SOUTH STORIES

Πλαστήρας, ο Γλυφαδιώτης κουρέας βασιλιάδων και κροίσων

Γλυφαδιώτες και μη, έχουν αναθέσει αποκλειστικά στον κύριο Πλαστήρα και το κομμωτήριό του τα μαλλιά της κεφαλής τους -με την κυριολεκτική έννοια- από τότε που ήταν παιδιά και συνεχίζουν να τον εμπιστεύονται ως ενήλικες, πηγαίνοντας πια, τα δικά τους παιδιά. Αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να μάθουμε καλύτερα την ιστορία του κ. Πλαστήρα Βαμβακερού.

Το κομμωτήριο Plastiras 1955 hairdressers and Barber shop βρίσκεται, επί της οδού Α. Μεταξά, στον αριθμό 25, όσα χρόνια ενδεχομένως να θυμάσαι τον εαυτό σου. Για την ακρίβεια, από τον Σεπτέμβριο του 1983. Κι είναι μοναδική περίπτωση γιατί όχι μόνο βρίσκεται εκεί τόσα χρόνια αλλά έχει …οπαδούς, όχι απλούς πελάτες. Ας συστηθούμε όμως πρώτα. Παιδιά πείτε ένα “γεια” στον κύριο Πλαστήρα Βαμβακερό, που έχει ως βαφτιστικό του όνομα ένα δεύτερο επίθετο.


Ο κύριος Πλαστήρας Βαμβακερός είναι ο δεύτερος, από αριστερά, όπως κοιτάς τη φωτογραφία

Εδώ λοιπόν θα δοθούν διευκρινήσεις και λεπτομέρειες για πολλά και ενδιαφέροντα, που αφορούν τον ίδιο τον Πλαστήρα και τη Γλυφάδα. Βλέπεις, από το μαγαζί που σήμερα είναι γνωστό ως Plastiras 1955, αφού τα παιδιά του εξέλιξαν το παλιό γνωστό κουρείο που ο ίδιος άνοιξε το 1955 στον πιο must χώρο της Γλυφάδας σε ότι αφορά την κώμη μας, έχουν περάσει μορφές της πολιτικής, καλλιτεχνικής και επιχειρηματικής ζωής του τόπου. Όπως ο Αριστοτέλης Ωνάσης, ο Ρενιέ του Μονακό, Υπουργοί, Δήμαρχοι, γνωστοί καλλιτέχνες, αθλητές και επιχειρηματίες. Αλλά, για να μην τα λέμε εμείς, ο λόγος στον άνθρωπο που συνέδεσε τη ζωή του και την καριέρα του με τη σύγχρονη ιστορία της Γλυφάδας.

“Ο πατέρας μου είχε πολεμήσει με τον Πλαστήρα. Για αυτό έχω δυο επίθετα για όνομα”

Ας αρχίσουμε από τα βασικά: πώς προέκυψε το ‘Πλαστήρας’ για μικρό όνομα; “Οι γονείς μου ήταν Μικρασιάτες. Ο πατέρας μου από το Τσεσμέ και η μητέρα μου από το Κορδελιό. Ο μπαμπάς μου είχε πολεμήσει στην Μικρασιατική εκστρατεία, με τον Νικόλαο Πλαστήρα. Βαπτίστηκα εδώ, στον Άγιο Νικόλα και πήρα το όνομα Πλαστήρας προς τιμήν του μαύρου καβαλάρη που τόσο θαύμαζε ο πατέρας μου Πολλοί Μικρασιάτες έδωσαν στα παιδιά τους το όνομά του το μικρό, Νικόλαος, όμως εγώ πήρα για όνομα το επίθετό του. ‘Έτσι έχω δυο επίθετα: Πλαστήρας Βαμβακερός. Οι γονείς μου εκδιώχθηκαν από την Σμύρνη το 1912, όταν ήταν ακόμα παιδιά. Πήγαν με τις οικογένειές τους πρόσφυγες στην Μυτιλήνη, αλλά γύρισαν πίσω. Μετά ήρθε η καταστροφή το 1922 και ήρθαν σχεδόν αμέσως στη Γλυφάδα. Ήταν η πρώτη Μικρασιατική οικογένεια που κατοίκησε εδώ. Ο πατέρας της μάνας μου γνώριζε κάποιον παλιό Γλυφαδιώτη που τους πρότεινε να εγκατασταθούν κάπου στην περιοχή του Αγίου Νικολάου και να φροντίζουν κήπους παραθεριστών” . 

