SOUTH STORIES

Το Όσκαρ Cafe ήταν κάποτε για τους ατίθασους κι όχι για τους παππούδες

Το μαγαζί που έθρεψε γενιές και γενιές, κάποτε έπηζε από μηχανές, ακούρευτα μαλλιά και μπόλικο τσαμπουκά. Ακόμη και αν σέρβιρε πορτοκαλάδες.

Το έτος είναι 1980. Τα περισσότερα από τα μαγαζιά που γνωρίζουμε στη Γλυφάδα δεν είναι καν ιδέα και η διάσημη πόλη των νοτίων προαστίων, μεγαλώνει με τον δικό της τρόπο μια νεολαία μερικά χρόνια μετά την Μεταπολίτευση, με την αμερικανική διαφήμιση και τον τρόπο ζωής να παίζουν κύριο ρόλο στις ασχολίες τους. Το Όσκαρ ήταν και αυτό εκεί, όχι όμως για να φιλοξενήσει ένα ήσυχο ζευγάρι που βάδιζε στο περίφημο Golden Age.

Ο Κώστας Μάτσουκας είναι δάσκαλος οδήγησης στη Τερψιθέα. Αν και μέχρι σήμερα μαθαίνει στους πιτσιρικάδες τον ορθό τρόπο οδήγησης, κάποτε είχε πιο μακριά και κατσαρωτά μυαλά, ενώ πατούσε θεαματικά βρωμόγκαζα στη Παραλιακή, συχνάζοντας στο…Όσκαρ.

«Δεν είχε καμία σχέση ούτε με το Όσκαρ που θυμόμαστε, ούτε με το τωρινό Kayak. Εγώ θυμάμαι αναμμένες μηχανές, κοπέλες με φουντωτό μαλλί αλά Ντόνα Σάμερ, πορτοκαλάδες και φραπέ. Η μόνη μουσική που άκουγες, ήταν από τους κινητήρες των μηχανών», λέει ο Κώστας. Πράγματι το Όσκαρ ήταν το απόλυτο στέκι των νότιων, σε μια περίοδο που τα hot spots της περιοχής ήταν οι κόντρες στη Παραλιακή, τα παγωτά στον Δεληολάνη και φυσικά…το Όσκαρ.

«Σκέψου αυτή τη νοητή γραμμή της Μεταξά, να γεμίζει από μηχανές οι οποίες βρισκόντουσαν σε ένα μόνιμο πέρα-δώθε. Παγωτό-καφέ, καφέ-παγωτό, κόντρες και άραγμα με μπύρες στα παγκάκια. Ωραία χρόνια, αυθεντικά και με τις μηχανές στις δόξες τους». Το Όσκαρ δεν θύμιζε με τίποτα το φιλειρηνικό spot με τα 3/4 των τραπεζιών άδεια όπως τα θυμούνται οι περισσότεροι Γλυφαδιώτες. Υπήρχε όμως και η άλλη αλήθεια, η πιο σκληρή, η πιο ίσως αυθεντική που είχε σφραγίδα Σταμάτη Γαρδέλη και επιρροή Πάνου Μιχαλόπουλου. Για πολλούς το Όσκαρ ήταν και το στέκι πολλών νέων που, άτυπα, άνηκαν στις πρώτες συμμορίες της περιοχής.

«Καταρχάς να πούμε κάτι σημαντικό. Ότι δεν υπάρχει μαγαζί που είναι καλόφημο ή κακόφημο από τη νεολαία. Η νεολαία είναι που κάνει στέκι κάποιο μαγαζί ή το μαυρίζει». Για εκείνη την περίοδο, η πλειοψηφία την έβγαζε Όσκαρ. Δεν υπάρχει το γιατί και το πώς, απλά αυτή ήταν η επιλογή της, αναφέρει ο Γιώργος Παπαδιαμαντόπουλος, βέρος Γλυφαδιώτης και πολιτικός μηχανικός σήμερα.

