SOUTH STORIES

Βοσκώντας πρόβατα και κατσίκια στον Άλιμο: Οι αναμνήσεις ενός παλιού νότιου κτηνοτρόφου

Ο κυρ- Θόδωρος Μπέλεσης μεγάλωνε, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’90, τα ζωντανά του στο Καλαμάκι, μαζί με τη γυναίκα του, την Κυρά- Λένη. Ακολουθούν μερικές από τις ιστορίες τους, όπως μας τις διηγήθηκε ο ίδιος.

Θυμάμαι πως τα χέρια του μου έκαναν πάντα εντύπωση. Θαρρείς πως θέριζε όλη τη γη με αυτά. Ροζιασμένα, εξαντλητικά δουλεμένα, μα ακούραστα στον χρόνο. Κάθε φορά που έφερνε μικρά κατσικάκια σε κούτες για να τα ταΐζουμε γάλα με το μπιμπερό, μας εξηγούσε πως το σπίτι ήταν το καταφύγιό τους όταν τα καιρικά φαινόμενα ήταν έντονα. Κι εμείς γεμίζαμε από χαρά. Ο παππούς μου, γνωστός στη γειτονιά ως κυρ- Θόδωρος, πριν λίγες ημέρες μπήκε στα 89, αλλά θα θυμάται για πάντα την ηλικία των 40, όταν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την επαρχία και την κτηνοτροφία για να έρθει στην πόλη.

«Βιοπάλη αν με ρωτάς. Στο χωριό ήταν καλύτερα για τα πρόβατα, αλλά στην Αθήνα έπρεπε να έρθουμε για το σχολείο των παιδιών». Η προσαρμογή στις συνθήκες και τα δεδομένα της πρωτεύουσας εκείνη την εποχή, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. «Δύσκολο να δημιουργήσεις κάτι δικό σου στην Αθήνα. Δεν υπήρχε χώρος για τα ζωντανά. Στο χωριό ζούσαμε και δουλεύαμε πιο άνετα. Ήσουν δεμένος με την οικογένεια, κουβέντιαζες περισσότερο με τους ανθρώπους». Τι ήταν όμως, εκείνο που τον έκανε να πετύχει και στην πόλη; «Η αγάπη και η επιμονή για τα ζωντανά. Αν δεν υπάρχει αγάπη, δεν γίνεται προκοπή στη ζωή».

«Στο Καλαμάκι, όλα τότε ήταν ιδιοκτησία ενός καταξιωμένου γιατρού που ζούσε εκεί. Μου είχαν πει πως και τα πουλιά που πετούσαν κοντά σε αυτό το μέρος έπρεπε να έχουν πάρει ειδική άδεια από εκείνον. Όταν δοκίμασαν το γάλα μου, η υπηρέτρια της γνωστής οικογένειας μού μετέφερε πως θα με άφηναν να δημιουργήσω στη γη τους».

Από 5 ετών, είχε μάθει να φροντίζει τα ζώα. Δεν πήγε σχολείο, κοντά στον πατέρα του έμαθε να αφουγκράζεται και να «διαβάζει» τις ανάγκες των ζωντανών. Γύρω στην ηλικία των 20 και επιστρέφοντας από τον πόλεμο της Κορέας όπου είχε σταλεί ως στρατιώτης, δημιούργησε στην επαρχία το πρώτο δικό του κοπάδι. Η ζωή άλλαξε όταν ταξίδεψε για να μείνει οριστικά στην Αθήνα. Τα παιδιά θέλανε σχολειά. Εκεί που ήταν τα σχολειά δεν πήγαιναν οι κατσίκες. Τι να κάναμε; Τα πουλήσαμε και ήρθαμε στην Αθήνα».

Ψάχνοντας ικανοποιητικές εκτάσεις γης για να βγάζει για βοσκή τα πλάσματα που «είχε σαν παιδιά του», βρήκε τον ιδανικό τόπο για την επιβίωσή τους κοντά στην Αργυρούπολη, που πολλοί την έλεγαν τότε «χωριό». Όταν πήγε για πρώτη φορά σε αυτό το μέρος στο Καλαμάκι, γύρω στο ένα χιλιόμετρο από τη Λεωφόρο Αλίμου, αποθαρρύνθηκε. «Μου είχαν πει πως και τα πουλιά που πετούσαν κοντά σε αυτό το μέρος, έπρεπε να έχουν πάρει χαρτί, ειδική άδεια από τον καταξιωμένο γιατρό που ζούσε εκεί. Όλα ήταν ιδιοκτησία του, αλλά δεν το έβαλα κάτω. Όταν δοκίμασαν το γάλα μου, η υπηρέτρια της γνωστής οικογένειας μού μετέφερε πως θα με άφηναν να δημιουργήσω στη γη τους εντός σχεδίου πόλεως».

