστείς, ο Κώστας εδώ είναι δικό μου παιδί και θα σου λύσει τα χέρια. Ξέρει την επιχείρηση πολύ καλά’. Ε, κι εγώ μάλλον αυτό το ‘ό,τι χρειαστείς’ το παρερμήνευσα κάπως!».

Την ίδια ιστορία, από την πλευρά του παρατηρητή, αφηγείται και ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος: «Κάποια στιγμή ήρθε ο Κώστας Μαντάς, που δούλευε ήδη στα άλλα μαγαζιά του ομίλου, και γνωρίστηκε με την Κλεοπάτρα. Και εκεί γεννήθηκε ένας μεγάλος έρωτας. Παντρεύτηκαν μετά από 6 μήνες! Μια μέρα, τον Αύγουστο, απλώς εξαφανίστηκαν από το μαγαζί. Ψάχναμε όλοι την Κλεοπάτρα και τον Κώστα, και είχαν φύγει για Ελαφόνησο χωρίς να ξέρει κανείς τίποτα». Όσο για τις «επιπλοκές», ο ίδιος εξηγεί πως είχαν όλες και την ευχάριστη πλευρά τους. «Επειδή είχαμε έναν τεράστιο κατάλογο κοκτέιλ με ό,τι φρούτο μπορείς να φανταστείς, κάθε εβδομάδα έφευγαν δύο τρεις barwomen. Είχε πάρα πολλή δουλειά και δεν άντεχαν. Οπότε, κάθε λίγο δοκιμάζαμε μια καινούργια barwoman. Kαι βέβαια πίναμε όλο τον κατάλογο».

Οι αρχικές αμφιβολίες του Γιάννη Κόρμπου είχαν, φυσικά, εξανεμιστεί. «Τελικά, παρόλο που φοβόμουν πώς θα κατεβάσουμε τον κόσμο στην παραλία, μέσα σε δύο εβδομάδες, από στόμα σε στόμα μαθεύτηκε και πέρασαν όλοι μία βόλτα. Και το άγχος μας ήταν πια πώς θα ανταποκριθούμε σε όλον αυτόν τον κόσμο. Μας πήρε λίγες μέρες να το στρώσουμε, ήταν και δύσκολο το μαγαζί γιατί είχε πολύ μεγάλες αποστάσεις, αλλά, εντάξει, όλα τελικά διορθώθηκαν. Από εκεί και πέρα μπήκαμε σε ένα καλοκαίρι απίστευτο. Αν και δεν μου αρέσει να αναπολώ πράγματα από το παρελθόν, χρονιά σαν το 2004 δεν ξέρω αν θα ξαναέρθει για την Ελλάδα. Είχαμε, λοιπόν, την τύχη να πέσουμε πάνω σε αυτήν τη χρονιά».

Παγώνια σε ηρωική έξοδο και άλλες ιστορίες γλυφαδιώτικης τρέλας

Η αλήθεια είναι πως, ακόμα κι αν η ιστορία του μπορεί να καταγραφεί, η αίσθηση εκείνου του καλοκαιριού στον Αστέρα Γλυφάδας μοιάζει να γλιστράει μέσα από τις λέξεις. Ό,τι κι αν πεις, θα την αδικήσεις. Ο Νίκος Μίχαλος δεν το βάζει κάτω, πάντως. «Θυμάμαι τον Ρέμο, τη Μαρινέλλα και άλλους καλλιτέχνες να έρχονται και να κάθονται μέχρι το πρωί. Θυμάμαι τον Ασλάνη να κάνει επίδειξη στην πισίνα και εμείς να στήνουμε το catwalk για τέσσερις μέρες. Θυμάμαι ότι ανοίξαμε το μαγαζί και δεν είχε έρθει ακόμα η σκεπή! Θυμάμαι τον Απόλλωνα, τη μέρα των εγκαινίων, να είναι στα παγόνια -γιατί είχε φτιάξει μέχρι κι ένα κλουβί με παγόνια μέσα στο μαγαζί- και να τα ταΐζει. Και μια φορά έφυγαν τα παγόνια και τα κυνηγούσαμε στην παραλιακή! Μαζί με τον Απόλλωνα πηγαίναμε από περίπτερο σε περίπτερο και ρωτούσαμε αν είδαν κανένα παγόνι. Φυσικά οι άνθρωποι νόμιζαν ότι τους κοροϊδεύαμε και μας έβριζαν. Μπορεί να ακούγεται ίσως λίγο εγωκεντρικό αυτό που λέω, όμως ήταν κάτι συγκλονιστικό αυτό που συνέβη στο Balux. Και ήταν κάτι που εμένα με εξέλιξε πάρα πολύ, ήταν πολύ σημαντική αυτή η χρονιά, όπως και οι επόμενες. Χρωστάω πάρα πολλά στην οικογένεια Παπαθεοχάρη και αυτό είναι κάτι που θα αναγνωρίζω πάντα. Ό,τι έχω κάνει μέχρι σήμερα, το χρωστάω σε εκείνους. Οφείλω όμως την επιτυχία του project και στους άλλους τρεις. Είχαμε και τους τσακωμούς μας, αλλά ήμασταν πολύ επιτυχημένη ομάδα, μια πραγματική οικογένεια».

