SOUTH STORIES

Η ζωή μας μια ρόδα στο Λούνα Παρκ International

Ήταν η εποχή που ξετρελαινόμασταν  με μια ρόδα, μια μπαλαρίνα και αμάξια να συγκρούονται μεταξύ τους. Μια εποχή αθωότητας, διασκέδασης, ανεμελιάς μα πάνω από όλα αγνότητας. Υπάρχει άραγε παιδί των Νοτίων Προαστίων, και όχι μόνο, που δεν θυμάται το Λούνα Παρκ International της Γλυφάδας;

Δεν ήταν ποτέ δύσκολο να εντοπίσεις το International. Ήταν η εποχή που οι μαρίνες της Γλυφάδας είχαν πολύ λίγα πράγματα. Αν έβγαζες από τον χάρτη το Μαριδάκι και το Σιρόκο και λάβεις υπόψη σου ότι δεν υπήρχε τραμ ούτε κατά διάνοια, υπήρχε μόνο ένα σημείο το οποίο θύμιζε κλαμπ. Στην τελευταία μαρίνα με τα φώτα του International να σε καλούν.

Ήταν η στάνταρ διασκέδαση μας τις Παρασκευές και τα Σάββατα. Πήγαινες νωρίς το απόγευμα και μπορούσες να γυρίσεις μέχρι και 12 τη νύχτα. Το International ήταν ένα μέρος που σου έδινε τη δυνατότητα να κάνεις τα πάντα. Είχε φαγητό για όλα τα γούστα (μια εποχή θυμάμαι ότι έψηνε και burgers), είχε ένα σωρό κούρσες που για την εποχή μας τις βλέπαμε μόνο σε ταινίες και υπήρχε ένα συνεχές κλίμα ανελέητης διασκέδασης, γύρω από χαμόγελα, δώρα, φωνές και όμορφες στιγμές. Σκέψου δηλαδή, σαν να είχες τοποθετήσει όλη την ευτυχία και τα όμορφα συναισθήματα σε ένα μικρό μέρος. Σπουδαίο και σπάνιο πράγμα συνάμα.

Οι αδερφοί Βασιλόπουλοι που το είχαν στη κατοχή τους, το αγαπούσαν σαν το σπίτι τους. Και γιατί όχι; Εκεί μέσα μεγάλωσαν και τα δικά τους παιδιά και εκτός αυτού μια τέτοια επιχείρηση, ήταν χρυσορυχείο. Εκτός από τον απλό κόσμο, είχε κερδίσει την εκτίμηση της τοπικής πολιτικής σκηνής που συχνά-πυκνά, διοργάνωνε events και πάρτι για μικρά παιδιά, συλλόγους και σωματεία. Το International ήταν το μοναδικό Λούνα Παρκ το οποίο, ενώ δεν πλήρωσε ποτέ του για φανταχτερές διαφημίσεις, ήταν γνωστό μέχρι το Κεφαλάρι και την Άνοιξη, με πολύ κόσμο να έρχεται μονοήμερες στα μέρη μας με στόχο να ταξιδέψει με τη μαγεία του.

Ο Νικόλας ήταν ένας από τους υπαλλήλους που εργάστηκαν για αρκετό καιρό.

«Δούλευα Σαββατοκύριακα για να βγάλω χαρτζιλίκι. Θυμάμαι πως κοιτούσαν τα παιδιά τα παιχνίδια, πως έτρεχαν, πως χαμογελούσαν όταν έπαιρναν τα δώρα τους. Ακόμη και αν είχες πολύ δουλειά και στην κυριολεξία πνιγόσουν, είχες μια μικρή ηθική ικανοποίηση γι’ αυτό που έκανες. Είχες καταφέρει να κάνεις ένα παιδί ευτυχισμένο. Ακόμα και όταν μπήκαμε στη νέα χιλιετία, ο κόσμος συνέχιζε να του δείχνει την ίδια αγάπη. Είχε κάνει το Λούνα Παρκ κομμάτι της ζωής του. Και εμείς άλλωστε».

Αν η νεολαία της εποχής είχε ξετρελαθεί με την ‘‘μπαλαρίνα’’, τη ‘‘ρόδα’’ και το ‘‘χταπόδι’’,  προς τα τέλη των 90’s και αρχές των 00’s,  ο χώρος αναβαθμίστηκε. Έφερε ακόμη περισσότερα παιχνίδια και φυσικά το πρώτο roller coaster που είχαν δει τα μάτια μας.  Δέσποζε στην δεξιά γωνία του Λούνα Παρκ, ακριβώς δίπλα στα συγκρουόμενα, σε χρώματα μοβ και κίτρινο. Είναι σαν να το βλέπω μπροστά μου.  Ακόμη και αν κάποια στιγμή έβρισκες εκνευριστικές τις ουρές και είχε τόσο κόσμο που δεν έβλεπες τη μύτη σου, βρισκόσουν σε ένα πιο μικρό και ταπεινό αντίγραφο της Disneyland. Μεγάλα λόγια; Όχι για κάποιους που έζησαν στα 90’s, που το Allou δεν είχε μπει ακόμη στις ζωές μας και που θεωρούσαν το International μια μικρή μαγεία μέσα στη ζωή τους. Και ίσως και να ήταν πριν ξεκινήσει η κάτω βόλτα.

Λόγω των εργασιών που αναγκάστηκαν να γίνουν στην τελευταία μαρίνα και με την Αθήνα να γνωρίζει ότι πρέπει να προετοιμάσει εγκαταστάσεις για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, το International αναγκάστηκε να φύγει από το ναό του. Πήγε σε ένα πολύ μικρότερο χώρο, αλλά όσο και αν προσπαθούσε να σπρώξει την κατάσταση πίσω στις παλιές καλές μέρες, εκείνες είχαν περάσει ήδη στο χρονοντούλαπο. Ο κόσμος λιγοστός, τα έσοδα σαφώς λιγότερα και πλέον το μοναδικό πράγμα που έχει μείνει, είναι κάποια ξεχασμένα ‘‘αναμνηστικά’’ από τις παλιές εγκαταστάσεις. Ξεχασμένα σαν τις παιδικές ημέρες  που έφυγαν.

Προσωπικά, ακόμη και όταν επισκέφθηκα άλλα Λούνα Παρκ, δεν ένιωσα τα ίδια συναισθήματα. Ναι, διασκέδασα με τις κούρσες, αλλά το International είχε καταφέρει να συνδεθεί ψυχικά με την παιδική μας ηλικία. Σχημάτισε αυτούς τους περίεργους δεσμούς και μας καθοδήγησε στην ενηλικίωση μέσα από μια πιο αγνή και ειλικρινή πορεία, που λίγα παιδιά τη βιώνουν σήμερα. Άλλωστε ανήκουμε σε αυτή τη γενιά της Γλυφάδα, που μεγάλωσε με το σπιτίσιο burger του Queen και του American Toast, που έβλεπε σινεμά στο Άννα Ντορ και στην Αίγλη και που άκουγε το ‘‘I Like To Move It’’ όταν έμπαινε στη μπαλαρίνα.

Ίσως τελικά η μουσική να μην σταμάτησε στις καρδιές και κάποια φώτα να μην έσβησαν ποτέ.