“Ο Παραλιακός δρόμος ήταν δρομάκι, αλλά ανέκαθεν το καλοκαίρι η Γλυφάδα, ήταν κοσμική”

Ο κ. Πλαστήρας γεννήθηκε και μεγάλωσε στην οδό Μάρκου Μπότσαρη, στον αριθμό 7. Ο πατήρ Βαμβακερός ρίζωσε στην Γλυφάδα κι έγινε εργολάβος οικοδομών. Έγινε πρόεδρος της ομοσπονδίας εργατών της περιοχής, για 20 χρόνια και έχτισε τα μισά σπίτια της περιοχής. Η Γλυφάδα δεν ήταν ποτέ χωριό. Είχε σχολεία, καταστήματα και όμορφες εξοχικές βίλες. Δεν ήταν έρημη. Ο παραλιακός δρόμος ήταν… δρομάκι. Τα καλοκαίρια έρχονταν οι παραθεριστές και γινόταν χαμός.

“Ανέκαθεν η Γλυφάδα ήταν κοσμική, αυτήν την περίοδο. Άνθιζε οικονομικά, κυρίως το καλοκαίρι, αφού οι παραθεριστές ήταν άνθρωποι με υψηλό εισόδημα. Μετά ήλθε και η Αμερικανική βάση και γεμίσαμε με … με μπαρ… και φλοκάτες. Αλήθεια, οι Αμερικανοί αγόραζαν πολλές φλοκάτες από τσιγγάνους! Με τους Αμερικάνους άνοιξαν και πολλά τουριστικά μαγαζιά. Ανέβηκαν τότε κι οι τιμές των ακινήτων. Νοίκιαζαν σπίτια και πλήρωναν αδρά”. Τότε άνοιξαν και κάποια εστιατόρια που άφησαν εποχή “η ψαροταβέρνα του Ψαρόπουλου, που δεν υπάρχει πια, ο Αντωνόπουλος που επίσης, έκλεισε πρόσφατα. Ο Ζέρβας που αρχικά ήταν μια μεγάλη παραθαλάσσια παράγκα”.

Τον χειμώνα δεν γίνονταν πολλά πράγματα “ Υπήρχε μεγάλη φτώχεια, γενικά. Στη Γλυφάδα δεν υπήρχε εμπορικός δρόμος τότε, αλλά σπίτια υπήρχαν”. Μετά ήλθε ένας αρχιτέκτονας “νομίζω Γάλλος” και έκανε το δρόμο που βλέπεις σήμερα, την Μεταξά, που τότε λεγόταν Ιωάννου Μεταξά “με ευκαλύπτους αριστερά και δεξιά”. Ένας Έλληνας που ήρθε από το Κογκό έφτιαξε τον πρώτο κινηματογράφο και τον ονόμασε Κογκό, σε σημείο που παλιά υπήρχε ένα εξοχικό σπίτι, εξηγεί ο κ. Πλαστήρας, ο οποίος δεν ήξερε από μπάνια του λαού και κινηματογράφους. “Δούλευα. Πολύ. Από τα 15 δουλεύω”.

Ως παιδί, ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο στον Ποσειδώνα. Έπειτα ο προπονητής μου και πρώην παίκτης του Παναθηναϊκού, ονόματι Χριστοδούλου με πήγε στη δεύτερη ομάδα των “πρασίνων”. Ναι, από τότε υπήρχε δεύτερη ομάδα”.

