SOUTH STORIES

Η ιστορία της ταβέρνας «Ρεμούτσικο» που σερβίρει το πιο νόστιμο κοντοσούβλι

Ο Ηλίας Δήμας με υποδέχεται στο μαγαζί που έφτιαξε με μεράκι ο πατέρας του και έγινε γνωστό για τα καλοψημένα κρεατικά του.

Στη μονοκατοικία του, στην οδό Αγίου Δημητρίου 120, στον Άγιο Δημήτριο, ο παππούς- Παναγιώτης είχε φτιάξει μια μικρή αποθήκη, όπου έβαζε τα βαρέλια του κρασιού που έφτιαχνε μόνος του. «Από εκεί περνούσαν οι κάτοικοι της περιοχές για να προμηθευτούν κρασί παραγωγής του που γινόταν ανάρπαστο» μου αφηγείται ο εγγονός του και σημερινός ιδιοκτήτης της ταβέρνας, Ηλίας Δήμας ξετυλίγοντας την ιστορία του μαγαζιού.

Όλα ξεκίνησαν για το Ρεμούτσικο όταν «έφυγε» ξαφνικά από τη ζωή ο παππούς Παναγιώτης. Ο γιος του, Κωνσταντίνος (μπαμπάς του Ηλία) αποφάσισε να κάνει την αποθήκη ένα μικρό κουτούκι για να μαζεύονται οι φίλοι. «Ο μπαμπάς το ξεκίνησε για πλάκα για να συγκεντρώνονται με τους φίλους του να τσιμπάνε μεζεδάκια, να πίνουν κρασάκι και να τραγουδάνε με τις κιθάρες. Δύο από τους φίλους του είναι ο Πάνος και ο Χάρης όπου έρχονταν πολύ συχνά και περνούσαν τα βραδιά τους συντροφιά με την κιθάρα. Μάλιστα, εδώ μέσα έχουν γραφτεί αρκετά τραγούδια που αργότερα έγιναν επιτυχίες» εξηγεί ο Ηλίας.

Για να τιμήσει τον μπαμπά του ο κύριος Κωνσταντίνος έδωσε στο μαγαζί το όνομα «Ρεμούτσικο». Τι σημαίνει; «Ήταν μια έκφραση του παππού, η οποία βγαίνει από τη λέξη ρεμούλα που σημαίνει τράκα, το τζάμπα φαγητό και εκείνος έλεγε πάμε να κάνουμε Ρεμούτσικο. Έτσι, όταν το 1982 ο μπαμπάς άνοιξε το  κουτουκάκι του έδωσε το συγκεκριμένο όνομα για να τον τιμήσει. Θυμίζει λίγο την ελληνική φιλοξενία που είναι το σήμα- κατατεθέν μας» σχολιάζει ο Ηλίας.

Με το πέρασμα του χρόνου το μαγαζί άρχιζε να μεγαλώνει. «Ο μπαμπάς μου αγαπούσε πολύ τη μαγειρική, έφτιαχνε νόστιμους πικάντικους μεζέδες και η φήμη του εξαπλώθηκε. Τότε δεν υπήρχαν πολλά ταβερνάκια οπότε μαθεύτηκε γρήγορα».

Ο κύριος Κωνσταντίνος επηρεάστηκε από την κουζίνα της γιαγιάς του, αλλά έκανε ένα βήμα παραπάνω. «Στη μαγειρική πρέπει να έχεις φαντασία και μεράκι. Ο πατέρας μου είχε και τα δύο με αποτέλεσμα να φτιάχνει νόστιμα φαγητά. Η σπεσιαλιτέ του ήταν τα γαρδουμπάκια στο φούρνο –ακόμα τα θυμάμαι!- και κάποιοι παλιοί πελάτες μας τα ζητάνε μέχρι σήμερα. Δεν τα έχουμε, όμως, πολύ συχνά. Δύο είναι οι σπεσιαλιτέ του που έχουμε κρατήσει την συνταγή μέχρι σήμερα: το κοντοσούβλι και το γεμιστό μπιφτέκι. Το τελευταίο το είχε ξεκινήσει ο μπαμπάς μου και μέχρι τότε δεν μπορούσες να το βρεις. Επίσης, φημιζόμαστε για τα παϊδάκια μας και γενικά για το καλό κρέας».

