SOUTH STORIES

Καβούρι: Η απαγωγή του Περικλή Παναγόπουλου το 2009 που συγκλόνισε το πανελλήνιο

H “Greek Mafia” κρυβόταν πίσω από το μεγάλο “κόλπο” με στόχο τον εφοπλιστή Περικλή Παναγόπουλο

 

«Κύριε Παναγόπουλε, εδώ θα σας αφήσουμε. Θα σας βγάλουμε την κουκούλα, αλλά δεν θα γυρίσετε το κεφάλι ούτε αριστερά, ούτε δεξιά, ούτε πίσω. Θα μετρήσετε μέχρι το πενήντα και μετά είστε ελεύθερος….». Τα λόγια του απαγωγέα «υπέγραψαν» το τέλος της περιπέτειας του 74χρονου εφοπλιστή Περικλή Παναγόπουλου, ο οποίος αφέθηκε ελεύθερος μετά από σχεδόν οκτώ ημέρες ομηρίας και αφού οι δράστες είχαν πάρει τα λύτρα από την σύζυγό του, περίπου 30 εκατομμύρια ευρώ, στην περιοχή του Ακραιφνίου Βοιωτίας.

Οι απαγωγείς τού έδωσαν πίσω, άδειο φυσικά, το 9άρι πιστόλι που είχαν πάρει από τον οδηγό του και χάθηκαν στο σκοτάδι. Λίγο αργότερα ένα περιπολικό του Αστυνομικού Τμήματος Χαϊδαρίου τον είδε να κάθεται σ’ ένα παγκάκι δίπλα στην Εθνική οδό Αθηνών – Κορίνθου. Ήταν ζεστά ντυμένος, φορούσε φόρμα και μπουφάν και το πρώτο πράγμα που ζήτησε ήταν το κινητό τηλέφωνο του αστυνομικού για να μιλήσει στην οικογένειά του.

Περιγράφοντας τις συγκλονιστικές στιγμές τις απαγωγής, που εκτυλίχτηκε λίγο μετά τις 8 και μισή το πρωί της 12ης Ιανουαρίου 2009 στο Καβούρι, ο ιδρυτής της “Super Fast Ferries” θα πει στην κατάθεσή του: «Περίπου 250 μέτρα από το σπίτι μου ένα παλιό φορτηγάκι είχε σταματήσει κάθετα στην οδό Ακτής. Σταματήσαμε στα τρία μέτρα, περιμένοντας να ελευθερωθεί ο δρόμος για να φύγουμε. Αμέσως βγήκαν τρία άτομα με “Καλάσνικοφ” και καλυμμένα πρόσωπα με μαύρες κουκούλες και κινήθηκαν προς το μέρος μας ουρλιάζοντας. Δοκίμασαν να ανοίξουν την πόρτα μου, αλλά δεν άνοιγε και τότε έσπασαν το τζάμι του οδηγού. Μας άρπαξαν και μας έβαλαν στο βαν. Δεν μας φόρεσαν κουκούλες. “Mην φοβάστε, δεν θα σας σκοτώσουμε, εμείς λεφτά θέλουμε”, μου είπε ένας απ’ αυτούς. Μου πήραν το ρολόι, το κινητό τηλέφωνο και με ρωτούσαν επίμονα εάν έχω πάνω μου κοριό»

Την απαγωγή είδε ένας εργάτης που δούλευε σε κοντινή οικοδομή. Σύμφωνα με όσα κατέθεσε, λίγο πριν από τις 9 το πρωί είδε τους τρεις άνδρες να επιβιβάζουν τον εφοπλιστή σε κλειστό φορτηγάκι και να διαφεύγουν. Μάλιστα, έγινε αντιληπτός από τους απαγωγείς και τότε ένας απ’ αυτούς σήκωσε το όπλο του και τον σημάδεψε. Έσκυψε για να καλυφθεί και το φορτηγάκι εξαφανίστηκε.