“Από τύχη ασχολήθηκα με την κομμωτική. Βοήθησε και η θεία μου, η Σούζι η Κωνσταντινουπολίτισσα”

Η ιστορία δεν προχώρησε και στα 15 ασχολήθηκε με το Plan B: έπιασε δουλειά σε κουρείο. “Πασχαλίδης λεγότανε. Πήγαινα στην Ιπποκράτους, στη στάση Διδότου και μετά στο άλλο, στην Καλλιδρομίου. Είχε δυο κομμωτήρια και πήγαινα και στα δυο για να μάθω”. Όλη την ημέρα ήταν στο δρόμο. Αλλά του άρεσε. “Από τύχη ασχολήθηκα με αυτήν τη δουλειά. Μετά εμφανίστηκε μια θεία του γαμπρού μου, η Σούζι από την Κωνσταντινούπολη. Ήταν κοσμική. Γνώριζε τους πάντες. Με πήγε σε κομμωτήριο, στο Κολωνάκι. “Γιώργος και Ρένα” λεγότανε το κομμωτήριο, ήταν από τα καλύτερα της Αθήνας. Θυμάμαι ερχόταν εκεί για περμανάντ η βασίλισσα Φρειδερίκη. Αυτά τα μαθήματα μου στοίχισαν 10 χρυσές λύρες -τότε είχαμε τις λύρες, μιλάμε για το 1953”. Τα χρήματα ήταν δικά του. “Τα “έβγαλα” από τον Πασχαλίδη. Δεν πήρα τίποτα από τον πατέρα μου”.

Διδάχθηκε πώς να κάνει περμανάντ, κεράλ και κότσους. “Η περμανάντ γινόταν στην αρχή με τα μπικουτί. Μετά αντικαταστάθηκε με μια καινούργια κρέμα, που λεγότανε κεράλ, έπειτα με μια σύγχρονη μέθοδο με ξύλινα μπικουτί. Ήταν η μόδα τότε”.

Ήταν ο μόνος άνδρας “ανάμεσα σε 40 γυναίκες, μαθητευόμενες τότε στη σχολή Μαράτου. Ναι, το παρεξηγούσαν αυτό. Εδώ το παρεξηγούν ακόμα και σήμερα”. Εκείνος κρατά ότι “έμαθα να ζω ανάμεσα σε γυναίκες. Εξοικειώθηκα. Έχω ακόμα το «ελάττωμα» να είμαι πολύ αβρός με τις γυναίκες. Μου αρέσει η κοινωνική σχέση, η πραγματική κοινωνική σχέση. Όχι ότι δεν ήθελα να ‘χω την κοπέλα μου, σαν άνδρας”.

Έμαθε όμως, πώς να συμπεριφέρεται στις γυναίκες. Να είναι άνετος όταν είναι μαζί τους. Να ξέρει να τις διεκδικεί. Έπαιρνε το λεωφορείο από τη Γλυφάδα κάθε μέρα “και σε τρία τέταρτα ήμουν στη δουλειά”. Συνήθιζε και να βγαίνει στο κέντρο. “Ήταν τότε ο Τσίτας το ζαχαροπλαστείο απέναντι από το Rex τον κινηματογράφο, το Τιτάνια, τα Αμπελάκια πιο πάνω στην γωνία που τότε είχαν σουβλάκι, πιο κάτω ήταν τα δικαστήρια βέβαια, στην Σανταρόζα”.

Πήγε και στο Παρίσι “με τη L’ Oreal. Κάλεσε κάποιους ξένους κομμωτές, για επίδειξη. Τότε έβγαζα λεφτά από το αντρικό κούρεμα”. Το 1955 ήταν έτοιμος να ανοίξει το δικό του μαγαζί. Βρήκε χώρο επί της Μεταξά. Όχι στο σημείο που είναι σήμερα. “Λίγο πιο κάτω, στο 7. Έκανα εγκαίνια στις 13/12. Έκανα και γυναικείο και ανδρικό κούρεμα. Αλλά τότε οι γυναίκες δεν πήγαιναν στο κομμωτήριο. Ή τουλάχιστον δεν πήγαιναν στη Γλυφάδα. Προτιμούσαν το Κολωνάκι. Εδώ ήμασταν απομονωμένο προάστιο. Είχαμε άλλη κίνηση, το αεροδρόμιο. Άλλη δομή κοινωνίας”.
Ήταν μόλις 16 χρόνων όταν έγινε επιχειρηματίας. Υπήρχε ένα θέμα: δεν του έδιναν άδεια. “Η αστυνομία δέχθηκε να μου τη “βγάλει” όταν είδε πόσο κόσμο είχα”. Ακολουθεί η φωναχτή σκέψη “δεν σπούδασα. Για να ξεστραβωθώ, διάβαζα πολλά βιβλία που είχα πάρει από τον πατέρα μου”.