Κοπάδι με πρόβατα στο «χωριό» της πρωτεύουσας

«Στην αρχή, είχα 15 πρόβατα και λίγες κατσίκες. Μετά, τα 15 έγιναν 70 και κατέληξα να έχω 150». Τα τάιζα με καλαμπόκι, τριφύλλι και καρπό. Μετά την τροφή τους, ήθελαν νερό, πότισμα». Κάθε μέρα μαζί με τη γυναίκα του, την κυρά- Λένη, ξυπνούσαν από τις 3:00 τα χαράματα για να δώσουν τροφή στο κοπάδι. «Το πρωί αρμέγαμε το γάλα γιατί μέχρι τις 6:00 έπρεπε να έχει φτάσει στον γαλατά. Όλα ήθελαν τη συντήρησή τους. Να σκουπίσεις το μαντρί τουλάχιστον δύο φορές τη μέρα, να προστατεύσεις τα ζώα, να προβλέψεις τις κινήσεις τους. Κάθε μέρα, γύριζα σπίτι γύρω στις 20:00 το βράδυ».

«Δεν είναι ότι κουραζόσουν. Πολλές φορές σε πίκραιναν τα λόγια του κόσμου. Θέλαμε τα ζώα να είναι καθαρά για να μην παραπονιούνται οι γειτόνοι. Αλλά υπήρχε και αγάπη από τους ανθρώπους για τα ζωντανά. Οι περισσότεροι τα λαχταρούσαν, έρχονταν και τα χάζευαν στη φύση, έπαιρναν φρέσκο γάλα και κοπριά για τους κήπους τους. Ήταν καλό κοπάδι, παραγωγικό, ίσως επειδή ήξερα να το φροντίζω».

Ψυχολογώντας την αγέλη

«Ήταν καλά γίδια, έξυπνα και συνεργάσιμα. Ήταν ωραία πλασμένα». Οι ποικιλίες τους ξεχωριστές. Προέρχονταν από τις Άλπεις, την Αφρική. Φυσικά, πήγαινε ο ίδιος να τα διαλέξει. «Μπορεί να μην είχα παπούτσι να βάλω, όμως πήγαινα να αγοράσω ζώα. Ήταν έξυπνα, ιδίως αυτή η ράτσα από τις Άλπεις». Με ανακούφιση προσθέτει πως τα περισσότερα από όσα αναγκαζόταν να δώσει, πήγαιναν ευτυχώς για αναπαραγωγή. Η ράτσα τους παρήγαγε γύρω στα 6 κιλά γάλα την ημέρα όλο τον χρόνο.

«Θυμάμαι που μια φορά είχε γεννήσει μια από τις πιο ωραίες μου κατσίκες. Μέχρι να πάω κοντά, είχε προλάβει να σκεπάσει με χώμα και κλαριά το νεογέννητο κατσικάκι της. Μάλλον φοβόταν ότι θα της το έπαιρναν. Ευτυχώς, το έσωσα».

«Ήξεραν πολλά αυτά! Είχα μάθει τη συμπεριφορά τους τόσα χρόνια. Όταν τα βοσκούσα, καμιά φορά έτρωγαν πιο γρήγορα και βιαστικά. Άκουγαν τον καιρό, το καταλάβαιναν όταν ερχόταν κακοκαιρία και προσπαθούσαν να προφυλαχθούν, αν και τα πρόβατα άντεχαν  τη βροχή καλύτερα. Δεν άργησα να φτιάξω τσίγκινα ταβάνια για όλα ώστε να προστατεύονται και να νιώθουν ασφάλεια τις ημέρες που ο καιρός τα φόβιζε.

«Θυμάμαι που μια φορά είχε γεννήσει μια από τις πιο ωραίες μου κατσίκες. Μέχρι να πάω κοντά, είχε προλάβει να σκεπάσει με χώμα και κλαριά το νεογέννητο κατσικάκι της. Έκανε το ίδιο και για τα άλλα που έπαιρναν σειρά και έβγαιναν από μέσα της. Τα κάλυπτε με το πόδι της για να τα προστατεύσει, μάλλον φοβόταν ότι θα της τα έπαιρναν. Ευτυχώς, τα είχα σώσει. Η μάνα βέβαια, το έκανε από αγάπη. Πολλά μυστήρια κάνει η φύση!».