«Υπήρχαν οι ανήσυχοι πιτσιρικάδες, οι πιο αλητήριοι που θα έλεγε τότε η κοινωνία. Καβαλούσαν τις μηχανές το πρωί και γυρνούσαν το βράδυ. Αν γύριζαν. Πάντως όλοι συμφωνούσαν στο ίδιο πράγμα. Ότι το Όσκαρ ήταν φανταστικό μαγαζί και σε φανταστική τοποθεσία», λέει ο Γιώργος, για μια καφετέρια των 80’s που την επισκεπτόντουσαν από Βούλα και Παλαιό Φάληρο μέχρι Αργυρούπολη, Άγιο Δημήτριο και Δάφνη. Το Όσκαρ ήταν ‘‘πήχτρα’’ , κάνοντας σε να νομίζεις πως βρίσκεσαι Κυριακή μεσημέρι στο Baron και ψάχνεις για τραπέζι. Ήταν όμως όλα τόσο φιλήσυχα;

«Σίγουρα όχι. Τουλάχιστον δεν είχαν  καμία σχέση με αυτό που γνωρίζουμε τώρα. Τα πράγματα τότε ήταν γενικώς πιο χύμα. Αν κάποιος σε στραβοκοιτούσε, δεν θα σκεφτόσουν να μην κάνεις σκηνή. Έλεγες απλά ‘‘τι κοιτά ρε’’ και είτε τα βρίσκατε, είτε κάνατε κόντρα, είτε παίζατε σφαλιάρες. Κάθε νεολαία ακολουθείται από άγραφους νόμους. Των 80’s ήταν αυτός» ξαναλέει ο Γιώργος.

Θυμάται ακόμη μερικά δυνατά περιστατικά που συνέβησαν στο μαγαζί.

«Δύο κοπέλες είχαν ανταλλάξει μερικά ‘‘γαλλικά’’ με αφορμή ένα παλικάρι. Η μια σηκώνεται και φεύγει και φαίνεται πως περίμενε την άλλη στη γωνία. Σου μιλάω ειλικρινά, δεν έχω ξαναδεί  γυναίκες να χτυπιούνται έτσι. Μπουνιές, γονατιές και κεφαλοκλειδώματα. Περίμενες δηλαδή να μπει ο Γαρδέλης με την αλυσίδα!».

Υπήρχαν όμως και οι πιο ψαγμένες διαφωνίες με πολιτικό χαρακτήρα.

«Αρπαχτήκανε ΠΑΣΟΚος με Νεοδημοκράτη. Τόσο απλά. Προδότη ο ένας κομμούνι ο άλλος, αρπάζει ο πρώτος ένα ποτήρι και το σπάει στο κεφάλι του δεύτερου. Ήρθε ασθενοφόρο να τον μαζέψει. Εγώ με έναν άλλο του κρατάγαμε το κεφάλι με πετσέτα, το θυμάμαι σαν να ήταν εχτές».

Αυτό ήταν το Όσκαρ της ατίθασης γενιάς. Ένα spot που έμεινε τόσο κλασσικό και χαρακτηρίστηκε ορόσημο από τους ντόπιους. Όταν το μαγαζί κατέβασε στόρια πριν 1-2 χρόνια, ένιωθες λίγο περίεργα κοιτάζοντας το. Ίσως να μην έκατσες ούτε μια φορά στη ζωή σου, αλλά πάντα υπήρχε μια εκτίμηση για μαγαζιά που υπήρξαν σήματα κατατεθέν. Το να βλέπεις τις καρέκλες και τα τραπέζια να λείπουν από τον υπαίθριο χώρο, ήταν άβολο, ασυνήθιστο και συνάμα λυπητερό. Ακόμη και αν το Kayak έκανε το take over του, ο κόσμος το αναφέρει μερικές φορές ως «το παλιό Όσκαρ» για να το συγκεκριμενοποιήσει.

Περνάμε απ’ έξω με τον Γιώργο και εκείνος σκάει ένα παραπονεμένο χαμόγελο. Μου δείχνει το σημείο που συνήθιζε να παρκάρει τη μηχανή και τη γωνία που στρίμωξε μια κοπέλα από το Πανεπιστήμιο.

Το Kayak κρύβει την εικόνα του τότε, αλλά ο Γιώργος την βλέπει ακόμα. Ίσως γι’ αυτό δεν σταμάτησε να χαμογελάει.