“Ο Αλέξανδρος Ωνάσης ήταν απίθανο παιδί. Όχι όπως εμείς οι νεόπλουτοι που είμαστε όλο φιγούρα”

Ήταν έφηβος ακόμα όταν έβλεπε τον Ωνάση στην περιοχή. “Ερχόταν με την Κάλας, με το “Χριστίνα” και έμενε στην αδελφή του, τη Γαρυφαλίδη. Εκεί που μένει τώρα ο Μητσοτάκης. Για την ακρίβεια, μένει στο σπίτι που είχε για τον κηπουρό του ο Γαρυφαλίδης. Απέναντι, υπήρχε ένα πολύ καλό μαγαζί. Ντίσκο. Λεγόταν “Ασημένιο σπίτι”. Ο Στέφανος, ο άνθρωπος που το είχε, ήταν πολύ μπροστά για την εποχή του. Σε αυτήν την ντίσκο γυρίστηκαν και πολλά έργα. Της έδωσε μεγάλη αίγλη και ο Ωνάσης”.

Πελάτης του ήταν ο Κονιαλίδης “ο τότε διευθυντής της Ολυμπιακής. Είχε σχέσεις με τον Ωνάση. Από αυτόν ερχόντουσαν τα παιδιά του Ωνάση. Κούρευα και τη Χριστίνα και τον Αλέξανδρο. Θυμάται πως “ο Αλέξανδρος ήταν απίθανο παιδί. Ο πατέρας του είχε τόσα λεφτά και εκείνος δεν τα επιδείκνυε. Εμείς οι νεόπλουτοι, είμαστε όλο φιγούρα”. Κούρευε και τον Δερτιλή “τον τότε πρόεδρο του χρηματιστηρίου. Έμενε στην Αθηνών, ψηλά. Την τωρινή Παπανδρέου”.

Η μια ανάμνηση φέρνει την άλλη και σχολιάζει “ήμουν βεντέτα! Θα μου επιτρέψεις να σου πω ότι ήμουν ο γκόμενος της παρέας! Ήμουν ο μόνος με αυτοκίνητο, ένα μικρό FIAT και περίμεναν να τους πάρω να πάμε βόλτες.”

“Δεν μπορώ να ξεχάσω το Δήμαρχο που μας πήρε από τη φτώχεια”

Να σου πω επίσης, ότι ο βασιλιάς Σαούντ ερχόταν το καλοκαίρι εδώ, μαζί με όλη του τη συνοδεία. Έμεναν στο Καβούρι. Πήγαινα για τον ίδιο, το μούσι του ήθελε να περιποιούμαι. Οι άλλοι έρχονταν στο μαγαζί. Γενικά, δεν πήγαινα σε άλλον. Είχα πελάτες πολιτικούς όπως ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης, κι ο Χαραλαμπόπουλος, με τους οποίους δημιουργήσαμε φιλική σχέση”. Παραδέχεται πως στήριξε “έναν δήμαρχο που ήταν παρεξηγημένος: τον Λαζαρίδη. Ενδιαφερόταν για τη Γλυφάδα κι έκανε πολλά αλλά και άκουσε πολλά γιατί όταν ήλθε η Χούντα το ’67, δεν παραιτήθηκε. Έφτιαξε την περιοχή. Είχε σχέδιο. Τώρα επίσης, η Γλυφάδα έχει έναν εξαίρετο άνθρωπο για δήμαρχο, τον Γιώργο Παπανικολάου. Δεν ξεχνώ όμως, αυτόν που μας πήρε από τη φτώχεια, που έκανε λιμάνια και έβαλε εκεί τους ψαράδες, τους λούστρους, τους λουκουματζήδες. Τους έδωσε κοινωνική ασφάλιση, όταν ουδείς είχε ΙΚΑ. Αυτά οφείλονται στον Σάββα Λαζαρίδη”.
Το μαγαζί πήγαινε πάρα πολύ καλά “προστέθηκαν στο πελατολόγιο ονόματα όπως ο Κωνσταντάρας και ο Ρίζος. Τότε αποφάσισα να αγοράσω το μαγαζί που έχω ακόμα και σήμερα. Στα εγκαίνια είχε έρθει πολύ κόσμος. Ο Χαραλαμπόπουλος, η Πετραλιά, ο Βαρβιτσιώτης, ο Ηλίας Καμμένος, ο Φλεριανός με τα λουλούδια. Με βοήθησαν πολλοί. Ομολογώ ωστόσο, πως πάντα φρόντιζα να ‘χω και καλές τιμές. Για όλους. Δεν καβάλησα καλάμι”.