Και έζησαν αυτοί καλά…

Το πρώτο καλοκαίρι τελείωσε, η σκεπή -με αρκετές εβδομάδες καθυστέρησης και πριν προλάβει ο ουρανός να πέσει πάνω στο κεφάλι τους- ήρθε και η ομάδα, καλώς ή κακώς, διαλύθηκε. Κληροδότησε όμως τη συνταγή της επιτυχίας στις επόμενες γενιές του Balux. Με τον χώρο να διανύει φέτος το 15ο καλοκαίρι του, οι μνήμες των ανθρώπων που εργάστηκαν στο μαγαζί όλα αυτά τα χρόνια έχουν έναν κοινό παρονομαστή. Τη δουλειά που γίνεται διασκέδαση.

Σπύρος Αυλωνίτης – Service (2009 -2011)

«Θυμάμαι ότι κάθε μέρα, γύρω στις 20:00, όσοι καπνίζαμε πηγαίναμε πίσω να πιούμε μια δυο γουλιές καφέ και να χαζέψουμε το ηλιοβασίλεμα που ήταν μαγικό. Και ήταν τόσο ωραίο το κλίμα με τα παιδιά. Δεν το βλέπαμε σαν δουλειά. Αν εξαιρέσεις βέβαια ένα δίωρο που ‘τρώγαμε ξύλο’, γιατί ο κόσμος ερχόταν κατά εκατοντάδες και μπορεί να ξεχνούσα και το όνομά μου! Έλεγαν στον κόσμο ‘δεν έχουμε χώρο να μπείτε’ και το εννοούσαν. Υπήρχε τόσος κόσμος ήδη στο μπαρ περιμένοντας να καθίσει σε τραπέζι, που ειλικρινά δεν υπήρχε χώρος να μπουν άλλοι. Κάναμε μέχρι και διαγωνισμό κοκτέιλ. Πόσα κοκτέιλ πούλησε κάθε βράδυ ο κάθε σερβιτόρος. Και μαζευόμασταν μετά και λέγαμε, ‘Εγώ έδωσα 35’, ‘Εγώ 40’. Απίστευτα νούμερα!».

Μιρκέτα Βιδάλη  – Υποδοχή (2006-2010)

«Τα χρόνια στο Balux ήταν χωρίς υπερβολή τα πιο ξέγνοιαστα και χαρούμενα τις εφηβικής μου ζωής. Δούλεψα, γέλασα, ερωτεύτηκα, έκλαψα και κυρίως απέκτησα φιλίες που κρατούν μέχρι και σήμερα. Δεν θα ξεχάσω τον πανικό που με κυρίευε τις πρώτες μέρες που πήγα για δουλειά όταν ο κόσμος ερχόταν χωρίς στοπ , τα τραπέζια ήταν γεμάτα και η αναμονή τουλάχιστον 45 λεπτά, όμως αυτό δεν τους σταματούσε. Περίμεναν και συνέχιζαν να έρχονται. Δεν θα ξεχάσω τη μουσική του Νίκου Μίχαλου που κάποια στιγμή απλά κουράστηκε να απαντάει σε ερωτήσεις για το πώς λέγεται το κάθε τραγούδι και άρχισε να μας μοιράζει CD! Δεν θα ξεχάσω τα μαγικά βράδια δίπλα στη θάλασσα, να νιώθω τόσο τυχερή που δουλεύω εκεί. Και μετά, όταν όλοι είχαμε σχολάσει, να καταλήγουμε στο Zebra να λέμε τα νέα της ημέρας τρώγοντας κρέπες!».

Δημήτρης Προκόπης – Υποδοχή (2011, 2012, 2015)

«Ζω δίπλα στη θάλασσα, οπότε το να δουλεύω και δίπλα στη θάλασσα ήταν ιδανικό για μένα. Με το Balux Seaside όμως, η δουλειά έγινε τρόπος ζωής και οι άνθρωποι με τους οποίους δούλεψα είναι ακόμη και σήμερα σαν οικογένεια για μένα».

Άννα Δεσποτοπούλου – Yποδοχή (2011)  

«Από το Balux θυμάμαι το τρομερό ηλιοβασίλεμα, την απίστευτη σχέση του προσωπικού μεταξύ μας και σίγουρα το γέλιο που κάναμε με την ενδοσυνεννόηση!».

Αλεξάνδρα Κωβαίου – Bar (2008)

«Το Balux Seaside Paradise ήταν στην κυριολεξία ο παράδεισος για εμένα – τόσο όσο δούλευα εκεί, όσο και τα επόμενα χρόνια, μέχρι και σήμερα! Κάθε φορά που το επισκέπτομαι, με νοσταλγία θυμάμαι τα ηλιοβασιλέματα, εμένα πίσω από το μπαρ να καθαρίζω δυόσμο, τη Μιρκέτα πέρα δώθε να κάνει seating, τον Chris Child να μας λέει για τα τατουάζ του και τον Μίχαλο να μας διηγείται ιστορίες για την Ελαφόνησο. Πού και πού, να εμφανίζεται και ένα παγόνι, και εκεί να λες μέσα σου ‘πραγματικά, τι ζω;’. Υπέροχες αναμνήσεις, από έναν επίγειο εξωτικό παράδεισο».

Info: Λεωφόρος Ποσειδώνος 58 Γλυφάδα, τηλ.210-8940566