Τα τελευταία εφτά χρόνια η επιχείρηση έχει περάσει στα χέρια των δύο γιων του κύριου Κωνσταντίνου, του Ηλία και του Παναγιώτη, ενώ στο τιμόνι της κουζίνας έχει παραμείνει η μαμά Σοφία.Τα δύο αδέρφια εκτός από την κουζίνα έχουν δώσει έμφαση και στους χώρους του μαγαζιού. Εκτός από την προσεγμένη διακόσμηση στον εσωτερικό χώρο της ταβέρνας έχουν φτιάξει την αυλή που είναι ιδιαίτερα όμορφη με τα λουλούδια και μπορείτε να καθίσετε εκεί κάθε εποχή του χρόνου. Μάλιστα, δίπλα από την αυλή παραμένει ακόμα το σπίτι της γιαγιάς του Ηλία, η οποία βγαίνει στο παράθυρο και χαιρετάει τον κόσμο με χαμόγελο. «Έχουμε κάνει αλλαγές στο χώρο, αλλά η φιλοσοφία της ταβέρνας έχει παραμείνει ίδια. Δεν υπάρχει τίποτα κατεψυγμένο εδώ μέσα, όλα είναι χειροποίητα».

Μπαίνω στον πειρασμό να τον ρωτήσω αν ο πατέρας του συνεχίζει να μπαίνει στην κουζίνα παρόλο που έχει κρεμάσει τις κουτάλες. «Καθόλου! Πλέον μας βοηθάει με άλλο τρόπο. Έχει πάει στο εξοχικό μας στην Ανάβυσσο όπου έχει βάλει κότες και έχει φτιάξει ένα μικρό κήπο, όπου προμηθευόμαστε την πρώτη ύλη. Δεν έχουμε μεγάλη παραγωγή, αλλά ότι βγαίνει από τον κήπο το παίρνουμε στο μαγαζί».

Ο Ηλίας όπως και ο αδερφός του, Παναγιώτης έχουν μεγαλώσει μέσα στη ταβέρνα. «Ήξερα από μικρός ότι θα ακολουθούσα αυτό το επάγγελμα, δεν προέκυψε στην πορεία. Έχουμε δέσει ως ομάδα με τον αδερφό μου και κρατάμε μαζί την οικογενειακή επιχείρηση. Και οι δύο έχουμε περάσει από όλα τα πόστα του μαγαζιού με την καθοδήγηση του πατέρα μας για να ξέρουμε ακριβώς τι γίνεται».

Ποια είναι η πιο έντονη παιδική του ανάμνηση από την κουζίνα; «Θυμάμαι πως όταν ήμουν μικρός κι ερχόμουν εδώ ήθελα να βοηθήσω , αλλά δεν έφτανα τη λάτζα κι έβαζα καφάσι. Επίσης, έχουμε κάνει ωραία γλέντια. Κλείναμε το μαγαζί Χριστούγεννα και Πάσχα και καταλήγαμε να μένουμε ανοιχτοί γιατί μαζεύοντας όλοι οι φίλοι μας. Έχω πολύ όμορφες αναμνήσεις παρόλο που είναι μια απαιτητική δουλειά» λέει χαμογελώντας.

Τα δύο αδέρφια μπορεί να κρατάνε ζωντανή την παράδοση, ωστόσο κάνουν τονωτικές ενέσεις. Πλέον κάθε Τετάρτη στο μαγαζί έχουν βάλει ζωντανή μουσική, ενώ ανάλογα την εποχή προσθέτουν πράγματα στο μενού. «Το μενού δεν έχει αλλάξει πολύ. Γιατί όταν έχεις μια καλή συνταγή όπου ο κόσμος τη ζητάει δεν υπάρχει κανένας λόγος να τη βγάλεις. Η βάση μας είναι πολύ καλή, οπότε κάνουμε μόνο μικρές τονωτικές αλλαγές ανά περιόδους για να μη βαριέται ο κόσμος. Για παράδειγμα τις κρύες Κυριακές του χειμώνα σερβίραμε σούπες, όπως κρεατόσουπα, κοτόσουπα, βελουτέ λαχανικών.  Από κρεατικά έχουμε μια καινούρια συνταγή  κεμπάπ και μοσχαρίσια σπαλομπριζόλα που έχει μεγάλη ζήτηση».

Υπάρχει κάποια συμβουλή που τους έδωσε ο μπαμπάς τους;  «Δεν έκατσε ποτέ να το κάνει, αλλά μας έδινε στην πορεία. Ο μπαμπάς είναι αυστηρός κριτής. Κάποτε αναρωτιόμουν γιατί τα λέει όλα αυτά, αλλά πλέον κατάλαβα πως ήταν μόνο για το καλό μας και μας βοήθησαν πάρα πολύ. Η φιλοσοφία του ήταν να μην κοροϊδέψουμε ποτέ τον πελάτη και ότι δεν μπορούμε να φάμε εμείς οι ίδιοι δεν το σερβίρουμε ποτέ. Δεν θα βγει ποτέ κάτι που σε μας τους ίδιους δεν αρέσει για αυτό δοκιμάζουμε τα πάντα πριν βγούνε στη σάλα» αναφέρει ο Ηλίας.