Η Γλυφάδα είναι πια ένας άλλος κόσμος”

Τα χρόνια πέρασαν και ακολούθησαν τα βήματα του τα παιδιά του. “Και ο Ξενοφώντας, αλλά και η Γιούλη επέλεξαν να έλθουν εδώ. Η κόρη μου τέλειωσε την Γαλλική Ακαδημία και μετά πήγε σε σχολή κομμωτικής στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Ο γιος μου σπούδασε λογιστικά και μετά γύρισε εδώ. Τα παιδιά μου ήταν που πήγαν το μαγαζί μπροστά. Τους έχω μεταβιβάσει την επιχείρηση που πια απαριθμεί 30 υπαλλήλους”.

Πόσο έχει αλλάξει η Γλυφάδα; “Οι άνθρωποι της έχουν φύγει. Οι πρώτοι κάτοικοι οι κολίγοι -έτσι τους λέγαμε. Αυτοί έχουν φύγει. Ήρθε φυσιολογικά η άλλη γενιά. Από τους παλιούς επαγγελματίες δεν υπάρχει κανένας. Τι να σου πω; Είναι άλλος κόσμος τώρα. Όπως και σε όλη την Ελλάδα ”. Όχι, ο νεοπλουτισμός δεν τον ενοχλούσε “γιατί παντού αλλάζουν οι κοινωνίες”.

“Ο πατέρας μου δεν πάει διακοπές, γιατί όπως λέει, σαν τη Γλυφάδα δεν είναι πουθενά”

Αυτή είναι η ιστορία του κυρίου Πλαστήρα, μέσα από τα δικά του μάτια. Ζητήσαμε και από την κόρη του, Γιούλη να μας τη δώσει όπως τη βίωσε εκείνη. Ξεκίνησε, εξηγώντας πως “ο πατέρας μου αγαπούσε πολύ τη Γλυφάδα και τη δουλειά του. Δεν πηγαίνει διακοπές πουθενά, γιατί δεν θέλει να φύγει από την πόλη. Συνηθίζει να λέει πως “σαν τη Γλυφάδα δεν είναι πουθενά”. Αγαπά και πιστεύει πολύ και στο δρόμο που είναι το μαγαζί και θεωρεί πως και η πόλη του έδωσε την ευκαιρία να αναπτυχθεί ως επαγγελματίας.

“Ήταν τέτοια η λατρεία του που μας τη μετέδωσε και τελικά, ασχοληθήκαμε όλοι με την επιχείρηση. Όχι ψυχαναγκαστικά. Εννοώ δεν μας υποχρέωσε. Αντιθέτως, μας έδωσε το χώρο να βρούμε κάτι που να μας αρέσει και να το κάνουμε όπως εμείς κρίναμε πως θα είχε ενδιαφέρον και αποτέλεσμα. Οι βασικές αρχές ήταν πολλή δουλειά, επένδυση στην ίδια τη δουλειά, τεχνική κατάρτιση -και άλλο και άλλο και άλλο. Εξελιχθήκαμε μέσω αυτού”.