Δεν θέλω να διακόψω τον ειρμό των σκέψεων του, κάνοντάς του την επόμενη ερώτηση. «Ένα άλλο βράδυ, μία κατσίκα γέννησε τέσσερα. Την άλλη μέρα, περίπου την ίδια ώρα με την προηγούμενη, είχε πάει για βοσκή. Εκεί που την παρατηρούσα, τι να δω. Είχε γεννήσει και άλλη κατσικάδα, το πέμπτο! Πώς το κρατούσε στην κοιλιά της μόνο του για μια ακόμη μέρα; Γι’ αυτό σου λέω, μυστήρια η φύση. Υπήρχαν γίδες που γεννούσαν πέντε, άλλες έκαναν επτά. Μεγάλη ιστορία. Ίσως, είχαν καλές γέννες, με την περιποίηση που τους είχα… Δεν ξέρω!».

Ο Μελιταίος πυρετός

«Στις αρχές του ’90, τα ζωντανά άρχισαν να αλλάζουν συμπεριφορά, να είναι κακόκεφα. Θυμάμαι πως πονούσαν τα πόδια τους και κούτσαιναν. Ήρθαν κτηνίατροι και τους πήραν αίμα, και σε όσα νοσούσαν, έβαζαν ένα αυτοκόλλητο στο αυτί για να ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα. Πολλά δεν βγήκαν ζωντανά από αυτή τη μάχη. Είχαν μελιταίο πυρετό και τον κολλήσαμε κι εμείς. Δύσκολες οι μέρες που ήρθαν μετά».

Ο μελιταίος πυρετός ή βρουκέλλωση είναι ένα λοιμώδες νόσημα, το οποίο προκαλείται από το γένος Gram-αρνητικών αερόβιων βακτηρίων (Brucella). Διάφορα στελέχη του βακτηριδίου μπορούν να προσβάλουν τον άνθρωπο, συνήθως όμως εντοπίζεται το στέλεχος Brucella melitensis που προκαλεί τη νόσο στο πρόβατο.

Συμβουλές προς μία δύσκολη εποχή

«Οι ημέρες που πέρασαν ήταν γενικά καλές για εμάς, παρά τις δυσκολίες. Ίσως επειδή επιμέναμε. Πρέπει να λες πάντα, θα το αντέξω κι αυτό. Και ξαναλέω, πάντα χρειάζεται αγάπη γι΄ αυτό που κάνεις. Αν δεν υπάρχει αγάπη, δεν γίνεται προκοπή. Εμένα μου έλεγαν πολλοί ότι θα έπρεπε να ντρέπομαι που είχα πρόβατα στην πολιτεία, ότι έπρεπε να φύγουν οι κατσίκες γιατί μύριζαν. Η αγάπη με οδήγησε εκεί και μου έμαθε πολλά».

«Τα παιδιά θέλανε σχολειά. Εκεί που ήταν τα σχολειά δεν πήγαιναν οι κατσίκες. Τι να κάναμε; Τα πουλήσαμε και ήρθαμε στην Αθήνα».

Προς τα τέλη του’90, τα πρόβατα πουλήθηκαν – όχι από επιλογή αλλά από ανάγκη. Ο κυρ- Θόδωρος με την κυρά- Λένη μέχρι σήμερα στεναχωριούνται που έχουν χάσει το κοπάδι τους, τους λείπει η επαφή με τη φύση μέσα στην πόλη. «Κανονικά η Πολιτεία έπρεπε να βοηθάει τέτοιες πρωτοβουλίες μέχρι σήμερα. Να μπορούν τα παιδιά να βλέπουν τα ζώα όπως είναι στην πραγματικότητα. Να βλέπουν το χρώμα, το μέγεθός τους. Όχι μόνο από τις φωτογραφίες. Να έβλεπες πώς χαίρονταν τότε όταν τα έφερναν οι γονείς τους να πάρουν γάλα. Ξετρελαίνονταν. Δεν μας άφηναν να αρμέξουμε από τη χαρά τους!».

«Οι άνθρωποι σήμερα έχουν ξεκόψει από τη γη. Δεν τους αρέσουν τέτοιες ασχολίες εδώ στην Αθήνα. Τι τα θες…». Όταν αναγκάστηκε να πουλήσει εκείνα τα πλάσματα, θαρρείς πως η γη έφυγε κάτω από τα πόδια του. «Όταν τα φόρτωσαν για να τα πάρουν, μία από τις γίδες πήδηξε για να γυρίσει πίσω. Είπα τότε σε εκείνον που θα τα έπαιρνε, να προσέχει πολύ και του εξήγησα τις συμπεριφορές τους. Τι τα θες. Φέρνει δέσιμο η επαφή με τα ζώα και όλα είναι βιοπάλη, αλλά μην ξεχνάς να κάνεις πάντα αυτό που αγαπάς. Αυτό να τονίσεις σε αυτό που θα γράψεις».