«Μετά από 45 λεπτά φτάσαμε σε ένα λόφο, όπου φυσούσε πολύ και με έβαλαν στο πορτ μπαγκάζ ενός άλλου αυτοκινήτου», συνέχισε στην κατάθεσή του ο Περικλής Παναγόπουλος. «Μετά από διαδρομή περίπου μιάμισης ώρας σταματήσαμε, με έβγαλαν και μου φόρεσαν κουκούλα. Πρόλαβα μόνο να δω ότι το σπίτι στο οποίο με οδήγησαν ήταν ένα διώροφο ημιτελές και για να μπούμε στο ισόγειο ανεβήκαμε τρία σκαλιά. Ανεβήκαμε από τη σιδερένια σκάλα στον πρώτο όροφο, που ήταν γιαπί και είχε μόνο μία λάμπα στο κέντρο του δωματίου, ένα καινούργιο μαύρο ράντζο με στρώμα από αφρολέξ, μία πλαστική φορητή τουαλέτα και μια τηλεόραση με εσωτερική κεραία πάνω σε μια παλιά πολυθρόνα. Οι δύο μπαλκονόπορτες του δωματίου ήταν καλυμμένες με νοβοπάν, στερεωμένες στον τοίχο με βίδες».

Ο εφοπλιστής έχασε κάθε επαφή με τον 41χρονο οδηγό του, Γιώργο Σαρδέλη. Οι δράστες του είχαν βάλει κουκούλα και τον είχαν δέσει με χειροπέδες σ’ ένα μικρό πεύκο, κάπου στο Κορωπί. Εκεί κοντά πυρπόλησαν τα δύο αυτοκίνητα που είχαν χρησιμοποιήσει, το ανοιχτόχρωμο κλειστό φορτηγάκι και ένα μαύρο τζιπ, που είχε υποστηρικτικό ρόλο στην απαγωγή. Ο Σαρδέλης κατάφερε να σπάσει μερικά κλαδιά, να σκαρφαλώσει στην κορυφή και να απελευθερωθεί, 15 λεπτά αργότερα. Ένας διερχόμενος οδηγός τον μετέφερε στο Αστυνομικό Τμήμα Κορωπίου.

Στο μεταξύ ο Περικλής Παναγόπουλος βρισκόταν ήδη στο κρησφύγετο των απαγωγέων, δεμένος με χειροπέδες και μια χοντρή αλυσίδα σαν αυτές που χρησιμοποιούν για τις άγκυρες των πλοίων. Μια κάμερα κλειστού κυκλώματος ήταν στραμμένη μονίμως πάνω του. Φρόντισαν για τα φάρμακά του και του έδιναν να φάει σούπα, τυρί, φρυγανιές και φρούτα.

Τις πρώτες δύο ημέρες οι απαγωγείς επικοινώνησαν με την σύζυγό του τέσσερις φορές. Οι κλήσεις ήταν πολύ σύντομες, για να μην εντοπιστούν από την Αστυνομία, γίνονταν από τον ίδιο άνθρωπο και πάντα από καρτοκινητό, το οποίο οι απαγωγείς αμέσως μετά το τηλεφώνημα κατέστρεφαν. Της είπαν ότι θα επικοινωνούσαν ξανά σε 48 ώρες, για να συνεννοηθούν για τις λεπτομέρειες της παράδοσης των λύτρων και της απελευθέρωσης του συζύγου της, αλλά «σίγησαν». Και τότε η γυναίκα αποφάσισε να τους στείλει μήνυμα μέσω των τηλεοπτικών σταθμών: «Πάρτε εμένα στη θέση του. Σας παρακαλώ, επικοινωνήστε μαζί μου, η ζωή του συζύγου μου κινδυνεύει άμεσα, έχει προβλήματα υγείας και πρέπει να παίρνει τα φάρμακά του».

Η «απάντηση» των απαγωγέων ήταν μια βιντεοκασέτα που άφησαν σε τηλεφωνικό θάλαμο της Εθνικής Οδού Αθηνών – Πατρών, στην οποία υπήρχε ηχητικό μήνυμα και φωτογραφίες του Περικλή Παναγόπουλου να κρατάει μια εφημερίδα με εμφανή την ημερομηνία 16 Ιανουαρίου, ώστε να μην υπάρχει αμφισβήτηση. Ακολούθησε άλλη μια βιντεοσκόπηση, την επόμενη ημέρα, όταν οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν. Έγιναν συνολικά δέκα επικοινωνίες, πάντα με καρτοκινητά μιας χρήσης.

Στις 18 Ιανουαρίου όλα ήταν έτοιμα για την απελευθέρωση του εφοπλιστή. «Κάναμε δοκιμή του τρόπου παράδοσης των λύτρων, τη Δευτέρα θα κοιμηθείς στο σπίτι σου, αν όλα πάνε καλά», του είπε ένας από τους απαγωγείς, εμφανώς ικανοποιημένος. Η σύζυγος του μίλησε μαζί του και βεβαιώθηκε ότι είναι καλά. Είχε ήδη ζητήσει από την Αστυνομία να μην εμπλακεί, μέχρι να απελευθερωθεί ο 74χρονος εφοπλιστής.

Αμέσως μετά ξεκίνησε «η διαδρομή των λύτρων», που άλλαζε κάθε τόσο, σύμφωνα με τις οδηγίες που έπαιρνε στο κινητό της τηλέφωνο από τους απαγωγείς. Η γυναίκα έφτασε σχεδόν μέχρι τα όρια του νομού Θεσσαλονίκης! Τελικώς άφησε τους σάκους με τα λύτρα σε ένα χωράφι, κοντά στο χωριό Ακραίφνιο Βοιωτίας.

Μόλις οι απαγωγείς παρέλαβαν τα χρήματα -τα χαρτονομίσματα των 200 και 100 ευρώ, όπως είχαν ζητήσει, ζύγιζαν πάνω από 400 κιλά!- είπαν στον Περικλή Παναγόπουλο: «Η γυναίκα σας είναι παλικάρι. Είπαμε ότι θα σας αφήσουμε ελεύθερο σε 24 ώρες, αλλά θα σας αφήσουμε τώρα». Λίγες ώρες αργότερα το μαρτύριό του θα τελείωνε…

«Εύχομαι τα χρήματα αυτά να κάνουν τους δράστες καλύτερους ανθρώπους», δήλωσε ο εφοπλιστής στις κάμερες που τον περίμεναν στο σπίτι του μετά την απελευθέρωσή του. Ίσως αυτή τη δήλωση να είχε στο μυαλό του ο Παναγιώτης Βλαστός, ο διευθυντής της εγκληματικής οργάνωσης, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο οποίος, όταν άκουσε την ποινή του στο δικαστήριο, ισόβια και επιπλέον κάθειρξη 23 ετών κατά συγχώνευση, είπε απευθυνόμενος στον πρόεδρο: «Δεν θα με ξαναδείτε στα δικαστήρια σας. Εγώ έσβησα 20 χρόνια στη φυλακή».

Μετά από περίπου τρία χρόνια ακροαματικής διαδικασίας, και χωρίς να βρεθούν ποτέ τα λύτρα της απαγωγής, τον Σεπτέμβριο του 2017 το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών καταδίκασε 14 από τους 20 κατηγορούμενους για την απαγωγή Παναγόπουλου, αλλά και τη δολοφονία του 56χρονου συνταξιούχου Γιώργου Γούσιου, στις 12 Σεπτεμβρίου 2008 στην Πεντέλη, που συνεκδικάστηκε στο πλαίσιο της δράσης της εγκληματικής οργάνωσης.

Ως φυσικοί αυτουργοί της απαγωγής Παναγόπουλου καταδικάστηκαν ο Απόστολος Πετράκης σε κάθειρξη 18 ετών και ο Χαράλαμπος Μουστάκας, στον οποίο αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας, σε κάθειρξη 8 ετών. Για τη δολοφονία Γούσιου καταδικάστηκαν σε ισόβια και επιπλέον κάθειρξη 15 ετών οι Αριστομένης Κλεφτογιάννης και Γιώργος Κατσαγάνης, οι οποίοι αθωώθηκαν για την απαγωγή του εφοπλιστή. Οι υπόλοιποι καταδικάστηκαν σε μικρότερες ποινές για συμμετοχή στην εγκληματική οργάνωση.

Όσο για τα λύτρα της απαγωγής, παραμένουν άφαντα. Από τις τηλεφωνικές παρακολουθήσεις και άλλες πηγές πληροφοριών, οι αστυνομικοί είχαν ενδείξεις για ξέπλυμα των χρημάτων σε χώρα της πρώην Σοβιετικής Ενωσης, σε συναλλαγές στα Βαλκάνια, «επενδύσεις» στην Ιταλία και στο Ντουμπάι, αλλά και real estate στη Κρήτη. Αυτή η μέθοδος κόστισε στους δράστες σημαντική απώλεια, ίσως και 50%, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς, αφού οποιαδήποτε μαζική διάθεση των χαρτονομισμάτων θα τους οδηγούσε κατ΄ευθείαν στα χέρια της ΕΛ.ΑΣ.

Ο Περικλής Παναγόπουλος έφυγε από τη ζωή στις 5 Φεβρουαρίου 2019.

Πηγή: astinomiko.gr