“Πήγαινα στο κομμωτήριο από το δημοτικό, κάθε Σάββατο για να βοηθώ στο ταμείο. Σκέψου πως και η μητέρα μου, που έκανε άλλη δουλειά, αλλά και ο αδελφός μου ήλθαν στο μαγαζί”.
Διευκρινίζει πως “οι οικογενειακές επιχειρήσεις θέλουν σωστό χειρισμό, ώστε να είναι επιτυχημένες. Θεωρώ λοιπόν, ότι το κλειδί στη δική μας επιτυχία είναι πως ο πατέρας μου δεν ήταν εγωιστής. Εννοώ δεν μας έλεγε “κάντε το τάδε” ή “κάντε το δείνα”, αλλά μας άφηνε να πάρουμε πρωτοβουλίες, να μάθουμε ενδεχομένως και από τα λάθη μας”.

“Το πάθος του, του χάρισε μια ωραία ζωή”

Προφανώς και μεγαλώνοντας με έναν άνθρωπο που ‘χει πιάσει τη ζωή από τα μαλλιά (κυριολεκτικά και μεταφορικά) και με σκληρή δουλειά κατάφερε να γίνει επιτυχημένος, περνούν στη νοοτροπία σου κάποια πράγματα. “Μάθαμε από μικρά πως αν δουλεύεις σκληρά, δεν θα αποτύχεις ποτέ. Μας έκανε ωστόσο, ξεκάθαρο και πως ότι κάνουμε είναι χρήσιμο να το αγαπάμε και να το φροντίζουμε, ώστε να ‘χει διάρκεια. Ο ίδιος για όλα τα χρόνια και μέχρι πρόσφατα ήταν χειμερινός κολυμβητής. Ήταν η αποφόρτιση του. Πήγαινε στο Διαμάντι, τουλάχιστον δυο φορές την εβδομάδα, έκανε μπάνιο, έπαιζε ρακέτες, χειμώνα, καλοκαίρι και ξανάνιωνε. Θέλω να πω ότι ο συνδυασμός του να δουλεύει, αλλά και να απολαμβάνει τη ζωή ήταν που τον έκανε να ξεχωρίσει. Δεν ασχολήθηκε “δουλικά” με τη δουλειά του, αλλά με πάθος και τελικά αυτή του χάρισε μια ωραία ζωή”.

Ανέκαθεν είχε όραμα. “Από το πρώτο κουρείο που άνοιξε το 1955, είχε ανδρικό λούσιμο -φαντάσου ότι τραβούσαν μια κουρτίνα μπροστά από τον λουτήρα των ανδρών- και είχε ξεκινήσει απευθείας με τέσσερα άτομα. Είχε όραμα, το οποίο υποστήριζε το γεγονός ότι υπήρξε πολύ καλός τεχνίτης”.

“Το χαμόγελο του επισκέπτη είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή”

Υπήρχε κάποιο άγχος που έπρεπε να διαχειριστούν τα παιδιά του, δεδομένου ότι επρόκειτο να αναλάβουν μια πολύ επιτυχημένη επιχείρηση; “Επειδή ακριβώς δούλεψα για πολλά χρόνια δίπλα του, είχα το χρόνο να πάρω τη δική του συνταγή, να τη μάθω και να την αφομοιώσω, ώστε μετά να την εξελίξω. Το ίδιο ισχύει και για τον αδελφό μου. Η δική του συνταγή ήταν που δούλευε και εμείς συνεχίσαμε πάνω σε αυτή, ώστε να ανταποκριθούμε στις σημερινές προκλήσεις και να δημιουργήσουμε έναν πλήρη χώρο”.

Της ζητήσαμε να μας πει ένα από τα ωραιότερα σχόλια που έχει ακούσει. Προτίμησε να εξηγήσει πως “όταν κάνεις μια δουλειά έντιμα και είναι καλλιτεχνική, μέχρις ενός σημείου, οφείλεις να βγάλεις κάτι. Να δώσεις κάτι από εσένα, για το αποτέλεσμα. Η ευχαρίστηση που παίρνεις, όταν βλέπεις το χαμόγελο των επισκεπτών, είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή”