SOUTH STORIES

Ο σκου-παιδότοπος της παιδικής μας ηλικίας

Ο Παιδότοπος που “ανέθρεψε” γενιές και γενιές, το σημείο αναφοράς στην παιδική ζωή των Νοτίων Προαστίων, πλέον είναι εγκαταλλειμένος, βρώμικος και άδειος. Οι φωτογραφίες το αποδεικνύουν.

Η δική μου παλιά γειτονιά είναι η Γλυφάδα. Το δικό μου “θέλω να γυρίσω στα παλιά” ανεβαίνει την Γιαννιτσοπούλου, κάνει κούνια με τα χέρια ανοιχτά, σκαρφαλώνει στους κόκκινους πύργους από σκοινί, τρώει τούμπες στη ράμπα και χτίζει ολόκληρα σενάρια επιστημονικής φαντασίας πάνω σε ρόδες ενός πράσινου φορτηγού. Ακριβώς. Το σημείο αναφοράς του “μεγαλώνω στα νότια προάστια” είναι ο Παιδότοπος στο κέντρο της Γλυφάδας, αυτός που φιλοξένησε γενιές και γενιές.

Φιλοξενούσε, δηλαδή, γιατί πλέον είναι ένα εγκαταλειμμένο εργοστάσιο αναμνήσεων, ένα σταματημένο ρολόι, με δείκτες που γυρίζουν μόνο ανάποδα.
Δεν χρειαζόταν κάποια ταμπέλα “κλειστόν”. Η σπασμένη πόρτα στην είσοδο και τα γεμάτα γκράφιτι ξεχαρβαλωμένα ξύλινα σπιτάκια πρόδιδαν αυτομάτως την εγκατάλειψη του Παιδότοπου από τις δημοτικές αρχές. Αν δεν ήξερες δεν θα μπορούσες καν να φανταστείς ότι πρόκειται για την ίδια παιδική χαρά, που κάποτε ήταν γεμάτη φωνές. Κάποιες σκονισμένες κούνιες μόνο και κάποια σπασμένα ξύλινα σπιτάκια, θύμιζαν τις δόξες του παρελθόντος.
Απ’ έξω, στα παγκάκια, καθόταν αρκετός κόσμος. Ένας κύριος διάβαζε την εφημερίδα του, ένα ζευγάρι κοντά στα 40 έπαιζε τάβλι, ενώ αυτό που ήταν κρυμμένο από τα κλαδιά του δέντου το είχαν πιάσει ένα αγοράκι κι ένα κοριτσάκι. Θα ‘ταν, δεν θα ‘ταν 12 ετών. Τους χώριζε μια μεγάλη και άβολη απόσταση και έψαχναν το κουράγιο να την καλύψουν.
Μέσα δεν είχε μείνει τίποτα. Ούτε οι πυραμίδες από σχοινί που κοιτούσαμε με δέος μικροί, ούτε το ατσάλινο καλώδιο που περνούσε πάνω από το ρέμα δίκην τελεφερίκ, ούτε οι τραμπάλες, ούτε οι μύλοι που γυρνούσαν γύρω-γύρω, ούτε καν ο παλιός εκσκαφέας ή το κιτρινοκόκκινο φορτηγό. Αυτό ήταν το προσωπικό σημάδι. Ο αυθόρμητος συνειρμός, ένας από τους πολλούς που κάνουν τα παιδικά μυαλά και δεν τις περισσότερες φορές μένουν αδικαιολόγητοι. Για μένα ο Παιδότοπος ήταν αυτό το φορτηγό, για αυτό και θέλησα να πάρω απάντηση για αυτό το “λες” σε εκείνη την απογευματινή μου επίσκεψη. Αντ’ αυτού βρήκα ένα περιφραγμένο χώρο με ένα μεγάλο κενό στη μέση.
Μπήκα μες στα ξύλινα σπιτάκια, όσο άντεχα δηλαδή τη μυρωδιά. Μερικές ανάσες απ’ εξω για μερικές κλεφτιές ματιές μέσα. Κάπως έτσι όπως γίνεται στη θάλασσα. Με τη διαφορά πως τώρα δεν έκαιγαν τα μάτια από το αλάτι, αλλά τα ρουθούνια από τη μπόχα.
Περπάτησα προς τα πάνω ψάχνοντας να βάλω σφραγίδα στην φανταστική κορδέλα με το “keep out”. Και τελικά την έβαλα όταν διαπίστωσα ότι έχουν μείνει μόνα όσα δεν μπορούν να φύγουν. Όλα τα άλλα έγιναν καπνός.
Ήταν απόγευμα και έβλεπες αρκετό κόσμο είτε να κάθεται σκορπισμένος σε πεζούλια και παγκάκια, είτε να περπατάει, συνήθως βγάζοντας βόλτα κάτι. Άλλοι έσπρωχναν ένα καρότσι, άλλοι κρατούσαν ένα λουρί. Ένα μικρό δείγμα της ανάγκης που έχει ο κόσμος, να καθίσει σε ένα πεζούλι, ή να περπατήσει σε έναν παιδότοπο. Ακόμη και σ’ αυτόν το παιδότοπο.
Ουσιαστικά το μοναδικό κομμάτι που είχε λίγη περισσότερη ζωντάνια, το μοναδικό που θα μπορούσε να παίξει το ρόλο του flash-back, της πόρτας στο χρόνο που συνδέει δύο εποχές, ήταν η ράμπα. Αν και ήταν σε κακή κατάσταση και γεμάτη γκραφίτι είχε συγκεντρώσει εφήβους που έκοβαν βόλτες ή έκαναν βόλτες, αλλά και 1-2 παρέες που απλά καθόντουσαν σε ένα μέρος, γιατί είχαν μάθει ότι αυτό έκαναν και άλλοι πριν από αυτούς. Δεν έβρισκα άλλο λόγο να το κάνουν.
Περπάτησα ξανά προς την έξοδο απογοητευμένος για το γεγονός ότι ο Δήμος έχει εγκαταλείψει τον Παιδότοπο και για την ευκολία που δικαιολογούμαι τα πάντα πλέον απλά προφέροντας τη λέξη κρίση. “Κρίμα” σκέφτηκα. Κρίμα γιατί ήταν πραγματικά πολύ ωραία εδώ. Κρίμα… Όχι για μας, τη γενιά μας, που τα πρόλαβε και τα ευχαριστήθηκε, αλλά κυρίως για τους επόμενους. Γιατί εμεις κοιτώτας μέσα από τον φράχτη, αυτόν που κάποτε περίκλυε το παλιό φορτηγό, βλέπουμε ένα κενό. Οι άλλοι θα το νιώσουν.